Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1331 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αποφάσεως διόρθωση. Περίληψη: Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. 386 παρ. 1 β΄ ΠΚ. Έννοια (ΑΠ 2151/2006).
- Ουδεμία απόλυτη ή σχετική μη καλυφθείσα ακυρότητα του προσδιορισμού δικασίμου και της διαδικασίας επήλθε και ο σχετικός από τα άρθρα 17 Β΄ παρ. 8, 9, 10 Ν. 1756/1988, 171 παρ. 1 εδ. Β΄, Δ΄, 174 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Β΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι νόμιμα προσδιορίσθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση στην άνω δικάσιμο της 27-2-2008, που ήδη είχε γίνει η κλήρωση των συνθέσεων, λόγω του επικείμενου κινδύνου παραγραφής του δικαζόμενου πλημμελήματος και το δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας του προσδιορισμού δικασίμου, σημειώνοντας μάλιστα ότι η αιτιολογημένη ως άνω πράξη προσδιορισμού του αρμοδίου εισαγγελέα, με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως στο ήμισυ, έγινε, κατ' άρθρον 169 παρ. 1 του ΚΠΔ, λόγω επικειμένου κινδύνου παραγραφής στις 6-3-2008, και αναγράφεται και στο σχετικό αποδεικτικό κλητεύσεως του κατηγορουμένου.
- Οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 β΄ του ΠΚ, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Διότι προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε από την παραπλανηθείσα ΕΚ, σε τι συνίσταται η βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος Σωματείου ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, το μέγεθος αυτής, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πώς επήλθε η περιουσιακή ζημία αυτή και εκτίθεται ακόμη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και της επελθούσας βλάβης,
- Συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις διορθώσεως της άνω αποφάσεως, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βασίμου της κρινόμενης αυτοτελούς αιτήσεως διορθώσεως του κατηγορουμένου, διότι από το προσκομιζόμενο σε επίσημο ακριβές φωτοαντίγραφο του εξωτερικού φύλλου της οικείας δικογραφίας, που επικυρώνει για την ακρίβεια του η αρμοδία γραμματέας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι υπάρχει κατά τη δημόσια δημοσίευση της όλης αποφάσεως του δικαστηρίου χειρόγραφη αναγραφή του διευθύνοντος τη συζήτηση προεδρεύοντος εφέτη που φέρει ημερομηνία και υπογραφή αυτού και ορίζει, πλην άλλων, την ενοχή, την επιβληθείσα ποινή των δύο ετών φυλακίσεως και τη φράση, "αναστέλλει επί τριετία" και ουδόλως ορίζει περί μετατροπής της ίδιας ποινής, όπως από προφανή παραδρομή εκ των υστέρων ανεγράφη κατά την καθαρογραφή των πρακτικών της αποφάσεως (ΑΠ 240, 2150/2002). Απορρίπτει. Διορθώνει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Αριθμός 1331/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Θεόδωρο Ζευκιλή και Αδάμ Παπαδαμάκη, περί Α) αναιρέσεως της 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) συμπληρώσεως της ως άνω αποφάσεως. Με πολιτικώς ενάγοντα το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών -ΚΕΠΚΑ, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί α) την αναίρεση της ως άνω αιτήσεως για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 11 Φεβρουαρίου 2009 προσθέτους λόγους καθώς και β) την συμπλήρωσή της με την από 20 Μαΐου 2008 αίτηση περί συμπληρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 663/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 Β παρ. 8,9,10 του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΚΔΛ), ορίζεται "απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή ν' αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποίαν έχει γίνει κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ'εξαίρεση επιτρέπεται: α) ο προσδιορισμός 1) αν συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, ...(παρ. 8). Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογραφιών (παρ. 9). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10)". Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος εισήχθη σε δίκη σε δεύτερο βαθμό, για να υποστηρίξει έφεσή του, μετ'αναίρεση της προεκδοθείσας καταδικαστικής με αριθ. 2061/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το αδίκημα της απάτης με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 386 παρ.1 β ΠΚ), φερόμενο ως τελεσθέν στις 6-3-2000, ήτοι υποπίπτον, λόγω μεσολαβήσασας τριετούς αναστολής κατά την κύρια διαδικασία, στην οκταετή παραγραφή στις 6-3-
