Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1302 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του Α.Ν 86/
- Απορρίπτει. Αριθμός 1302/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Γεωργίας Στεφανοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόδουλο Κυριακίδη, περί αναιρέσεως της 1246/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1675/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996) και αναφορά, επί νομικού προσώπου φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην επιχείρηση καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορούμενου σ' αυτήν ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί δηλαδή ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1246/2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα. "... Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." με σκοπό της την εισαγωγή και εμπορία προϊόντων πωλουμένων σε Σούπερ Μάρκετ, κατά το χρονικό διάστημα από 10.08.2000 έως 11.10.2001 απασχόλησε με εξαρτημένη επ' αμοιβή εργασία 33 άτομα ασφαλισμένα στο ΙΚΑ. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, με εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρείας με την από 18.06.2000 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αυτής, που καταχωρήθηκε στις 08.08.2000 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Λέσβου και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 7729/16.08.2000 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), με την οποία απόφαση του ανατέθηκε η εξουσία εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία, καθώς και η εξουσία να συναλλάσσεται και αναλαμβάνει έγκυρα αποφάσεις έναντι τρίτων στο όνομα της εταιρείας. Ακολούθως, με την από 10.08.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Λέσβου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 9206/06.10.2000 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) αντικαταστάθηκαν μέλη του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας, τα οποία είχαν παραιτηθεί, ο δε κατηγορούμενος παρέμεινε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, με την εξουσία να ενεργεί μόνος του είτε από κοινού με τον Αντιπρόεδρο ΑΑ. Τον lούνιο του 2001 παραιτήθηκαν όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, πλην του κατηγορουμένου. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΟΣ-ΜΠΑΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε.", η οποία ήταν πλέον η κυρία μέτοχος της ως άνω εταιρείας (ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ) με ποσοστό 63,1%, με την υπ' αριθμ. 237/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που δημοσιεύθηκε στις 12.10.2001, ορίστηκε προσωρινή διοίκηση αυτής, προκειμένου να διοικήσει την εταιρεία ως προς τις επείγουσες υποθέσεις της και να διεξάγει αρχαιρεσίες για την εκλογή νέου Δ.Σ. Η ανωτέρω απόφαση καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. της Νομαρχίας Λέσβου στις 31.10.2001 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 9923/07.11.2001 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο δεν μετείχε ο κατηγορούμενος. Για το προηγούμενο χρονικό διάστημα όμως, που αυτός ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ως άνω εταιρείας, ήταν αυτός ο υπόχρεος προς καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ για τους εργαζομένους που απασχολούσε η εταιρεία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το καλοκαίρι του 2000 η εταιρεία "Σούπερ Μάρκετ Γαληνός Μπαλής Α:Ε", και με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε.", ... αγόρασε το 26% του μετοχικού κεφαλαίου της "Προμηθευτικής Υπεραγοράς Λέσβου Α.Ε.Ε.", αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καλύψει τη συμφωνηθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, ποσού 132.000.000 δρχ., ώστε να αποκτήσει ποσοστό ύψους 63,5% του μετοχικού της κεφαλαίου. Ότι κατά τον τρόπο αυτό η εταιρεία "Γαληνός - Μπαλής" απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της "Προμηθευτικής" και ότι απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο ζητώντας του να αναλάβει τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου αυτής, λόγω του ότι αυτός ήταν και εξακολουθεί να είναι πρόσωπο με κύρος στην αγορά της Μυτιλήνης, αλλά και μέτοχος της "Προμηθευτικής". Ότι ο ίδιος ήταν τύποις νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, διευκολύνοντας την κεντρική διοίκηση των Αθηνών, η οποία και ελάμβανε αποκλειστικά τις αποφάσεις που άπτονταν της λειτουργίας της εταιρείας καθώς και τη διενέργεια πάσης φύσης πληρωμών, μεταξύ αυτών και την καταβολή των οφειλών στο ΙΚΑ. Ότι περαιτέρω ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το αν καταβάλλονται ή όχι οι οφειλές της εταιρείας, καθώς οι συνεννοήσεις γίνονταν μεταξύ του υπευθύνου του λογιστηρίου της "Προμηθευτικής" ΒΒ και του οικονομικού διευθυντή της "Παλμός" ΓΓ. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου θα πρέπει να απορριφθούν, καθώς αποδείχθηκε ότι αυτός εξέδιδε και υπέγραφε επιταγές στο όνομα της εταιρείας για διάφορες πληρωμές, όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την απολογία του και συνεπώς ο ίδιος δεν βρισκόταν σε αδυναμία καταβολής ποσών στο όνομα της εταιρείας. