Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1331 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Καταδικαστική απόφαση για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98, 386 § 1 του ΠΚ και 15 § 1, 16 § 1 περ. Α΄ του Ν. 1966/1991). Απορρίπτεται ως αβάσιμη η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, διότι με τα επικαλούμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται φανερό, κατά την έννοια του άρθρου 525 §§ 1 και 2 του ΚΠΔ, ότι ο αιτών είναι αθώος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Αριθμός 1331/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέτα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (ορισθέντα για συμπλήρωση της συνθέσεως με Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ε. Α. του Σ., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6092/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 743/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 237/2-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, α) την 4034/14-5-09 αίτηση του καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 6092/07 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε, και β) την ταυτάριθμη αίτηση του ίδιου για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα, και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας ασκήθηκε από τον καταδικασμένο δια του ειδικού πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Χατζόπουλου και στρέφεται κατά αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, καθόσον δεν επιτρέπεται κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο, δοθέντος ότι η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε κατ' ουσία με την 1829/08 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Ο λόγος που ασκείται έγκειται στο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία, κατά τον αιτούντα, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε. Επομένως, η αίτηση είναι νομότυπη, επιτρεπόμενη από το νόμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2,παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία, (βλ. Α.Π. 1097/1995 Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247, Α.Π. 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, Α.Π. 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660) 3-Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [Α.Π. 756/93 ΠΧΡ. 83/535, Α.Π. 216/98 ΠΧΡ. 98/801]. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, [Α.Π. 230/05 ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 771/05, Α.Π.1139/03]. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κλπ. του κανόνα που εφαρμόσθηκε [Α.Π.1894/87 ΠΧΡ. ΛΗ/407]. 4-Στο άρθρο 15 παρ.1 του Ν.1966/91 "Μεταγραφές, ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΑΕΙ, ΔΕΠ, Σχολικοί σύμβουλοι κλπ συναφή", ορίζονται τα εξής: Όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων" (ΦΕΚ 450 Α`), εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιονδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισή τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία. Κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του παρεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου, με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλο, όπως ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται. Απαγορεύεται επίσης η καθ` οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου νόμου οι ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποι εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, που παραβαίνουν με πρόθεση τις διατάξεις της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου ή προσθέτουν, αφαιρούν ή αλλοιώνουν αυτόν ή παραλείπουν καθ` οιονδήποτε τρόπο να χορηγήσουν στους εγγραφόμενους σπουδαστές την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου έντυπη δήλωση ή χορηγούν ελλιπή ή παραπλανητική δήλωση, τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.α του Ποινικού Κώδικα (απάτης). 5-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,386 παρ.1 ΠΚ και 15 παρ.1,16 παρ.1 περ. α του Ν.1966/91], σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, με τις εξής σκέψεις: α-Η απόφαση. Από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος κατονομάζονται στην απόφαση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το Μάρτιο του 2001, σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν επακριβώς με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως νόμιμος εκπρόσωπος Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCPHONES -PARIS NORD" "I.d'E.F." με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 Ν. 1966/1991 ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου, •σύμφωνα με την οποία, όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 ν.δ. 9/9.1011935 εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιοδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισης τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία, ενώ κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του περιεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλου, όπως, ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται, ενώ απαγορεύεται και η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Εμμανουήλ Αμαργιανάκης υπό την αναφερθείσα ιδιότητά του νομίμου εκπροσώπου του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την παραπάνω επωνυμία χρησιμοποιούσε σε διαφημιστικές καταχωρήσεις, που αφορούσαν το ανωτέρω εργαστήριο τον τίτλο Πανεπιστήμιο-Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών και στην πινακίδα που ήταν αναρτημένη στο κτίριο επί της οδού ...,όπου έχει την έδρα του το ανωτέρω εργαστήριο, τον τίτλο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCOPHONES-PARIS NORD",η οποία μεταφράζεται στα ελληνικά Ινστιτούτο γαλλόφωνων σπουδών, ενώ η ονομασία "PARIS NORD" που είχε προστεθεί στον ανωτέρω τίτλο, είναι η ονομασία