- Από το προσκομιζόμενο ακριβές επίσημο φωτοαντίγραφο του πρώτου φύλλου του φακέλου της σχετικής δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αρμόδιος Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης Κων/νος Γκίκας, λόγω της επικείμενης παραγραφής, προσδιόρισεν μετά την αναίρεση, ως νέα δικάσιμο την 27-2-2008 και με την από 11-2-2008 πράξη του, επί του φακέλου της οικείας δικογραφίας, που φέρει ημερομηνία και υπογραφή του και σαφή και επαρκή αιτιολογία, τον προβλεπόμενο και από το νόμο κίνδυνο παραγραφής, προέβη, κατ'άρθρον 169 παρ.1 του ΚΠοινΔ, σε σύντμηση των προθεσμιών κλητεύσεων στο ήμισυ, λόγω "παραγραφής και σε γνωστής συνθέσεως", όπως σημειώνεται, δικαστήριο, αφού είχε ήδη γίνει η αναγκαία κατά το νόμο κλήρωση των συνθέσεων του άνω Εφετείου για το μήνα Φεβρουάριο του
- Επομένως, νόμιμα προσδιορίσθηκε η υπόθεση στην άνω δικάσιμο της 27-2-2008, που ήδη είχε γίνει η κλήρωση των συνθέσεων, λόγω του επικείμενου κινδύνου παραγραφής του δικαζόμενου πλημμελήματος και το δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα εκ μέρους του συνηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου ένσταση ακυρότητας του προσδιορισμού δικασίμου, σημειώνοντας μάλιστα ότι η αιτιολογημένη ως άνω πράξη προσδιορισμού του αρμοδίου εισαγγελέα, με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως στο ήμισυ, έγινε λόγω επικειμένου κινδύνου παραγραφής στις 6-3-2008, και αναγράφεται και στο σχετικό αποδεικτικό κλητεύσεως του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ουδεμία απόλυτη ή σχετική μη καλυφθείσα ακυρότητα του προσδιορισμού δικασίμου και της διαδικασίας επήλθε και ο σχετικός από τα άρθρα 17 Β παρ. 8,9,10 Ν. 1756/1988, 171 παρ.1 εδ. β,δ, 174 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ. Α, Β του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αυτή, κατά τα συνιστούντα την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση πραγματικά περιστατικά στο διατακτικό της παρούσης αναφέρεται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν κύριος μέτοχος, κατά ποσοστό 75%, και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας "Ευρωπαϊκός Όμιλος Καινοτόμων Υπηρεσιών ΕΠΕ", από το έτος 1994 συνεργάστηκε με το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ΚΕΠΚΑ", που είχε έδρα τη ... . Τον Ιανουάριο του έτους 1998 το ΚΕΠΚΑ υπέβαλλε αίτηση χρηματοδότησης, δια του κατηγορουμένου-συνεργάτη του- του προγράμματος "ΡΗΑRΕ ΡΑRTERSΗΙΡ 1997", στη Ρουμανική Ένωση Προστασίας Καταναλωτών ΑΡC, προς υποστήριξη της ανάπτυξης του καταναλωτικού κινήματος στη Ρουμανία, την εκπόνηση ενός τριετούς επιχειρηματικού σχεδίου και της δημοσίευσης ενός οδηγού προστασίας καταναλωτών. Η ΕΕ συμφώνησε να καλύψει το 70% των επιλέξιμων δαπανών του ως άνω σχεδίου, με ανώτατο όριο το ποσό των 62.583 Ευρώ. Τότε πρόεδρος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος το 1998 ορίσθηκε και συντονιστής του σχεδίου. Όμως ο τελευταίος αρχές του έτους 1999 απομακρύνθηκε από το ΚΕΠΚΑ και έπαυσε πλέον η συνεργασία του με αυτό. Αυτός το μήνα Μάιο του 1999 ίδρυσε ένα σωματείο με την επωνυμία "ΚΕΠΚΑ Δυτ. Ελλάδας" με έδρα την ... . Ο κατηγορούμενος στην συνέχεια χωρίς να ενημερώσει τους αρμοδίους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχώρησε ο ίδιος στην εκτέλεση του άνω προγράμματος με την ΕΕ, παριστώντας εν γνώσει του ψευδώς προς αυτούς ότι εκπροσωπεί το ΚΕΠΚΑ, ενώ τελικά την 6-3-2000 υπέγραψε την σχετική σύμβαση, στην οποία αναφέρεται σαφώς ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το ΚΕΠΚΑ - ..., εκπροσωπούμενο απ' τον ίδιο, πράγμα αναληθές, διότι το επίμαχο διάστημα πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο ΒΒ. Σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του