Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 131 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απόφαση παρεμπίπτουσα. Περίληψη: Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Το αίτημα αναβολής: το Δικαστήριο «να διατάξει να προσκομιστούν οι φωτογραφίες, στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυρας και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ATM της Τράπεζας. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διαπιστωθεί, ακόμη και αν υπάρχουν οι φωτογραφίες, πράγμα απίθανο, ότι αφορούν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που έγιναν αναλήψεις από το ATM της Τράπεζας», όπως διατυπώθηκε ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αντικειμενικώς η ταυτότητα των φωτογραφιών αυτών, ώστε το Δικαστήριο πριν αποφασίσει για το αίτημα αυτό να μπορέσει αφενός μεν να βεβαιωθεί για την ύπαρξή τους και αφετέρου να τις αξιολογήσει από αποδεικτική άποψη. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και κρείσσονες αποδείξεις, πολύ περισσότερο δε, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. ΑΡΙΘΜΟΣ 131/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. - I. T. του G., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2538/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον G. T. του K. και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG EUROBANK", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12.3.2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2.4.2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως άνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 5 του νόμου 1805/1988, όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγουμένου άρθρου
(386). Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, με την προσθήκη του άρθρου 386 Α θεσπίζεται και νέα μορφή του εγκλήματος της απάτης, διαφορετικού από εκείνο του άρθρ. 386, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται η πρόκληση πλάνης σε φυσικό πρόσωπο, ένεκα της οποίας πείθεται τούτο και προβαίνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία προκαλείται η βλάβη σε ξένη περιουσία. Το έγκλημα της απάτης με υπολογιστή του άρθρου 386 Α τελείται όταν η περιουσιακή βλάβη επέρχεται όχι με την παραπλάνηση ενός φυσικού προσώπου που είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις ή να διενεργεί έλεγχο ή να εγκρίνει ή να χορηγεί κλπ., αλλά αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό των στοιχείων του υπολογιστή, δηλαδή με την επέμβαση του δράστη κατά τον προγραμματισμό του συστήματος και την επεξεργασία των δεδομένων, σε οποιαδήποτε φάση της λειτουργίας του υπολογιστή. Έτσι δεν στοιχειοθετείται κοινή απάτη του άρθρ. 386 ΠΚ στην περίπτωση που ο δράστης επεμβαίνει ευθέως στην εξέλιξη του προγράμματος ή και στα μηχανικά μέρη του υπολογιστή και, με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος ή με την χρησιμοποίηση κατά τον προγραμματισμό του συστήματος μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων, προκαλεί αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που θα προέκυπτε από την διαδικασία της επεξεργασίας των στοιχείων και έτσι βλάπτει ξένη περιουσία προς όφελος αυτού ή τρίτου. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 του ΠΚ (προ της συμπληρώσεως και αντικαταστάσεως της παρ. 3 με τα άρθρα 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996 και 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999), "
- Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να μην έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.
- ...
- Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη της παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' του ν. 2408/1996, που ισχύει από της 4ης Ιουνίου 1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 α' και β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999 και ορίσθηκε ότι, "
- Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.)". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφαλείας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και επιπλέον σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, όντος αδιαφόρου αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Το έγκλημα δηλαδή της πλαστογραφίας, προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 15.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 Ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12-3-2012, του οποίου η ισχύς άρχισε κατ' άρθρο 110 αυτού από 2-4-2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η πλαστογραφία διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία, την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού, κατά την έννοια της ερμηνευομένης διατάξεως, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου, τον οποίο έχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή, (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου), η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια δε όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός εξ αυτών. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει και μετά τη δημοσίευσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για πλαστογραφία και απάτη με υπολογιστή, που τελέστηκε κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται να προσδιορίζονται σε αυτή και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρεται η γνώση της πρόθεσης καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων B.-Ι. T. καταδικάσθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, επί εφέσεώς του, με την αναιρεσιβαλλομένη 2538/2012 απόφασή του, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και για την πράξη της απάτης με υπολογιστή από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και κατά συγχώνευση σε ποινή φυλακίσεως πέντε
(5)ετών. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Περί το μήνα Μάιο 2006 διαπιστώθηκε από τη διεύθυνση Φυσικής Ασφάλειας της εγκαλούσας τράπεζας με την επωνυμία "Eurobank AE" ότι άγνωστοι δράστες, κατά διαστήματα, παγίδευαν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης μετρητών (ATM) υποκαταστημάτων της εγκαλούσας με αυτοσχέδιους μηχανισμούς παγίδευσης καρτών ανάληψης πελατών της. Συνήθως τέτοιες παγιδεύσεις γίνονταν σε κοντινές ημερομηνίες και για ελάχιστες ημέρες (μία ή δύο) κάθε μήνα. Ενόψει δε του ότι είχε γίνει παγίδευση του μηχανήματος ATM στο υποκατάστημα της Παλλήνης στις 28-9-2006, πιστεύοντας η ως άνω υπηρεσία της τράπεζας ότι οι δράστες, κατά τη συνήθη πρακτική τους, θα επανέλθουν στο ίδιο κατάστημα τις επόμενες ημέρες, ενημέρωσε, για το εν λόγω θέμα, το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής. Έτσι αποφασίστηκε να μεταβούν αστυνομικοί τις απογευματινές ώρες της 29-9-2006 στην περιοχή του ως άνω υποκαταστήματος και να παρακολουθούν και ελέγχουν, όσους μετέβαιναν για συναλλαγή μέσω του ATM, ενώ μέσα στο υποκατάστημα εγκαταστάθηκε ο προϊστάμενος επιχειρήσεων της ως άνω υπηρεσίας Ε. Σ., προκειμένου από το εσωτερικό αυτού να παρακολουθεί το ATM. Περί ώρα 21.45 εκείνης της ημέρας προσήλθαν στο ως άνω υποκατάστημα, στον προθάλαμο του οποίου βρισκόταν το μηχάνημα ATM, ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με το S. B. (δεύτερο κατηγορούμενο στην πρωτοβάθμια δίκη και καταδικασθέντα με την εκκαλούμενη απόφαση). Αμέσως και χωρίς να προβούν σε καμία συναλλαγή μέσω του ATM, τοποθέτησαν πάνω στο μηχάνημα αυτόματης ανάληψης (ATM) έναν αυτοσχέδιο μηχανισμό παγίδευσης και έσπευσαν να αποχωρήσουν. Όμως ο ευρισκόμενος εντός του καταστήματος Ε. Σ. αντιλήφθηκε την ενέργεια των κατηγορουμένων αυτών, ειδοποίησε