← Ελλάδα

ΑΠ 1315/2012 — Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Ληστεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1315 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας, Απόπειρα, Ληστεία. Περίληψη: Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για θετική υπέρβαση εξουσίας, λόγω χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με το να του επιβληθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ποινή κάθειρξης 5 ετών, για απόπειρα ληστείας, καίτοι δεν του είχεν επιβληθεί καμία ποινή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την πράξη αυτή. ΑΡΙΘΜΟΣ 1315/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρούνια, περί αναιρέσεως της 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1220/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2, 499, 502 παρ.2 και 523 επ. του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εάν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης επί όλων των κεφαλαίων αυτής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής είναι καθολικό, διότι μεταβιβάζεται η υπόθεση στο σύνολό της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση από την αρχή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να αποσαφηνίσει ή συμπληρώσει τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, υπό τον περιορισμό μόνον του άρθρου 470 του ΚΠΔ, ήτοι της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, δίνοντας μάλιστα, εάν συντρέχει περίπτωση, και τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε η υπέρ αυτού, δε μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτοδίκως, έστω και εσφαλμένα. Έτσι, επί συρροής δύο εγκλημάτων, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε εσφαλμένα μία ποινή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δε μπορεί σύμφωνα με την άνω διάταξη να επιβάλει δύο ποινές. Επίσης, είναι ανεπίτρεπτη η επιβολή το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο νέας ποινής, έστω και αν εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε, από παραδρομή παραλείψει να επιβάλει ποινή για μία πράξη που είχε καταγνώσει ενοχή. Όμως, τέτοια χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου δε δημιουργείται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι, υπό τα αυτά δεκτά γενόμενα και πρωτοδίκως πραγματικά περιστατικά, η πράξη τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και όχι κατά συρροή, εφόσον η υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβληθείσα ποινή είναι ίση ή μικρότερη από την πρωτοδίκως επιβληθείσα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη 224/2011 απόφασή του, υπερέβη την εξουσία του με την μορφή της νομικής χειροτερεύσεως της θέσης του, καθόσον ενώ τον αθώωσε για τα λοιπά εγκλήματα και για τετελεσμένη ληστεία, τον καταδίκασε μόνον για το αδίκημα της απόπειρας ληστείας και του επέβαλε, το πρώτον όμως, μία νέα ποινή κάθειρξης πέντε ετών, ενώ το πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, έστω εσφαλμένα, είχεν παραλείψει να του επιβάλει οιαδήποτε ποινή για την άνω πράξη της απόπειρας ληστείας. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του παραπάνω προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου: α) Το αιτιολογικό της πρωτόδικης 427/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ως εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία κάθε κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, όσον αφορά στον πρώτο κατηγορούμενο Β. Μπουραζάνα αποδείχθηκαν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της απόφασης αυτής που εκόντως αναφερόμενες στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της απόφασης αυτής πράξεις, τα υποκειμενικά και αντικειμενικά τους στοιχεία. Οι καταθέσεις των απολειπομένων μαρτύρων Χ. και Κ., τόσο προανακριτικά, όσο και ανακριτικά οι οποίες διαβάστηκαν με συναίνεση των κατηγορουμένων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας για την τέλεση των πράξεων από τον πρώτο κατηγορούμενο τον οποίο αναγνώρισαν και οι δύο ως άνω μάρτυρες, δεδομένου ότι ήταν άτομο γνωστό σ' αυτούς, και στον μεν πρώτο (μάρτυρα) από παλαιότερες προσαγωγές του α' κατηγορουμένου στην ασφάλεια, που