ΚΕΠΚΑ, για το λόγο δε αυτό έδωσε και περιελήφθη στην σύμβαση ένας λογαριασμός της Τράπεζας EUROBANK (αριθμ. ...) ως δήθεν λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ, ενώ το αληθές είναι ότι ο εν λόγω λογαριασμός άνηκε στον ίδιο και την ΒΒ, συνεργάτη του στην ως άνω εταιρεία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πραγματικός λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ήταν ο υπ'αριθμ. ... της τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης. Έτσι ο κατηγορούμενος πέτυχε να γίνουν από την ΕΕ καταβολές στον άνω τηρούμενο από αυτόν λογαριασμό του : α) 50.066 ευρώ και β) 8.925 ευρώ για την υλοποίηση του έργου (Ιούνιος 2001), με αντίστοιχη ζημία του ΚΕΠΚΑ, εφόσον το ίδιο θα αναλάμβανε και θα υλοποιούσε το έργο από την ΕΕ και με αντίστοιχη ωφέλεια του ίδιου (κατηγορουμένου). Τα ανωτέρω προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - Προέδρων του ΚΕΠΚΑ- οι οποίοι με πειστικότητα και σαφήνεια καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος αν και είχε αποχωρίσει από την εταιρεία εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος αυτού (ΚΕΠΚΑ) και εισέπραττε το αναλογούν χρηματικό ποσό σε προσωπικό του Επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινη πράξης της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπώνεται στο διατακτικό της παρούσης. Περαιτέρω, ενόψει των, ως άνω, παραδοχών σχετικά με τη γνώση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο υπογραφής από αυτόν της άνω σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Ένωση (6-3-2000) ως εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ και της επιδειχθείσας από αυτόν συμπεριφοράς, πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πραγματικής τους πλάνης (άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ) ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι αυτός κατά την υπογραφή της σύμβασης όχι μόνο αντιλαμβανόταν εσφαλμένα ότι πρόκειται για τελεσφόρηση και υλοποίηση αίτησης που υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας, θεωρώντας την αναφορά στο ΚΕΠΚΑ ως αναγραφείσα από παραδρομή ή από κεκτημένη συσχέτιση της προγενέστερης συνεργασίας του με το ΚΕΠΚΑ, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αυτός γνώριζε ότι πρόκειται για τελεσφόρηση και υλοποίηση αίτησης που υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ και ότι με την πράξη του αυτή εξαπάτησε τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή δε έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομα περιουσιακό όφελος και προς ζημία του ΚΕΠΚΑ. Να σημειωθεί ότι ο εκκαλών, όντας ο ίδιος οικονομικός σύμβουλος, λόγω της πολυσχιδούς επαγγελματικής δραστηριότητας που αναπτύσσει για πολλά χρόνια στη ... και αλλού διαθέτοντας οργανωμένο μεγάλο γραφείο οικονομικών συμβούλων προετοιμάζοντας, οργανώνοντας και υλοποιώντας προγράμματα χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνεργαζόμενος με το ΚΕΠΚΑ και άλλους φορείς και του πλήθους των προγραμμάτων που αυτός έκανε, είχε την πνευματική ικανότητα να διαγνώσει επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια ότι πρόκειται για σύμβαση με το ΚΕΠΚΑ και όχι με το ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας. Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι στη σύμβαση αναφέρεται ως διεύθυνση αυτή του ΚΕΠΚΑ, δηλαδή η οδός ..., καθώς και τα τηλέφωνα και ο κωδικός του, και όχι αυτή του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδος (...) καθώς και ότι ο λογαριασμός που αναφέρεται στη σύμβαση είναι ατομικός του ίδιου και της συνεργάτιδας του και όχι του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδος καθώς και από το ότι ο ίδιος ποτέ δεν ήταν πρόεδρος του ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας". Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Στη ..., στις 6-3-2000, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα: Το έτος 1998 το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών (ΚΕΠΚΑ) με έδρα τη ..., υπέβαλε αίτηση χρηματοδότησης για το σχέδιο παροχής βοήθειας (ΡΗΑRΕ ΡΑRΤΕRSHIΡ 1997) στη Ρουμανική Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Α.