← Ελλάδα

ΑΠ 1308/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1308 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Αιτιολογία αποφάσεως. Στοιχεία αδικήματος, άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/

  1. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και υπέρβαση εξουσίας, διότι η ποινική δίωξη, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι δεν συνοδευόταν από επικυρωμένο αντίγραφο της οικείας έκθεσης φορολογικού ελέγχου, των καταλογιστικών πράξεων των ενδίκων φόρων και αντίγραφο των στοιχείων από τα οποία να αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της ένδικης φορολογικής εγγραφής κλπ. Αβάσιμος, διότι επί μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, δεν εφαρμόζονται τα οριζόμενα στα άρθρα 17, 18, 19 και 20 παρ. 2 του ν. 2523/
  2. Στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παράβασης που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επ’ αυτή τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου δεν απαιτείται προκειμένου περί εγκλημάτων φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του. Απόρριψη αιτήματος αναβολής μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Διοικητικό Εφετείο. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1308/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίστηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 1042/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της οριστικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος και στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου που αντικατέστησε το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990), από της ενάρξεως της ισχύος τούτου, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της φορολογικής παράβασης που διαπιστώθηκε, η προηγούμενη επ' αυτή τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, δεν απαιτείται προκειμένου περί εγκλημάτων φοροδιαφυγής, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτή δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλ' ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επ' αυτής κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18, και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ίδιου νόμου). Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, η αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, ή κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, υπό την προϋπόθεση ότι τα αιτήματα αυτά έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας, το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 1042/2007 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ, 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 Ν. 2523/97 και ακολούθως η παρ. 1 από το άρ. 3220/04) και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους πέντε μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η κατηγορούμενη, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, είπε ότι "κατέθεσε προσφυγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου η οποία εκδικάστηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών η οποία απορρίφθηκε και κατόπιν άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία εκκρεμεί στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, και ζήτησε την αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί η σχετική απόφαση". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι "Στην κατηγορούμενη αποδίδεται ότι τέλεσε το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρθ. 25 Ν 1882/1997). Η ποινική διαδικασία σχετικά με την πράξη αυτή δεν σχετίζεται με τη διαδικασία ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και συνεπώς το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Ακολούθως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, υπέβαλε ένσταση, με την οποία ισχυριζόταν, πλην άλλων, ότι η μηνυτήρια αναφορά που έχει ασκηθεί είναι απαράδεκτη, "καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 21 §4 Ν 2523/97 δεν συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα: 1) Της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, 2) των καταδικαστικών πράξεων των ενδίκων φόρων, 3) των στοιχείων εκ των οποίων αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της επίμαχης φορολογικής εγγραφής, ούτε προκύπτει ότι αυτά υποβλήθηκαν μεταγενεστέρως". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση με την αιτιολογία ότι "..... η κατηγορία κατά της κατηγορουμένης συνίσταται σε φερόμενη παράβαση από αυτήν του αρθ. 25 Ν. 1882/1997, ήτοι της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Η ένσταση της κατηγορουμένης αναφέρεται στα ισχύοντα υπό το κράτος του Ν. 2523/97, δηλαδή τα εφαρμοζόμενα σε πράξεις φοροδιαφυγής που προβλέπονται από το νόμο εκείνο, άσχετες δηλαδή με την κατηγορία που εδώ της αποδίδεται (βλ. σχετ. ΑΠ 630/2006 ΠΧ ΝΖ/146, 842/2006 ΠΧ ΝΖ/234). Συνεπώς η ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη". Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι "'Όχι νόμιμα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δε δέχθηκε" α) το αίτημα της αναβολής της συζητήσεως της εφέσεώς της, λόγω μη εκδόσεως των αποφάσεων επί των ασκηθεισών εφέσεών της, στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο Πατρών, στο οποίο, όπως η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, εκκρεμούσαν και β) τους ισχυρισμούς της και τις ενστάσεις της ότι "η μηνυτήρια αναφορά δε συνοδευόταν από τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 και 4 Ν. 2523/1997, έγγραφα, εφόσον δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε προσφυγή (τις πρωτόδικες αποφάσεις του Διοικ. Πρωτ. Πατρών, κατέθεσε η ίδια η αναιρεσείουσα), επικυρωμένο αντίγραφο της εκθέσεως ελέγχου, επικυρωμένο αντίγραφο των καταλογιστικών πράξεων, επικυρωμένο αντίγραφο των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της ένδικης φορολογικής εγγραφής, ούτε αυτά υπεβλήθησαν μετέπειτα, η έλλειψη των οποίων καθιστά την ασκηθείσα ποινική δίωξη απαράδεκτη". Κατά την προβαλλόμενη δε από την αναιρεσείουσα αιτίαση, η προσβαλλομένη απόφαση "είναι αναιρετέα", διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αμαλιάδας, "απέρριψε τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, ως προς την αναβολή της υποθέσεως μέχρι τελεσιδικίας της αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου Πατρών, επί των εφέσεών της και ως προς τη μη προσκόμιση των απαιτουμένων εγγράφων, που να συνοδεύουν την ποινική δίωξη που ασκήθηκε". Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής διώξεως δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, ούτε η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά των πιο πάνω εγγράφων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Ε και Η του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ν. 2523/97 και της υπερβάσεως εξουσίας, λόγω μη κήρυξης της κατά της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας ποινικής δίωξης, ως απαράδεκτης, οι οποίοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω αιτιάσεων προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου σαφής και ορισμένος-και εντεύθεν παραδεκτός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των πιο πάνω αιτημάτων της αναιρεσείουσας δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση. Η περιεχόμενη δε στην αίτηση αιτίαση δε "από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι είναι χρέη που έχουν βεβαιωθεί και διώκονται με αυτή τη διάταξη" (του Ν. 1882/1997), απαραδέκτως προβάλλεται, αφού πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 4/14-12-2007 αίτηση της Χ1, κατά της 1042/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.