τις είχε διενεργήσει ο ίδιος μάρτυρας, ο οποίος μάλιστα δηλώνει με σαφήνεια ότι ο α' κατηγορούμενος ομολόγησε τις πράξεις του, προανακριτικά, χωρίς να πιεστεί από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα και στον δεύτερο (μάρτυρα), λόγω των συχνών επισκέψεων του εν λόγω κατηγορουμένου σε συνεργείο μοτοποδηλάτων, που βρισκόταν πλησίον της οικίας του και λόγω του ότι στενά συγγενικά πρόσωπα του κατηγορουμένου διαμένουν πλησίον οικίας της μητέρας του. Επομένως, ο κατηγορούμενος αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όλων των αναφερομένων στο κατηγορητήριο πράξεων με την αποδειχθείσα ελαφρ. περ. του άρθρ. 84§2ε' ΠΚ". Με την ίδια 427/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Στις 11-2-2001, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, ήτοι χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει (από αυτόν) ξένο ολικά κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μια τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα και αφού μετέβη επί της οδού ... επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό του καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά. Β) Στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Ειδικότερα και ενώ επιχείρησε βίαια να αφαιρέσει την τσάντα της παραπάνω παθούσας, την έσυρε στο οδόστρωμα κρατώντας την από την τσάντα και σε απόσταση τριάντα

(30)μέτρων με αποτέλεσμα να της προξενήσει κακώσεις μαλακών μορίων, ερυθρότητα του δέρματος της έξω επιφάνειας του αριστερού μηρού και αριστερού άκρου ποδός της αριστερής ωμοπλάτης και της έξω επιφάνειας του αριστερού βραχίονα. Γ) Κατά τον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο με πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα. Ειδικότερα και ενώ έσερνε στο οδόστρωμα την παραπάνω παθούσα καταστράφηκαν το παλτό της, το δερμάτινο γιλέκο, το παντελόνι, τα παπούτσια και η τσάντα της συνολικής αξίας 180.000 δραχμών περίπου. Δ) Στις 20-1-2001 χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον άλλου προσώπου αφήρεσε από αυτόν ξένο ολικά κινητό πράγμα. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο οδηγώντας το δίκυκλο μοτ/το ιδιοκτησίας του, τράβηξε και απέσπασε την τσάντα της Β. Γ. που περιείχε ατομικά της έγγραφα. Ε) Στον ίδιο τόπο και χρόνο προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση. Ειδικότερα και στην προσπάθειά του να αφαιρέσει την τσάντα έριξε την παραπάνω στο οδόστρωμα, την έσυρε για περίπου πέντε μέτρα και χτύπησε έτσι ελαφρά στο κεφάλι. ΣΤ) Στις 23-3-2000 αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, διαπράττει δε κλοπές ή ληστείες κατ' "επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο και ενώ οδηγούσε το δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του, αυτός άρπαξε από το καλάθι του ποδηλάτου που οδηγούσε η Δ. Λ. - Γ. την τσάντα της που περιείχε ένα φάκελο με συμβόλαιο, δύο πορτοφόλια σε 50.000 δραχμές, ένα βιβλιάριο καταθέσεων, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ERICSSON και τα κλειδιά του σπιτιού της. Ζ) Στις 19-1-2001 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφήρεσε την τσάντα της Α. Κ. που περιείχε ένα πορτοφόλι με 20.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Η) Στις 19-8-2000 και ενώ επέβαινε με μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφήρεσε την τσάντα περιείχε ένα πορτοφόλι με 14.000 δραχμές. Θ) Στις 18-7-2000 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφαίρεσε την τσάντα της Α. Μ. που περιείχε 30.000 δραχμές ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ και λοιπά έγγραφα. Ι) Στις 9-5-2000 και ενώ επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός αφαίρεσε την τσάντα της Φ. Μ. και περιείχε 30.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Κ) Στις 1-6-2000 που επέβαινε σε μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ίδιος αφήρεσε την τσάντα της Αθηνάς Αντωνίου που περιείχε 30.000 δραχμές και λοιπά έγγραφα. Από την επανειλημμένη τέλεση των παραπάνω πράξεων προκύπτει αφενός μεν σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, αφετέρου δε σταθερή ροπή του για την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο 1ος κατηγορούμενος Β. Μ. συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (αρ. 84 παρ.2ε' Π.Κ.)". Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινές, με αιτιολογικό και διατακτικό που έχουν, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια απόφαση, ως εξής: "Επειδή οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 94 παρ.1, 83, 98, 308 παρ.1α, 381 παρ.1, 380 παρ.1, 374 περ.δ' σε συνδ. με άρθρο 372 παρ.1α του ΠΚ, κλπ, .... καταδικάζει τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος σε ποινή κάθειρξης έξι