Ρ.C για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, για την εκπόνηση ενός τριετούς επιχειρηματικού σχεδίου και για τη δημοσίευση ενός οδηγού προστασίας των καταναλωτών. Η ΕΚ συμφώνησε να καλύψει το 70% των κατ εκτίμηση επιλέξιμων δαπανών του σχεδίου με ανώτατο όριο 62.5832 €. Πρόεδρος τότε του ΚΕΠΚΑ ήταν ο κατηγορούμενος και ορίστηκε ως συντονιστής του σχεδίου. Τον Μάϊο του 1999 ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την ΚΕΠΚΑ και ίδρυσε το Σωματείο με την επωνυμία ΚΕΠΚΑ Δυτικής Ελλάδας. Παρότι όμως γνώριζε ότι η αρχική αίτηση υποβλήθηκε από το ΚΕΠΚΑ, χωρίς να ενημερώσει τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την αποχώρηση του, προχώρησε ο ίδιος στην εκτέλεση της σύμβασης, παριστώντας ψευδώς προς αυτούς ότι εκπροσωπεί το ΚΕΠΚΑ και τελικά υπέγραψε στις 6-3-00 τη σχετική Σύμβαση στην οποία σαφώς αναφέρεται ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το ΚΕΠΚΑ-... εκπροσωπούμενο από αυτόν, πράγμα βέβαια αναληθές διότι το επίμαχο διάστημα Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΠΚΑ ήταν ο ΒΒ. Ο ίδιος μάλιστα έδωσε και περιελήφθηκαν στη σύμβαση ένας λογαριασμός της Τράπεζας ΕUROBANK (αριθ. ...) ως δήθεν λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ενώ το αληθές είναι ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στον ίδιο και την ΒΒ ενώ ο πραγματικός λογαριασμός του ΚΕΠΚΑ ήταν ο αριθ. ... της Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης. Με τον τρόπο αυτό έγιναν οι καταβολές ποσών Α) 50.066 € σαν προκαταβολή και Β) ποσό 8.925 € σαν τελική πληρωμή για την υλοποίηση του έργου που έγινε τον Ιούνιο του
- Έτσι ενεργώντας ο κατηγορούμενος όμως ζημίωσε την περιουσία-του ΚΕΠΚΑ δεδομένου ότι το ίδιο θα αναλάμβανε και θα υλοποιούσε το έργο από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το οποίο και τελικά ζημίωσε ως προς το παραπάνω ποσόπου παράνομα ωφελήθηκε ο κατηγορούμενος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω, σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της απάτης, για τα οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 386 παρ.1 β του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος, της πράξεως της απάτης, τελεσθείσας στις 6-3-2000, με παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, παριστώντας ψευδώς προς αυτά ότι ο ίδιος συνεχίζει να εκπροσωπεί ως πρόεδρος, που ήταν, το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών (ΚΕΠΚΑ), με έδρα τη ..., το οποίο είχε προηγουμένως υποβάλλει, μέσω αυτού, το έτος 1998 αίτηση χρηματοδοτήσεως για το σχέδιο παροχής βοήθειας στη Ρουμανική 'Ένωση Καταναλωτών, με κάλυψη ποσοστού 70% των δαπανών από την Ε.Κ. ,ύψους 62.583 ευρώ, αποκρύψας ότι αυτός είχε ήδη παυθεί και αντικατασταθεί από το Μάio του 1999 από πρόεδρος του άνω ΚΕΠΚΑ . Μάλιστα για επιτυχία του σχεδίου του ίδρυσε ένα νέο Σωματείο στην ..., με την ίδια επωνυμία "ΚΕΠΚΑ" Δυτικής Ελλάδας και στις 6-3-2000 προχώρησε στην υπογραφή με την ΕΚ της σχετικής συμβάσεως, ως δήθεν εκπρόσωπος της εταιρείας "ΚΕΠΚΑ"- ...- ..., έδωσε όμως και περιελήφθησαν στη σύμβαση ένα τραπεζικό λογαριασμό, ως δήθεν ανήκοντα στο ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, ενώ στην πραγματικότητα ανήκε στον ίδιο και στην ΒΒ, και μέσω του λογαριασμού αυτού έγιναν από την ΕΚ καταβολές και ο κατηγορούμενος εισέπραξε συνολικά ποσό 58.991 ευρώ, για την υλοποίηση του άνω χρηματοδοτούμενου έργου, ωφεληθείς ατομικά παράνομα, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, με τη μη επαύξηση της περιουσίας του, αφού το άνω Σωματείο ήταν το αιτήσαν εγγράφως, συμβαλλόμενο και δικαιούμενο της σχετικής χρηματοδοτήσεως και αυτό δικαιούτο να υλοποιήσει το χρηματοδοτούμενο έργο που αφορούσε σε πρόγραμμα υποστήριξης του καταναλωτικού κινήματος στη Ρουμανία, δια μέσου συνεργασίας και μεταφοράς τεχνογνωσίας και να εισπράξει από την ΕΚ το άνω ποσό, που τελικά δεν εισέπραξε και απώλεσε. Προσδιορίζεται δηλαδή με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, ότι η περιουσιακή διάθεση έγινε από την παραπλανηθείσα ΕΚ, σε τι συνίσταται η βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος Σωματείου ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης, το μέγεθος αυτής, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και πώς επήλθε η περιουσιακή ζημία αυτή, με το να μην εισρεύσει στο ταμείο αυτού το άνω ποσό από την Ε.