← Ελλάδα

ΑΠ 1303/2008 — Αποχή αποφάσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1303 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει να αποφανθεί μέχρις ότου η αναιρεσείουσα λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα (της οποίας είχε ζητήσει να λάβει γνώση). Αριθμός 1303/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAG AE", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής που εκπροσωπείται νόμιμα, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1626/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 100/21.2.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 14 § § 3δ', 4 του Συντάγματος και 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 16/2007 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAC", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 436/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς διατηρήθηκε η κατάσχεση των εντύπων που αναφέρονται στην από ..... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδ/νσης Ασφαλείας Πειραιώς και ειδικά 4580 φύλλων, της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τον τίτλο "......" και τέσσαρα DVD με τους τίτλους "....", "....", "....." και "....." ως εμπίπτοντα στις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931 περί ασέμνων. Κατά του βουλεύματος αυτού, η εκδότρια της εφημερίδας "τ....." ως άνω εταιρεία άσκησε την υπ'αριθμ. 29/29-5-2007 έφεσή της, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με το υπ'αριθμ. 268/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Κατά του τελευταίου βουλεύματος η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως, για λογαριασμό της ανωτέρω εκδότριας του εντύπου εταιρείας, δυνάμει το από .... πρακτικού του Δ.Σ. αυτής, την κρινομένη υπ'αριθμ. 16/2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία περιέχει ως λόγους αναίρεσης την παράνομη απόρριψη της έφεσης κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρ. 484 § 1 στοιχ. β' και ε' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 268/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, με καθολική επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση της ένδικης έφεσης, των εγγράφων της δικογραφίας και του σχετικού υπομνήματος της εκκαλούσας εταιρείας, τα ακόλουθα: "Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίον ρητά από το νόμο παρέχεται το δικαίωμα αυτό. Σύμφωνα δε με την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 14 του Συντάγματος, η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία:α)...β)...γ).. δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά δε την διάταξη της παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου του Συντάγματος, σ' όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, και αυτό, μέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα. Από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας αυτής διατάξεως (παρ 4 του άρθρου 14 του Συντάγματος) και το περιεχόμενο της, προκύπτει ότι η τασσόμενη βραχύχρονη προθεσμία ενεργείας του Εισαγγελέα περιορίζεται μόνο στην από της επιβολής της κατάσχεσης υποβολή της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και την υπ' αυτού εντός της αυτής προθεσμίας απόφανση. Αντίθετα, το δεύτερο εδάφιο αναφέρεται αποκλειστικά στην άσκηση των ενδίκων μέσων χωρίς να παραπέμπει στο προηγούμενο εδάφιο, ώστε να κριθεί ότι η εξαιρετική αυτή βραχύχρονη προθεσμία έχει εφαρμογή και επί εφέσεως και αναιρέσεως και μάλιστα είτε ασκηθούν αυτά από τον Εισαγγελέα είτε από τον εκδότη του κατασχεθέντος εντύπου, ενώ τέτοια πρόθεση τόσο κεφαλαιώδους σημασίας θα εκδηλωνόταν με ρητή νομοθετική επιταγή, η οποία εφόσον ελλείπει, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 462-481) Πρβλ ΑΠ 1096/1980 ΠΧ ΛΑ 178, Αθανασίου Κονταξή ΤΥΠΟΣ και ΔΙΚΑΙΟ, έκδοση 1989,
  2. Κατά την ως άνω δε διάταξη (του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. β' του Συντάγματος) ένδικα μέσα κατά του βουλεύματος του δικαστικού συμβουλίου, που αποφαίνεται για τη διατήρηση ή άρση της κατάσχεσης, στις περιπτώσεις που κατ' εξαίρεση επιτρέπεται αυτή έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ο εκδότης της εφημερίδας που κατασχέθηκε ή άλλου εντύπου (βλ ΑΠ 1057/1995 ΠΧ 1996,95) και ο Εισαγγελέας. Επειδή εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο της ασκήσεως του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωμένο αντίγραφο του στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει δε να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου.(ΑΠ 886/2006 ΠΧ ΝΖ 245) Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 465 παρ 1γ ΚΠΔ, στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος καθώς και κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε 20 ημέρες από την άσκηση του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ