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η "Προμηθευτική" αποτελούσε ουσιαστικά θυγατρική εταιρεία της "Παλμός" και ότι λόγω της ένταξής της στον όμιλο επιχειρήσεων αυτής, η τελευταία (Παλμός) ανέλαβε μεταξύ άλλων αποκλειστικά την καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ. Εξάλλου, ως προς την άγνοια των πραγματικών περιστατικών της μη καταβολής, που επικαλείται ο κατηγορούμενος, και αυτός ο ισχυρισμός του θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε και η πρώτη μάρτυρας υπεράσπισης, λογίστρια της εταιρείας "Προμηθευτική" κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, γινόταν κοινοποίηση των εντολών πληρωμής της "Προμηθευτικής" τόσο προς την διοίκηση των Αθηνών ("Παλμός"), όσο και προς τον κατηγορούμενο Χ. Αυτό προκύπτει εξάλλου και από την ανάγνωση του προσκομισθέντος από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου αντιγράφου εβδομαδιαίου ημερολογίου έτους 2001 της "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤιΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε.", στη δεύτερη σελίδα του οποίου αναγράφεται η φράση "ΠΡΟΣ ΠΑΛΜΟ Α.Ε., ΥΠΟΨΗ κ. ΓΓ, ΚΟΙΝΟΠΟΙΕΙΤΑΙ: κ. Χ., κ. ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε στη διάθεσή του όλα τα έγγραφα τα σχετικά με την κίνηση των καταστημάτων της ... . Εξάλλου, ο ίδιος στην απολογία του ανέφερε ότι υπέγραφε τις καταστάσεις για τους προμηθευτές που του έφερναν στο γραφείο του, ενώ δεν υπέγραψε ποτέ καταστάσεις για το ΙΚΑ. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί πλάνη του κατηγορουμένου ως προς την υποχρέωσή του καταβολής των εισφορών, νομική ή πραγματική, καθώς ο ίδιος είναι έμπειρος επιχειρηματίας, διατηρεί δική του επιτυχημένη επιχείρηση και δη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας είναι Πρόεδρος, η οποία εταιρεία είναι απολύτως εντάξει στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τρίτους και προς το ΙΚΑ (βλ. και την κατάθεση της πρώτης μάρτυρος υπεράσπισης). Επομένως ο κατηγορούμενος, λόγω της θέσης του και της εμπειρίας του, ως ήδη μέτοχος της·."Προμηθευτικής" και ως άτομο κύρους κατά τις μαρτυρικές καταθέσεις στις εμπορικές συναλλαγές της κοινωνίας της ..., γνώριζε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τη θέση του ως Διευθύνων Σύμβουλος, γνώριζε δε και την ευθύνη την οποία συνεπάγεται η θέση του. Ειδικότερα, γνώριζε ότι η υποχρέωση καταβολής των εισφορών υπέρ του ΙΚΑ βαρύνει τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο ανωνύμου εταιρείας, όπως γνώριζε ότι ευθύνεται για την υπογραφή του στις επιταγές που κυκλοφόρησαν στο όνομα της εταιρείας. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί σύμφωνα και με την απολογία του, ότι μεταξύ αυτών των εγγράφων που υπέγραφε δεν υπήρχαν εντολές πληρωμής προς το ΙΚΑ, άρα γνώριζε ότι τουλάχιστον εκ μέρους του, δεν γίνονταν καταβολές προς το ΙΚΑ. Εξάλλου, και η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, που κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εργαζόταν στο λογιστήριο της "Προμηθευτικής", κατέθεσε ότι από το λογιστήριο της ... έβλεπαν ότι δεν πληρωνόταν το ΙΚΑ, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Συνεπώς η οικονομική κίνηση της εταιρείας ήταν εμφανής, ο δε κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος, ενδιαφερόμενος για την πορεία της εταιρείας' και έχοντας καλές σχέσεις με τους υπαλλήλους της, είχε πληροφορηθεί την κατάσταση που προέκυψε. Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός τόσο περί πραγματικής όσο και περί νομικής πλάνης εκ μέρους του κατηγορουμένου. Τέλος, ο ισχυρισμός περί του ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε παντελή αδυναμία αποφυγής της άδικης συμπεριφοράς θα πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθώς δεν αποδείχτηκε πλήρης αδυναμία συμμόρφωσης του κατηγορουμένου προς τις επιταγές του δικαίου, και από πού απέρρεε αυτή η αδυναμία καταβολής των οφειλομένων στο ΙΚΑ. Εξάλλου, αν όντως αγνοούσε τα περί μη καταβολής, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε αφενός να απευθύνει ερώτημα προς την "Παλμός" σχετικό με την εξόφληση των εισφορών του ΙΚΑ, να απευθυνθεί προς το ίδιο το ΙΚΑ προκειμένου να ενημερωθεί για τυχόν οφειλές ή να προβεί σε προσπάθεια ρύθμισης αυτών, ενώ καμία τέτοια ενέργεια δεν έγινε εκ μέρους του. Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να παραιτηθεί από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, όπως έπραξαν τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της "Προμηθευτικής" το καλοκαίρι του
- Αντιθέτως ο κατηγορούμενος παρέμεινε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, παρά τις αιτιάσεις του ότι δεν αποφάσιζε ο ίδιος, αλλά ακολουθούσε εντολές της "Παλμός", αποδεχόμενος κατά τον τρόπο αυτό την ευθύνη που πήγαζε από τη θέση του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1 0.08.2000 έως 11.10.2001 που οι ανωτέρω 33 εργαζόμενοι παρείχαν την εργασία τους στην ως άνω εταιρεία, από πρόθεση δεν καταβλήθηκαν από τον κατηγορούμενο, ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ως άνω εταιρείας, στο ΙΚΑ οι ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν αυτόν τον ίδιο (εργοδοτικές), ανερχόμενες στο ποσό των 63.258,66 Ευρώ, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που είχε παρακρατήσει (εργατικές) ανερχόμενες στο ποσό των 31.629,39 Ευρώ. Οι εισφορές αυτές έπρεπε να καταβληθούν εντός 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία των ως άνω εργαζομένων, ήτοι από 30.09.2000 έως 30.11.