Κ. που θάπρεπε βάσει της αιτήσεως και της συμβάσεως, και εκτίθεται ακόμη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς τα όργανα της ΕΚ και της επελθούσας βλάβης στο άνω ΚΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και πρώτος, δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 β του ΠΚ, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, το δικαστήριο που αποφασίζει για τούτο, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι επί ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, εφόσον δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο 'Αρειος Πάγος είναι αρμόδιος να προβεί, συντρεχόντων των νόμιμων προς τούτο όρων, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της καθής η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 365/1982). Η διόρθωση ή η συμπλήρωση μπορεί να αφορά, εκτός από άλλες παραλείψεις, και τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά. Λαμβάνεται κατά βάση υπόψη, για τη διόρθωση, η απόφαση όπως απαγγέλθηκε δημόσια στο ακροατήριο και με σημείωση του διευθύνοντος τη συζήτηση επί του φακέλου της δικογραφίας ή στο ιδιαίτερο χειρόγραφο σημείωμά του, σε συνδυασμό και με την καταχώρηση από το γραμματέα στο οικείο βιβλίο ή από τον εισαγγελέα στο πινάκιο του εισαγγελέα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση διορθώσεως και συμπληρώσεως του διατακτικού της παραπάνω με την αναίρεση προσβληθείσας με αριθ. 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής σε τριετή αναστολή αυτής, παραδεκτά εισάγεται στο δικαστήριο τούτο που επιλήφθηκε του ως άνω παραδεκτού ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή της αιτήσεως διορθώσεως και η παρασταθείσα στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΠΚΑ ", (βλ. προσκομιζόμενο από 30-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...), που δεν παραστάθηκε, πρέπει να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε να ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως των δύο ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για μετατροπή της ποινής, και με σκεπτικό ότι συντρέχει περίπτωση μετατροπής, στο διατακτικό του μετατρέπει την άνω ποινή σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Όμως, από το προσκομιζόμενο σε επίσημο ακριβές φωτοαντίγραφο του εξωτερικού φύλλου της οικείας δικογραφίας, που επικυρώνει για την ακρίβειά του η αρμοδία γραμματέας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι υπάρχει κατά τη δημόσια δημοσίευση της όλης αποφάσεως του δικαστηρίου χειρόγραφη αναγραφή του διευθύνοντος τη συζήτηση προεδρεύοντος εφέτη Αποστόλου Παπαγεωργίου, που φέρει ημερομηνία και υπογραφή αυτού και ορίζει, πλην άλλων, την ενοχή, την επιβληθείσα ποινή των δύο ετών φυλακίσεως και τη φράση "αναστέλλει επί τριετία" και ουδόλως ορίζει περί μετατροπής της ίδιας ποινής, όπως από προφανή παραδρομή συνάγεται ότι εκ των υστέρων αναγράφηκε κατά την καθαρογραφή των πρακτικών της αποφάσεως. Συνεπώς συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις διορθώσεως της άνω αποφάσεως, όπως στο διατακτικό, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βασίμου της κρινόμενης αυτοτελούς αιτήσεως του κατηγορουμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως και τους από 11-2-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Διορθώνει το διατακτικό της παραπάνω με αριθμό 957/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τη διαγραφή της περί μετατροπής της επιβληθείσας ποινής διατάξεως και την προσθήκη της παρακάτω διατάξεως : "Αναστέλλει την εκτέλεση της ποινής φυλακίσεως των δύο
(2)ετών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, για τρία
(3)χρόνια". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