(6)ετών για την ληστεία και ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών για την κλοπή, ενός
(1)έτους για τη σωματική βλάβη και έξι
(6)μηνών για τη φθορά και επιβάλλει συνολική ποινή κάθειρξης επτά
(7)ετών και έξι
(6)μηνών". β) Το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, έχει ως εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, καθώς και των λοιπών εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, Β. Μ., στα Τρίκαλα, περί την 11η νυκτερινή ώρα της 11ης Φεβρουαρίου 2001 έχοντας αποφασίσει την εκτέλεση κακουργηματικής πράξης και συγκεκριμένα να χρησιμοποιήσει σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει από αυτό ξένο ολικά γι' αυτόν κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μία τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα μετέβη στην οδό ... της πόλης των Τρικάλων, όπου επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια, χωρίς όμως να επιτύχει τον σκοπό του, καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά. Τα παραπάνω προκύπτουν από το όλο αποδεικτικό υλικό και κυρίως τις μαρτυρικές καταθέσεις των Σ. Κ. και Σ. Χ., που είναι ιδιαιτέρως πειστικές και ουδεμία αμφιβολία καταλείπουν για την προαναφερθείσα εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Το περιεχόμενο των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων δεν αναιρείται ούτε ανατρέπεται από αυτό των καταθέσεων των λοιπών, που δεν ήσαν παρόντες κατά το χρόνο και τόπο της ληστρικής απόπειρας που αποδίδεται στον παρόντα κατηγορούμενο. Αντίθετα οι προαναφερθέντες μάρτυρες, Σ.Κ. και Σ. Χ., είναι παρόντες στον τόπο και χρόνο της απόπειρας ληστείας που διέπραξε ο κατηγορούμενος εις βάρος της πρώτης από αυτού5και αναγνώρισαν τον κατηγορούμενο. Πρέπει, λοιπόν, να κηρυχθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος ένοχος για την ως άνω απόπειρα ληστείας και να αναγνωρισθεί σ' αυτόν η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. εφόσον αυτός επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της παραπάνω πράξης συμπεριφέρθηκε καλά μέσα στην κοινωνία. Αναφορικά με τις λοιπές πράξεις, ληστείας, και διακεκριμένων κλοπών, δεν υπήρξαν ικανά αποδεικτικά στοιχεία, που να στοιχειοθετούν τις νομοτυπικές τους μορφές και να συνδέουν αυτές με τον εν λόγω κατηγορούμενο και πρέπει μετά από αυτά ο τελευταίος να κηρυχθεί αθώος των κατηγοριών αυτών. Τέλος, σχετικά με τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις σωματικών βλαβών και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη του ως άνω κατηγορουμένου, εφόσον γi' αυτές ως έχουσες πλημμεληματικό χαρακτήρα το αξιόποινο εξαλείφθηκε με την παραγραφή (308 παρ.1, 381 παρ.1 και 111-113 του ΠΚ)". Από την ίδια προσβαλλόμενη 224/2011 απόφαση του δευτεροβαθμίου Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος κηρύχθηκε ένοχος μίας μόνον πράξης, της απόπειρας ληστείας και δη του ότι: "Στις 11-02-2001 στα Τρίκαλα, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, ήτοι χρησιμοποιώντας σωματική βία εναντίον προσώπου με σκοπό να αφαιρέσει (από αυτόν) ξένο ολικά κινητό πράγμα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης και ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο έχοντας ήδη αποφασίσει να αφαιρέσει μία τσάντα από οποιαδήποτε γυναίκα και αφού μετέβη επί της οδού ... επιβαίνοντας σε δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π. Σ., ενώ ο ίδιος ήταν συνεπιβάτης, έπιασε με τα χέρια του την τσάντα που έφερε στον αριστερό της ώμο η Σ. Κ. και προσπάθησε να της την αφαιρέσει τραβώντας την βίαια, χωρίς όμως να επιτύχει το σκοπό του, καθόσον η ως άνω παθούσα αντέδρασε