- Για το λόγο αυτό και μετά σχετικό έλεγχο από το αρμόδιο ΙΚΑ ... συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Προσπάθεια εκ των υστέρων συμμόρφωσης του κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε, αφού σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου του ΙΚΑ δεν προέβη αυτός σε κάποια ρύθμιση ούτε σε αίτηση για να προβεί σε ρύθμιση των οφειλών. Επομένως, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο με την διευκρίνηση ότι ορθά προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα τέλεσης της πράξης κατά τα ανωτέρω, από 01.10.2000 έως 01.12.
- ...". Με τις παραδοχές αυτές κήρυξε στο διατακτικό ένοχο τον κατηγορούμενο για παράβαση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1 Α.Ν. 86/
- σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών
(13)μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεώς του, το δικαστήριο δεν όφειλε να προσδιορίσει τις αποδοχές ενός εκάστου των άνω 33 εργαζομένων στην επιχείρηση, ούτε την ασφαλιστική κλάση καθενός εξ αυτών διότι τούτο δεν αποτελεί κατά νόμο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ενώ, εξάλλου, σαφώς προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα απασχολήσεως αυτών (10-8-2000 έως 11-10-2001) κατά το οποίο η εργοδότρια εταιρεία είχε υποχρέωση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών οι οποίες επίσης προσδιορίζονται. Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά τούτο ο για έλλειψη αιτιολογίας 1ος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, με λίαν εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο δέχεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-2000 μέχρι 11-10-2001 κατά το οποίο η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους αναφερόμενους 33 μισθωτούς, ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ασκούσε διαχείριση και υπό την ιδιότητά του αυτή υπείχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις από τα οποία το δικαστήριο πείσθηκε για την παραπάνω ιδιότητά του και περί του ότι η άνω εταιρία, δεν ήταν θυγατρική άλλης εταιρίας, αλλά έχουσα αυτοτελή νομική υπόσταση, διακριτήν εκείνης της κυρίας μετόχου της με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΛΜΟΣ Α.Ε", αυτή και μόνον ήταν εργοδότης των εργαζομένων. Επομένως, οι συναφείς 2ος, 3ος, 4ος 5ος, 15ος, 16ος, 17ος και 18ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες εφήρμοσε είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι και ο 6ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της μη συγκριτικής αξιολόγησης της απολογίας του κατηγορουμένου προς την κατάθεση της μάρτυρος ... και τα αναφερόμενα έγγραφα, αφού τούτο δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, από το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, δεν συνάγεται εκ τούτου ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των λοιπών. Περαιτέρω, εκτίθενται στην απόφαση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία ήχθη σε απορριπτική κρίση των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης, νομικής πλάνης και περί άρσης του καταλογισμού λόγω του ανθρωπίνως μη φευκτού της υπαιτιότητας. Συνεπώς, οι συναφείς 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 11ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Δέχθηκε, ακόμη, το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΛΕΣΒΟΥ Α.Ε.Ε." είχε και διατήρησε μέχρι την 12-10-2001 που δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 237/2001 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Μυτιλήνης με την οποία διορίσθηκε προσωρινή διοίκηση για την άνω εταιρεία και ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ως προς το χρονικό σημείο μέχρι του οποίου εξικνείται η προπαρατεθείσα ιδιότητά του η οποία καλύπτει τον καταληκτικό χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων (11-10-2001). Ούτε, τέλος, δημιουργείται αντίφαση από την αναφορά στο διατακτικό της ημερομηνίας 1-12-2001 διότι η τελευταία αναφέρεται στο χρόνο τελέσεως της τελευταίας μερικωτέρας πράξεως των αποδιδομένων σ' αυτών εγκλημάτων και όχι στον χρόνο μέχρι του οποίου ο αναιρεσείων είχε τις αναφερθείσες ιδιότητες. Συνεπώς και οι 12ος, 13ος και 14ος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/13-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.246/20087 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