  3. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των άρθρων 341, 430 και 501 παρ 1 εδ τελευταίο. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ.3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης και εν γένει επιδίωξης του σκοπού αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται προφανώς και η απόφαση για ανάληψη δικαστικού αγώνα καθώς και για την συνέχιση του, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [Ολ. ΑΠ 1096/76 ΠΧ, 1977, 370]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής (ΑΠολ 4/2006, ΑΠ ολ 5/2006, ΑΠολ 6/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ) γιατί ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, οι οποίοι διορίζονται για τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων επ" ονόματι της Α.Ε., δεν είναι όργανα διοικήσεως, αλλ' ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι αυτής πράξεις, που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, ή από τα υποκατάστατα αυτού όργανα, των οποίων η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σ' αυτούς. (ΑΠ 581/2005 Ποιν Λογ 2005, 526, ΑΠ 352/03 Ποιν Λογ 2003, 311). Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, ή για την κατάθεση ενδίκου μέσου. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, την άσκηση ενδίκου μέσου για λογαριασμό της κλπ, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, ή στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. (ΑΠολ 4/2006, ΑΠ ολ 5/2006, ΑΠολ 6/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 581/2005 Ποιν Λογ 2005, 526). Η γενική δε πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ένδικων μέσων, εφ' όσον αυτό μνημονεύεται ρητά., δηλαδή, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας, όταν το πρόσωπο που ασκεί το ένδικο μέσο, εξουσιοδοτείται γι' αυτό - για την άσκηση ένδικων μέσων γενικά - με ρητή μνεία, με πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, ή αν στο ίδιο το καταστατικό της εταιρίας μνημονεύεται ρητά και η άσκηση ένδικων μέσων γενικά, ως πράξη την οποία μπορεί να ενεργήσει το πρόσωπο που έχει την εξουσία να εκπροσωπήσει την εταιρία ενώπιον των δικαστηρίων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. (βλ ΑΠ 886/06 όπως πιο πάνω, ΑΠ 845/06 ΠΧ ΝΖ 235). Για να κριθεί δε η νομιμοποίηση του φυσικού προσώπου που ασκεί ένδικο μέσο ως εκπρόσωπος ΑΕ απαιτείται η προσάρτηση στη σχετική έκθεση του καταστατικού της εταιρίας, χωρίς την οποία το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο (βλ ΑΠ 1559/86 Νοβ 1986,1641) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το υπ' αριθμ. 436/21-5-2007 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι διατηρεί την κατάσχεση των εντύπων που αναφέρονται στην από ..... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Πειραιώς και ειδικά τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα

(4580)τεμαχίων σε συσκευασία, αποτελούμενων από το φύλλο ... της εφημερίδας "...." και τέσσερα DVD με τους τίτλους "......", "....", "....." και "......". Εκδότρια της ως άνω εφημερίδας είναι η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Κατά του ως άνω βουλεύματος, που επιδόθηκε στην τελευταία (στον εντεταλμένο σύμβουλο και υπεύθυνο κατά νόμο ....... όπως δηλώνεται στη δεύτερη σελίδα του υπ' αριθ .. φύλλου της εν λόγω εφημερίδας)στις 23-5-07, άσκησε η δικηγόρος Αθηνών Ειρήνη Κοντονάσιου, με δήλωση της στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, την κρινόμενη υπ' αριθμ. 29/29-5-07 έφεση, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ 29/29-5-07 έκθεση του πιο πάνω γραμματέα. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η ανωτέρω ενεργεί ως πληρεξούσια δικηγόρος της ως άνω εταιρείας βάσει του υπ' αριθ ..... πληρεξουσίου του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας. Στο υπ' αριθ ...... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δερτούζου, το οποίο μνημονεύεται και προσαρτάται στην έκθεση, αναφέρεται ότι εμφανίστηκε στην ως άνω συμβολαιογράφο ο Γ1, "ο οποίος ενεργεί στο παρόν όχι για τον εαυτό του ατομικά αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ...ότι στο παρόν ο εμφανισθείς εκπροσωπεί και δεσμεύει με την υπογραφή του την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από της...... αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών της οποίας προσαρτάται στο παρόν", ότι η ανωτέρω εταιρεία, όπως νόμιμα εκπροσωπείται στο παρόν, ζήτησε τη σύνταξη του παρόντος, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της τους: 1) Ειρήνη ΚΟΝΤΟΝΑΣΙΟΥ του Χαραλάμπους, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών... 2) Ιωάννη ΜΠΑΒΕΑ του Χρήστου, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών .... προς τους οποίους χορηγεί την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα (ενεργώντας είτε από κοινού είτε ο καθένας μεμονωμένα): Να ασκήσουν για λογαριασμό της εντολέως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής διατάξεως, όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα και ειδικότερα της εφέσεως κατά του υπ' αριθ 435/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς ......". Αλλά όμως δεν έχει προσαχθεί ούτε έχει προσαρτηθεί στην έκθεση εφέσεως αντίγραφο του καταστατικού της εκκαλούσας εταιρίας, το οποίο αποτελεί σημείο αναφοράς των εξουσιών που παρέχονται στον Γ1 και στο οποίο κατ' ανάγκη πρέπει να ανατρέξει κανείς (πρβλ. ΑΠ 1559/1986 (σε Συμβ) και πρότ. Αντεισ. Σπ. Σταμούλη ΝοΒ