τους αστυνομικούς που επιτηρούσαν το κατάστημα, οι οποίοι και τους συνέλαβαν. Ο αυτοσχέδιος μηχανισμός αποτελείτο α) από ορθογώνιο μεταλλικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο υπήρχε ηλεκτρονικός μηχανισμός, που δεν φαινόταν και είχε τη δυνατότητα αντιγραφής των στοιχείων της μαγνητικής πίστας κάθε κάρτας (πιστωτικής ή ανάληψης χρημάτων), τοποθετήθηκε δε κάτω από τον καρταναγνώστη, που υπάρχει στην είσοδο του θαλάμου που στεγάζει το ATM και β) από μία μεταλλική ράβδο, μέσα στην οποία είχαν επιμελώς εγκαταστήσει κινητό τηλέφωνο με ψηφιακή κάμερα. Η κάμερα μέσω μικρής οπής κατέγραφε τους κωδικούς αριθμούς των καρτών των πελατών της τράπεζας και τους αριθμούς πρόσβασης (PIN) στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους για ανάληψη χρημάτων κατά την πληκτρολόγηση τους. Την εν λόγω ράβδο την τοποθέτησαν κατακόρυφα προς το πληκτρολόγιο και πάνω από την οθόνη του μηχανήματος ATM, προκειμένου να καταγράφει το πληκτρολόγιο και να μην μπορεί να εντοπιστεί η μικροσκοπική οπή, από την οποία θα γινόταν η καταγραφή. Στην εσωτερική επιφάνεια της ως άνω μεταλλικής ράβδου, στο εσωτερικό της οποίας, όπως προαναφέρεται, βρισκόταν το κινητό τηλέφωνο, βρέθηκε τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος του αριστερού μεσαίου δακτύλου του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος δεν βρισκόταν στον χώρο όπου συνελήφθησαν ο πρώτος κατηγορούμενος και ο S. B.. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος εδώ κατηγορούμενος είναι γιος του πρώτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παρόντες κατηγορούμενοι μαζί με τον S. B. με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από τις πράξεις τους, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση τους και να γνωρίζει, ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων, για να αποκομίσουν από κοινού οφέλη από την παράνομη δραστηριότητα τους, προέβαιναν σε αναλήψεις χρημάτων από τα Α.Τ.Μ. της μηνύτριας με τον ακόλουθο τρόπο. Παγίδευαν τα Α.Τ.Μ. με τον ως άνω αυτοσχέδιο μηχανισμό αντιγραφής καρτών αυτόματης ανάληψης πελατών της τράπεζας, ο οποίος κατέγραφε τους κωδικούς των καρτών κατά την πληκτρολόγηση τους στο πληκτρολόγιο του Α.Τ.Μ. από τους νόμιμους κατόχους αυτών. Στη συνέχεια από κοινού ενεργώντας α) κατάρτιζαν πλαστές κάρτες ανάληψης χρημάτων, έθεταν σε αυτές μέσω σχετικού λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή τους κωδικούς που είχαν, κατά τα ανωτέρω, υποκλέψει, καθώς και τα άλλα στοιχεία της μαγνητικής πίστας των γνήσιων καρτών και β) τις τοποθετούσαν στα Α.Τ.Μ. και χρησιμοποιώντας τον κωδικό, που επίσης είχαν αντιγράψει, προέβαιναν σε αναλήψεις χρημάτων, σε χρέωση των λογαριασμών των νόμιμων κατόχων των τραπεζών. Έτσι, εμφανίζονταν στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα αυτοματοποιημένης διαδικασίας εκταμίευσης μετρητών, που είχε σχεδιαστεί να υπακούει σε εντολές των νόμιμων κατόχων των καρτών, ότι οι κατηγορούμενοι ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι των καρτών και δικαιούχοι αναλήψεων. Τη μέθοδο αυτή την χρησιμοποίησαν από κοινού, με την ως άνω εκτιθέμενη έννοια, οι κατηγορούμενοι σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται, ειδικότερα και αναλυτικά, στο διατακτικό, κατά το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 έως 28-9-2006, αποκομίζοντας, συνολικά, παράνομο περιουσιακό όφελος 72.160 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της μηνύτριας, η οποία υπέστη ισόποση ζημία, αφού αναγκάστηκε να αποζημιώσει τους πελάτες της, οι οποίοι έπεσαν θύματα της αξιόποινης δραστηριότητας των κατηγορουμένων. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται α) από την κατάθεση με λόγο γνώσης του μάρτυρα Ε. Σ. ότι, δηλαδή, αναγνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο, το οποίο μαζί με τον συγκατηγορούμενό του S. B., τοποθέτησε τον αυτοσχέδιο μηχανισμό στο ATM του υποκαταστήματος Παλλήνης στις 29-9-2006, β) από την κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του αστυνομικού Μ. Β., ο οποίος συνέλαβε τους ανωτέρω μετά από ειδοποίηση του Ε. Σ. μετά την απομάκρυνση τους από την τράπεζα και αφού παρέμειναν κοντά στο μηχάνημα και οι δύο επί πέντε περίπου λεπτά (τα πρακτικά του οποίου αναγνώστηκαν), γ) από την από 22-6-2007 έκθεση δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης, με βάση την οποία βρέθηκε στην εσωτερική επιφάνεια της μεταλλικής ράβδου του αυτοσχέδιου μηχανικού δακτυλικό αποτύπωμα του δεύτερου κατηγορουμένου, η ύπαρξη του οποίου δεν δικαιολογήθηκε από τον τελευταίο. Το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής δεν αναιρείται από το αντίθετο (συμπέρασμα) της ως άνω έκθεσης δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης του Ρουμάνου πραγματογνώμονα G. P., η οποία διενεργήθηκε με παραγγελία του δεύτερου κατηγορουμένου, ενόψει του ότι διενεργήθηκε με βάση αντίγραφα τύπου xerox των γνησίων εγγράφων, τα οποία του απέστειλε ο κατηγορούμενος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στα εικονογραφικά των εγγράφων που του στάλθηκαν ταχυδρομικά δεν περιέχονται αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία με βάση τα οποία να γίνει ταύτιση του δακτύλου του ατόμου, που το έχει δημιουργήσει και δ) την χρήση του ίδιου αυτοσχέδιου μηχανισμού σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι είχε έλθει στην Ελλάδα πριν από λίγες ώρες στην Ελλάδα και ότι τυχαία βρέθηκε στον χώρο της σύλληψης του δεν είναι πειστικός, ενόψει της σαφούς αναγνώρισης του, κατά τα προαναφερόμενα, από τους μάρτυρες. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του για διακοπή από ετών προσωπικών σχέσεων με τη σύζυγο και γιο του και δεύτερο κατηγορούμενο, ενόψει της αδυναμίας αιτιολογίας της ύπαρξης του δακτυλικού αποτυπώματος του τελευταίου στον αυτοσχέδιο μηχανισμό, που αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) τοποθέτησε λίγη ώρα πριν συλληφθεί. Από δε την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης με υπολογιστή και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη των εγκλημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, α) πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ και β) απάτης με υπολογιστή κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες με υπολογιστή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να γίνει δεκτό, όπως και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τον χρόνο που τέλεσαν τις ως άνω πράξεις, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (ΠΚ 84 παρ. 2 α). Αντίθετα ο αυτοτελής ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ, είναι, απορριπτέος ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού η κατά τη διάρκεια κράτησης του, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση του στη φυλακή, δεν συνιστά καθ' εαυτή την ελαφρυντική περίσταση της εν λόγω διάταξης, γιατί η καλή συμπεριφορά στη φυλακή επιβραβεύεται από την έννομη τάξη με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, ενώ ως καλή συμπεριφορά, κατά τη διάταξη αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά μόνο εκείνη του εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, γιατί τότε μόνο η επιλογή του κατηγορουμένου αντανακλά τη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσης του". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με τις σκέψεις αυτές κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα του ότι: "Στο Ν. Κόσμο Αττικής, στην Παλλήνη Αττική και στα Μελίσσια Αττικής, το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 29-9-2006, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, και ειδικότερα: 1) Στο N. Κόσμο Αττικής το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 μέχρι 28-9-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκαναν χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων, την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στο Ν. Κόσμο Αττικής, τόπο κατοικίας των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων, από κοινού με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, κατήρτισαν από την αρχή πλαστές κάρτες (πιστωτικές και ανάληψης χρημάτων) και ειδικότερα τις υπ' αριθ. ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων), ... (πιστωτική κάρτα), ... (πιστωτική κάρτα), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης μετρητών), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης), ... (πιστωτική κάρτα και κάρτα ανάληψης χρημάτων) και ... (κάρτα ανάληψης χρημάτων) κάρτες, οι οποίες αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ, γ' ΠΚ και εκδίδονται μόνο από πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), θέτοντας σε ειδικό πλαστικοποιημένο χαρτί με ειδικό προς τούτο μηχάνημα τους παραπάνω κωδικούς, οι οποίοι είχαν χορηγηθεί από την τράπεζα Eurobank, έτσι ώστε να αναγνωρίζονται από το μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (Α.Τ.Μ.), στη συνέχεια δε έκαναν χρήση αυτών τοποθετώντας αυτές στα μηχανήματα ATM των υποκαταστημάτων της ανωτέρω τράπεζας με σκοπό να επηρεάσουν το αυτοματοποιημένο ηλεκτρονικό σύστημα που επέτρεπε τις αναλήψεις μετρητών από ATM, επενεργώντας στο ηλεκτρονικό τους πρόγραμμα και επεμβαίνοντας στα στοιχεία του ελέγχοντος αυτό υπολογιστή ως προς το γεγονός ότι οι κάρτες αυτές είναι γνήσιες και ότι αυτοί ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι τους και ακολούθως να προβούν στην ανάληψη από τα πιο πάνω μηχανήματα των αναφερόμενων στην κατωτέρω υπό στοιχ. 2 πράξη χρηματικών ποσών, συνολικού ποσού 72.160 ευρώ, βλάπτοντας αντιστοίχως ισόποσα την περιουσία της ανωτέρω τράπεζας. Την παραπάνω πράξη τους οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της, προκύπτει σταθερή ροπή τους για διάπραξη της, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. 2) Στην Παλλήνη Αττικής και στα Μελίσσια Αττικής το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 28-9-2006, με περισσότερες, πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενεργώντας από κοινού α) με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή επεμβαίνοντας κατά την εφαρμογή του προγράμματος αυτού και β) έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της απάτης με υπολογιστή, δηλαδή με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψουν ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή με επέμβαση κατά την εφαρμογή του προγράμματος αυτού, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του παραπάνω κακουργήματος, η πράξη τους, όμως, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησης του, την πράξη τους δε αυτή τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000. ευρώ. Ειδικότερα, στην Παλλήνη Αττικής και στα Μελίσσια Αττικής το χρονικό διάστημα από 21-5-2006 μέχρι 28-9-2006, μετά από συναπόφασή τους με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος κατασκεύασαν και οι τρεις έναν αυτοσχέδιο, μηχανισμό αντιγραφής πιστωτικών καρτών και καρτών ανάληψης χρημάτων (skimming), στη συνέχεια δε και οι τρεις κατηγορούμενοι προέβαιναν σε παράνομες αναλήψεις χρηματικών ποσών αφού πρώτα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι G. T. και S. B., με τις οδηγίες του τρίτου κατηγορουμένου B.-Ι. T., υιού του πρώτου κατηγορουμένου, παγίδευαν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης χρημάτων των υποκαταστημάτων Παλλήνης και Μελισσιών της τράπεζας Eurobank, τοποθετώντας τον ως άνω αυτοσχέδιο μηχανισμό αντιγραφής πιστωτικών καρτών, και καρτών αυτόματης ανάληψης χρημάτων πελατών των υποκαταστημάτων αυτών, ο οποίος έφερε μη ορατό ηλεκτρονικό σύστημα μέσω του οποίου αντέγραφε τα στοιχεία της μαγνητικής πίστας κάθε κάρτας και ασύρματη ψηφιακή φωτογραφική κάμερα, η οποία κατέγραψε τους κωδικούς (ΡΙΝ) των καρτών κατά την πληκτρολόγηση τους στο πληκτρολόγιο. του μηχανήματος ΑΤΜ από τους νομίμους κατόχους των καρτών. Στην συνέχεια και οι τρεις κατηγορούμενοι από κοινού κατήρτιζαν πλαστές πιστωτικές κάρτες και κάρτες ανάληψης χρημάτων από μηχανήματα ATM θέτοντας, επ' αυτών μέσω σχετικού λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή τους υποκλαπέντες αριθμούς και τα λοιπά στοιχεία της μαγνητικής πίστας των αντίστοιχων γνησίων καρτών και αφού τοποθετούσαν τις πλαστές αυτές κάρτες στα μηχανήματα ATM των ως άνω υποκαταστημάτων και πληκτρολογούσαν τους αντίστοιχους υποκλαπέντες αριθμούς PIN των νομίμων κατόχων αυτών προέβαιναν σε αναλήψεις μετρητών μέσω της αυτοματοποιημένης διαδικασίας ανάληψης μετρητών από τα μηχανήματα ATM της παθούσας τράπεζας σε χρέωση των σχετικών λογαριασμών που τηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα οι νόμιμοι κάτοχοι των γνησίων καρτών ανάληψης χρημάτων, εμφανίζοντας στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα αυτοματοποιημένης διαδικασίας εκταμίευσης μετρητών, που είχε σχεδιαστεί να υπακούει σε εντολές των εμφανιζομένων (δια της εισαγωγής τους στο ATM) ως νομίμων κατόχων των κατ' ιδίαν καρτών, ότι αυτοί (κατηγορούμενοι) ήταν οι νόμιμοι κάτοχοι των εν λόγω καρτών και δικαιούνταν σε ανάληψη. Με τον τρόπο αυτό κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα προέβησαν στις εξής παράνομες πράξεις: i) παγίδευσαν κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο το με κωδικό S1A09801 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (ATM) του ευρισκομένου στην Παλλήνη Αττικής υποκαταστήματος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Eurobank AE" και, αφού αντέγραψαν τα στοιχεία και τους κωδικούς ΡΙΝ 1) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Ρ., 2) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Κ. Δ., 3) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Β. Ζ., 4) Της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Μ., 5) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Ζ. Λ., 6) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Π. Μ., 7) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Θ. Π., 8) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Α. Τ. και 9) της κάρτας με στοιχεία κατόχου Π. Κ., κατήρτισαν κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο, αντίστοιχες πλαστές κάρτες, με τη χρήση των οποίων προέβησαν μέσω του ως άνω μηχανήματος ATM την 21-5- 2006 στην ανάληψη 16.000 ευρώ, την 12-8-2006 στην ανάληψη 1.140 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 2.110 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 6.000 ευρώ, την 15-8-2006 στην ανάληψη 800 ευρώ, την 1-9-2006 στην ανάληψη 9.840 ευρώ, την 1-9-2006 στην ανάληψη 3.790 ευρώ, την 2-9-2006 στην ανάληψη 6.000 ευρώ και την 28-9-2006 στην ανάληψη 2.000 ευρώ αντίστοιχα, και ii) παγίδευσαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο το με κωδικό S1A05301 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων (ATM) του ευρισκόμενου στα Μελίσσια Αττικής υποκαταστήματος της ανωτέρω τράπεζας και αφού αντέγραψαν τα στοιχεία και τους κωδικούς Ρ1Ν 1) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Γ. Σ., 2) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Ι. Μ., 3) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Π. Μ. και 4) της κάρτας ... με στοιχεία κατόχου Κ. Φ., κατήρτισαν, κατά τον προπεριγραφόμενο τρόπο, αντίστοιχες πλαστές κάρτες με τη χρήση των οποίων προέβησαν μέσω του ως άνω μηχανήματος ATM την 11-6-2006 στην ανάληψη 7.990 ευρώ, την 11-6-2006 στην ανάληψη 11.580 ευρώ, την 11-6-2006 στην ανάληψη 4.570 ευρώ και την 18-8-2006 στην ανάληψη 340 ευρώ αντίστοιχα. Με τις πράξεις τους αυτές αποκόμισαν, παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 72.160 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της ως άνω παθούσα Τράπεζας, β) στην Παλλήνη Αττικής το χρονικό διάστημα από 20-5-2006 μέχρι 23-5-2006 από κοινού επιχείρησαν να επηρεάσουν το με κωδικό S1A09801 μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων του υποκαταστήματος Παλλήνης της τράπεζας Eurobank τοποθετώντας τον ανωτέρω αναφερόμενο μηχανισμό παγίδευσης (skimming), δεν ολοκλήρωσαν όμως την πράξη τους από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέληση τους, και ειδικότερα, διότι έγιναν αντιληπτοί από τους υπαλλήλους της Διεύθυνση Ασφαλείας της ανωτέρω τράπεζας και αποχώρησαν. Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παραπάνω πράξεις τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης τους προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση τους σταθερή ροπή τους για διάπραξη τους, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι το χρόνο που έγινε η πράξη έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.) Απορρίπτει αίτημα περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ. στον 2° κατηγορούμενο". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ και της απάτης με υπολογιστή από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι ειδικότερες σε αυτούς αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον, κατ' εκτίμηση, ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως και ότι, παρά την έλλειψη πειστηρίων που να συνδέουν τον αναιρεσείοντα με την πράξη και με στήριξη της περί ενοχής κρίσεως μόνο στην έκθεση δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης, κηρύχθηκε ένοχος των άνω πράξεων, ενώ έπρεπε το δικαστήριο να μην αρκεσθεί μόνον στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη αλλά να διατάξει να εμφανισθούν οι πραγματογνώμονες, το πόρισμα των οποίων δεν συμφωνεί με την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του G. P. που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Περαιτέρω η απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για κρείσσονες αποδείξεις, ειδικότερα δε το αίτημά του, το Δικαστήριο "να διατάξει να προσκομιστούν οι φωτογραφίες, στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυρας και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ΑΤΜ της Τράπεζας Eurobank. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να διαπιστωθεί, ακόμη και αν υπάρχουν οι φωτογραφίες, πράγμα απίθανο, ότι αφορούν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που έγιναν αναλήψεις από το ΑΤΜ της Τράπεζας". Το αίτημα αναβολής, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει αντικειμενικώς η ταυτότητα των φωτογραφιών αυτών, ώστε το Δικαστήριο πριν αποφασίσει για το αίτημα αυτό να μπορέσει να βεβαιωθεί για την ύπαρξή τους, ακόμη περισσότερο αφού ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίσθηκε σαφώς ότι υπάρχουν και να τις αξιολογήσει από αποδεικτική άποψη. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης και κρείσσονες αποδείξεις, πολύ περισσότερο δε, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Το Δικαστήριο, παρά ταύτα, μετά την ανάγνωση των εγγράφων και την εξέταση των μαρτύρων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι: "Το αίτημα του δευτέρου από τους κατηγορουμένους να διαταχθεί από το Δικαστήριο να προσκομιστούν οι φωτογραφίες στις οποίες αναφέρεται ο παρών μάρτυς (Ε. Σ.) και στις οποίες ισχυρίζεται ότι είδε τους δύο παρόντες κατηγορουμένους σε δράση στα ATM της τράπεζας Eurobank, είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Και τούτο, γιατί στα έγγραφα, που έχουν κατασχεθεί δεν περιλαμβάνονται και φωτογραφίες που να απεικονίζουν τους παρόντες κατηγορουμένους, παρά μόνον του κατηγορουμένου και μη διαδίκου S. B. και επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα να προσκομιστούν". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να δοθεί τέτοια αναβολή, με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, διότι εδέχθη ότι στα έγγραφα, που έχουν κατασχεθεί δεν περιλαμβάνονται και φωτογραφίες που να απεικονίζουν τους παρόντες κατηγορουμένους, παρά μόνον τον κατηγορούμενο και μη διάδικο S. B. και, επομένως, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να προσκομισθούν, δηλαδή ότι απεδείχθη ότι δεν υπάρχουν φωτογραφίες που να απεικονίζουν και τον αναιρεσείοντα. Επομένως, ο πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 6/23.1.2012 αίτηση του αναιρεσείοντος B.-Ι. T., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2538/2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