κρατώντας την σφικτά", και κηρύχθηκε αθώος όλων των λοιπών πράξεων και του επιβλήθηκε μία ποινή κάθειρξης πέντε ετών για την απόπειρα ληστείας. Από όλες τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Λάρισας αναμφίβολα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, εισαχθείς σε δίκη, για μία ληστεία και για μία απόπειρα ληστείας, για έξι διακεκριμένες κλοπές, για μία απλή σωματική βλάβη και για μία φθορά ξένης ιδιοκτησίας, με συμπέρασμα του αιτιολογικού ότι πρέπει ο κατηγορούμενος Β. Μ. "να κηρυχθεί ένοχος όλων των αναφερομένων στο κατηγορητήριο πράξεων, αθώοι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι", πράγματι με το διατακτικό κηρύσσεται ένοχος όλων των αποδιδομένων σε αυτόν ως παραπάνω πράξεων και ειδικότερα της υπό στοιχεία Α' του διατακτικού απόπειρας ληστείας και της υπό στοιχεία Δ' του διατακτικού τετελεσμένης ληστείας. Και ναι μεν στην επικεφαλίδα του διατακτικού αναφέρει ότι τον κηρύσσει ένοχο "του ότι με περισσότερες από μία πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα του ενός εγκλήματα" και συγκεκριμένα, τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι και Κ, αυτό όμως το αναφέρει λόγω των παραπάνω πολλών αληθώς συρρεόντων εγκλημάτων (κλοπών, σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας) και δεν αναφέρει από παραδρομή ταυτόχρονα και την πανηγυρική φράση του άρθρου 98 του ΠΚ, όσον αφορά τη ληστεία και την απόπειρα ληστείας, ότι συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος. Όμως, στο περαιτέρω αιτιολογικό του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σαφώς αναφέρει το άρθρο 42 παρ.1 του ΠΚ, που προβλέπει την απόπειρα και το παραπάνω άρθρο 98 του ΠΚ, που προβλέπει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα και κατά την επιμέτρηση των ποινών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως είχε διακριτική ευχέρεια, επέβαλε επομένως για τις πράξεις της ληστείας, και της απόπειρας ληστείας, μία ποινή κάθειρξης έξι ετών. Όταν δε στο διατακτικό ορίζει ότι επιβάλλει ποινή κάθειρξης έξι ετών " για τη ληστεία", όπως επίσης φυλάκιση δύο ετών "για την κλοπή", ενώ έχει καταδικάσει τον κατηγορούμενο για έξι κλοπές, προδήλως εκφράστηκε στενά και εννοεί για τη ληστεία και για την απόπειρα ληστείας, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (τετελεσμένου και σε απόπειρα) και προδήλως προκύπτει ότι επέβαλε μία μόνον ποινή για την ληστεία και για την απόπειρα της ληστείας, για την οποία και είχε κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο. Όταν περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, δικάζον κατ' έφεση του κατηγορουμένου, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος "ένοχος δύο ληστειών και των κλοπών", κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο της πράξεως της τετελεσμένης ληστείας και ένοχο μόνο για την πράξη της απόπειρας ληστείας (και αθώο των έξι κλοπών και έπαυσε την ποινική δίωξη για τη σωματική βλάβη και για τη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, λόγω παραγραφής), και περαιτέρω του επέβαλε, μετά εισαγγελική πρόταση, για την απόπειρα αυτή ληστείας, που κηρύχθηκε ένοχος, ποινή κάθειρξης πέντε ετών, μικρότερη των έξι ετών, που του είχεν επιβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το ίδιο έγκλημα, κατ' εξακολούθηση, (ληστείας και απόπειρας ληστείας), δεν επέβαλε το πρώτον ποινή, για πράξη που δεν είχε επιβάλλει ποινή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού είχεν επιβληθεί πρωτοδίκως ορθά και σύμφωνα με το αναφερθέν στην απόφαση άρθρο 98 του ΠΚ, μία ποινή ομού για τη ληστεία και για την απόπειρα ληστείας. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη ως παραπάνω απόφασή του, με το να επιβάλει ποινή για την πράξη της απόπειρας ληστείας, που κήρυξε ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου και δεν υπερέβη θετικά τη εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, ο μοναδικός συναφής λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου παραδεκτού αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 9/12-5-2011 αίτηση του Β. Μ. του Δ., περί αναιρέσεως της 224/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.