  1. 1640, Εισαγγ Πρόταση στην ΑΠ 110/1988 ΠΧ 1988, 589, Εφετ Αθηνών 1438/1988 Δ/ΝΗ 1989, 230, ΑΠ 352/03 Ποιν Λογ 2003, 311 και Αθαν Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 2006, Τόμος β, σελ 2650), ούτε αντίγραφο των πρακτικών της από 23-5-07 αποφάσεως του ΔΣ αυτής, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια ήταν τα πρόσωπα που απαρτίζουν το ΔΣ της εταιρείας, αν υπάρχει πρόβλεψη για τα ως άνω θέματα, αν ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατος του ΔΣ, (οπότε δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του), ή ως τρίτος, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, οπότε απαιτείται, ενόψει του ότι αυτός είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ. Έτσι όμως δεν είναι δυνατόν να ερευνηθεί αν προβλέπεται (επιτρέπεται) από το καταστατικό η ανάθεση της εκπροσώπησης της ως άνω εταιρείας σε ένα ή και περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ΔΣ ή όχι και ειδικότερα η άσκηση όλων των εξουσιών τις οποίες το ίδιο διαγράφει για το Διοικητικό Συμβούλιο και αν σ' αυτές περιλαμβάνεται ρητά, έστω και με γενική μνεία, η άσκηση ενδίκων μέσων. Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, (πρβλ ΑΠ 1216/06 και ΑΠ 1176/06 Ποιν Δικ 2007, 43 και 44, ΑΠ 581/05, ΑΠ 1559/86 όπως πιο πάνω), να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ, όπως αντικ με άρθρο 55 παρ 1 ν 3160/03) και να διαταχθεί η εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και με το να απορρίψει ακολούθως την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 484 § 1 Κ.Π.Δ. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως για παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. Τέλος, ο έτερος λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 465 § 1, 96 § 2 και 42 § 2 Κ.Π.Δ., είναι απαράδεκτος, αφου δεν πρόκειται περί ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά περί διατάξεων καθαρώς δικονομικών. Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ'αυτήν τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) να απορριφθεί η υπ αριθμ. 16/2007 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAC ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROMAC", που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του υπ'αριθμ. 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 16 Ιανουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 του ΚΠΔ "οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ` αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό, να γνωρίσει την πρόταση του Εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της Εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης". Η διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή όχι μόνο στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημελειοδικών αλλά και στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου, όπως ορίζεται άλλωστε και στο άρθρο 485 παρ.1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 10.9.2007 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση του 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή της κατά του 436/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς το οποίο διατήρησε την κατάσχεση των εντύπων της που αναφέρονται στην από ..... έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πειραιώς , αυτή ζήτησε να λάβει γνώση της σχετικής επί της ανωτέρω αιτήσεώς της προτάσεως του Εισαγγελέα. Όπως όμως προκύπτει από τον έλεγχο της δικογραφίας η υπόθεση εισάγεται στον Άρειο Πάγο, που συνεδριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση ως Συμβούλιο (άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ), χωρίς να έχει κληθεί ένας από τους νομότυπα με την άνω αίτηση αναίρεση διορισθέντες αντικλήτους της αναιρεσειούσης δικηγόρους και κατοίκους Αθηνών Ειρήνης Κοντονάσιου και Ιωάννη Μπαβέα να λάβουν γνώση της σχετικής με την ένδικο αναίρεση προτάσεως του Εισαγγελέα. 'Επειτα από αυτά, το δικαστήριο πρέπει να απόσχει όπως αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως που προαναφέρθηκε προς τον σκοπό όπως, προ πάσης επανεισαγωγής της, κληθεί και λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα ο αντίκλητος της αναιρεσειούσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROMAG ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση του 268/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς μέχρις ότου κληθεί και λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα ο αναφερόμενος στο σκεπτικό αντίκλητος αυτής. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου
  2. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου
  3. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.