Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1300 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή. Περίληψη: Δημόσια χρέη. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος, διότι ανεγνώσθη ο πίνακας χρεών που αναφέρεται στην απόφαση, από τον οποίο σαφώς προκύπτει η ταυτότητά του. Δεν προκύπτει απόλυτη ακυρότητα από τη μη ανάγνωση των αναφερομένων στην αίτηση εγγράφων, αφού δεν ζητήθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών. Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος για μερικές πράξεις που τελέστηκαν ενόσω ίσχυε ο Ν. 2523/1997, για μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων που ορίζονται με το νόμο αυτόν. Παύει οριστικά ποινική δίωξη για μερικότερες πράξεις για τις οποίες συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής. Για λοιπές πράξεις απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ και παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. ΑΡΙΘΜΟΣ 1300/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη, Νικόλαο Ζαΐρη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, ορισθείσα με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 4602/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις 3,4,5,6,7,12,13,14,19,20 και 26, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξηγια τις πράξεις 1 και 2 και για τις λοιπές να παραπεμφθεί η υπόθεση για τον καθορισμό της νέας πλέον ποινής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που ανεγνώσθη. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που ανεγνώσθη δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που ανεγνώσθη και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος Χ1 κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, που κατ' είδος προσδιορίζει, και στον πίνακα χρεών που υπήρχε στη δικογραφία, ο οποίος ανεγνώσθη και αναφέρεται στα πρακτικά, στο σκεπτικό με σελίδες 5 έως και 11, αλλά και στο διατακτικό, το οποίο παραπέμπει ως προς το σημείο αυτό στο σκεπτικό. Από την επισκόπησή του προκύπτει η ταυτότητά του και ότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του πίνακα αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, αν ήθελε αυτός να παραστεί στη συζήτηση, (δικάστηκε σαν να ήταν παρών σε μετ' αναβολή συζήτηση), να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις (του άρθρου 358 του ΚΠΔ), σχετικώς με το περιεχόμενο του εγγράφου. Η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο, το οποίο ανεγνώσθη. Με την ως άνω αναφορά του πίνακα χρεών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ορθώς έλαβε υπόψη του τον ως άνω πίνακα, ενώ περαιτέρω με την μνεία στο σκεπτικό της απόφασής του ότι η κρίση του διαμορφώθηκε και από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και αναφέρονται στα πρακτικά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται στην απόφαση οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Τα δε στοιχεία αυτά συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την αξιόποινη πράξη, όπως εκτίθεται παρακάτω. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της αίτησης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του έλαβε υπόψη του τον ως άνω πίνακα χρεών που ανεγνώσθη, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ της μη αναγνώσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και των πρακτικών αυτής, ως και των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων στην παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. ΒΤ 2566/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά στα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο και ειδικότερα στον αναγνωσθέντα και ενσωματωμένο σ' αυτήν πίνακα χρεών, όπου κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα αναγκαία στοιχεία της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, δεν προκύπτει απόλυτη ακυρότητα εκ της μη αναγνώσεως των επικαλουμένων στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως εγγράφων, αφού δεν ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων
(4)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι
(6)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός
(1)έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών
(3)συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων
(4)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο
(2)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι
(6)και τεσσάρων
(4)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και τα τρία εκατομμύρια (3000.000) δραχμές, γ) ενός
(1)έτους και έξι
(6)μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές και τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την έναρξη της ισχύος του Ν.2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 2523/1997 "αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα ανωτέρω και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις προϊσταμένων δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών ή τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά πρωτοδίκων αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω δεν εισάγονται για συζήτηση". β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κ.λ.π. θα αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις, εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν μπορεί η νεότερη αυτή νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου επειδή αυξάνεται πλέον το όριο της ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επί μέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται δηλαδή η κρίση περί της ευμενέστερης διάταξης υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Για το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, ευνοϊκότερες του ως άνω προϊσχύοντος νόμου 1882/1990 είναι οι διατάξεις του Ν. 2523/
- Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτόν πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα μερικότερων αξιοποίνων πράξεων του πίνακα χρεών, που ενσωματώνεται στην πληττόμενη απόφαση, οι οφειλές με τις νόμιμες επιβαρύνσεις ποσών ευρώ 406,11 για τέλη κυκλοφορίας 29-2-2000, 648,81 για τέλη κυκλοφορίας 29-2-2000, 363,98 για τέλη κυκλοφορίας 28-2-2001, 579,70 για τέλη κυκλοφορίας 28-2-2001, 26,51 για Έξοδα Διοικητικής Εκτέλεσης 28-5-2001, 5.129,70 για Εισόδημα Οριστική Βεβαίωση (Μη Παρακρ.) ....., 1.051,61 για Πρόστιμο Εισοδήματος Ν. 129/89, 21-4-2003, 690,33 για Πρόστιμο Εισοδήματος Ν. 129/89, 21-4-2003, 3.906,93 για ΦΠΑ οριστική βεβαίωση, ....., 354,53 για Πρόστιμο ΦΠΑ, 21-4-2003 και.105,85 για Πρόστιμο ΚΒΣ Οριστική Βεβαίωση, ..., υπ' αριθμούς 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14, 19, 20, και 26, αντίστοιχα, υπολειπόμενες του 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και των 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά δεν είναι αξιόποινες και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ίδιου Κώδικα), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση ως προς τις εν λόγω διατάξεις και περαιτέρω κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠΔ να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων για τις πράξεις αυτές. Περαιτέρω, οι με αριθμούς 1 και 2 πράξεις του πίνακα χρεών φέρονται να τελέστηκαν στις 26-2-1999 και κατά την εκδίκασή τους στις 21-9-2007 είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής τους (5 έτη για πλημμελήματα και 3 έτη αναστολής της κύριας διαδικασίας). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι με την παρ. 2 του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 1882/
- Με τη νέα αυτή διάταξη δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Έτσι, αναφορικά με την παραγραφή του εν λόγω εγκλήματος ισχύουν οι κοινές διατάξεις του ΠΚ. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής και εφαρμοστέα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτοί ως βάσιμοι οι προβαλλόμενοι Γ και Δ λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, οι οποίοι ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ΚΠΔ), να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση σε σχέση με αυτή τη διάταξή της και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Για τις λοιπές κατ' εξακολούθηση πράξεις, υπό στοιχεία στον πίνακα χρεών 8,
- 10, 11, 15, 16, 17, 18, 21, 22, 23, 24, και 25, περιέχεται στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβιάστηκε ο νόμος ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας, ότι ο αναιρεσείων καθυστέρησε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα την καταβολή των ακολούθων χρεών που είχαν βεβαιωθεί στο Δημόσιο, στη ΦΑΕ Πειραιά, σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία ΣΠΑΡΤΑ ΑΕ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, της οποίας ο αναιρεσείων τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος, και από πρόθεση δεν τα κατέβαλε, ήτοι ? 8) Στις .... έγινε οριστική βεβαίωση για χρέος από εισόδημα, περιλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων, 449.373,51 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 6 μηνιαίες δόσεις, κατά τις στον πίνακα διακρίσεις, από 30-5-2003 έως 31-10-
- 9)Στις .... έγινε άλλη οριστική βεβαίωση από εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 7.290,60 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 6 μηνιαίες δόσεις, από 30-5-2003 έως 31-10-
- 10) Στις .... έγινε άλλη οριστική βεβαίωση από εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 38.741,76 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 6 μηνιαίες δόσεις, από 30-5-2003 έως 31-10-
- 11) Στις .... έγινε άλλη οριστική βεβαίωση από εισόδημα, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 20.190,45 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-5-2003 έως 31-10-
- 15) Στις .... έγινε οριστική βεβαίωση ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 384.059,26 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 16) Στις .... έγινε άλλη οριστική βεβαίωση ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 22.089,46 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 17) Στις ..... έγινε άλλη οριστική βεβαίωση ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 39.731,81 ευρώ, το οποίο έπρεπε να πληρωθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 18) Στις ..... έγινε άλλη βεβαίωση ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 17.177,72 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 21) Στις .... βεβαιώθηκε πρόστιμο ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 480.074,08 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-2003.22) Στις ..... βεβαιώθηκε πρόστιμο ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 14.215,96 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 23) Στις .... βεβαιώθηκε πρόστιμο ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 50.017,99 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- 24) Στις .... βεβαιώθηκε πρόστιμο ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 26.237,35 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- Και 25)Στις .... βεβαιώθηκε πρόστιμο ΦΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων επιβαρύνσεων 7.039,44 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε 2 δόσεις, στις 30-5-2003 και στις 30-6-
- Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προαναφερόμενη απόφαση αναφορικά με τις πιο πάνω διατάξεις η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νομίμου βάσεως. Όμως, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αναφορικά με το ως άνω κεφάλαιό της ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμ. ΒΤ 4602/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Χ1 για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, σε σχέση με τις μερικότερες πράξεις υπ' αριθμούς 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14, 19, 20, και 26 του πίνακα χρεών, που αναφέρονται στο σκεπτικό, για χρέη σε ευρώ 406,11, 646,81, 363,98, 579,70, 26,51, 5.129,70, 1.051,61, 690,33, 3.906,93, 354,53 και 2.105,85 αντίστοιχα. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του άνω κατηγορουμένου για τις μερικότερες πράξεις με αριθμούς 1και 2 του πίνακα χρεών, που αναφέρονται στο σκεπτικό, για χρέη σε ευρώ 719,51 και 451,75 αντίστοιχα. Και Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαϊου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