ομώνυμου γαλλικού πανεπιστημίου και, επίσης τον τίτλο "INSTITUTION D' ETUDES FRANCOPHONES" χρησιμοποιούσε και στην έντυπη δήλωση η οποία σύμφωνα με τον Ν. 1966/91 επιδιδόταν στους προσερχόμενους σπουδαστές συγχρόνως με την εγγραφή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 Ν. 1966/1991, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν χρησιμοποιούσε, στην προς τα έξω εμφάνιση του εργαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, όπως ήταν υποχρεωμένος εκ του νόμου, αλλά είχε προσθέσει στον τίτλο αυτό και τη λέξη Πανεπιστήμιο, καθώς επίσης και τη λέξη INSTΙΤUTION, στις έντυπες δηλώσεις καθώς και στην πινακίδα επί του κτιρίου της έδρας της εταιρίας, στην οποία επιπρόσθετα είχε προσθέσει την ονομασία του γαλλικού πανεπιστημίου "PARIS NORD", παρά το ότι αυτό απαγορευόταν. β-Η αίτηση. Με την εισαγόμενη αίτηση ο καταδικασμένος υποστηρίζει τα εξής: α) Το Κοινοτικό δίκαιο [άρθρα 39,43 και 49 Συνθ.ΕΟΚ και Οδηγία 89/48] προβλέπει τη δυνατότητα δευτερεύουσας εγκατάστασης Πανεπιστημίων άλλων κρατών μελών στη χώρα μας. β) Η δραστηριότητα του IDEF, βάσει της σύμβασης που έχουμε υπογράψει με το Πανεπιστήμιο 13 του Παρισιού συνιστά δευτερεύουσα εγκατάσταση του Πανεπιστημίου αυτού στην Ελλάδα η δραστηριότητά μας στην Ελλάδα τελεί υπό την πλήρη πρωτοβουλία και τον έλεγχο του Γαλλικού Πανεπιστημίου. γ) Η ελευθερία εγκατάστασης, ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου και της εσωτερικής αγοράς δε μπορεί να περιορίζεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να διώκεται ποινικά το φυσικό πρόσωπο το οποίο κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, συνδεόμενες με σοβαρή διακινδύνευση του δημοσίου συμφέροντος. Από τα παραπάνω σημεία, τα υπό α', γ' και δ' επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) υπ' αριθμ. C-274/05, C-84/07 και C-151/07.Στις αποφάσεις αυτές καταδικάστηκε η Ελληνική Δημοκρατία - μεταξύ άλλων - για παράβαση της υποχρέωσής της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους (ως προς το σημείο α, παραπάνω). Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα καταστρατήγησης του άρθρου 16 Σ και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, τον οποίον δύναται να επικαλεστεί η Ελλάδα προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στις σχετικές δραστηριότητες (ως προς το σημείο γ, παραπάνω - και ad minus majorem - και ως προς το σημείο δ). Επιπροσθέτως, με βάση τη ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/08 και C-186/08 (συνημμένο 6), που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, "Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κρότους μέλους, να ασκεί το επάγγελμά του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα - κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." Συνεπώς, επιβεβαιώνεται απολύτως η σκέψη 16γ της υπ. αριθμ. 17346/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας (συνημμένο 7), σύμφωνα με την οποία,"κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Ε.Κ., σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 48 και 49 της ΣυνθΕΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι, και όσον αφορά την ουσιαστική αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιείται με τα ανωτέρω διπλώματα, το όργανο αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, νυν Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, πρώην ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ., έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει αν οι πραγματοποιηθείσες σπουδές είναι ισότιμου επιπέδου με τις σπουδές που πραγματοποιούνται στα ανώτατα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όχι, όμως, περαιτέρω, αν μέρος ή το σύνολο αυτών πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης με Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Και τούτο, διότι οι σπουδές αυτές δεν κρίνεται ότι εντάσσονται στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας, ώστε να απαιτείται η πραγματοποίηση τους σε δημόσιες ανώτατες σχολές, αλλά στο σύστημα εκπαίδευσης του κράτους μέλους που χορηγεί τα διπλώματα, κατά τρόπο όμοιο σε όλους τους σπουδαστές του, ύστερα από ομοειδείς σπουδές, ανεξαρτήτως του τόπου πραγματοποίησης αυτών. Εν όψει τούτου, το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (ακολουθώντας την τακτική που παλαιότερα παγίως ακολουθούσε το ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ.), το οποίο αποφάσισε να μην κρίνει τους τίτλους σπουδών που απονέμονται από το U.P.13, λόγω μη αναφοράς, εκ μέρους του αλλοδαπού αυτού Πανεπιστημίου, του μέρους της φοίτησης που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, στο IdEF (πρακτικά 381/23.4.1999 και 392/17.12.1999), μη νομίμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έπραξε τούτο." Η δεύτερη εφετειακή απόφαση, υπ' αριθμ. 6092/07 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι το IdEF "δεν πρόκειται για Πανεπιστήμιο άλλου Κράτους εγκατεστημένου στην Ελλάδα ή για παράρτημα τέτοιου πανεπιστημίου που ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων [άρθρων 15 και 16 ν. 1966/91 και 386
(1)α ΠΚ]". Με δεδομένο ότι η μεταξύ των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να φτάσει στην ως άνω κρίση απαριθμείται και η υπογραφείσα σύμβαση μεταξύ του ΠΠ13 και του IdEF, το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχει δύο πιθανές εξηγήσεις: ι) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι πραγματικό, αλλά για κάποιον λόγο δεν έλαβε υπόψη του ως απόδειξη το σχετικό έγγραφο (σύμβαση) βέβαιης ημερομηνίας, ιι) είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι νομικό και κρίνει ότι οι επί μέρους όροι της σύμβασης δε στοιχειοθετούν "δευτερεύουσα εγκατάσταση /παράρτημα" - καμία αιτιολογία πάντως δεν δίνεται στην απόφαση για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε η σύμβαση nni3/IdEF. Συνεπώς, ενώ τα στοιχεία α', γ' και δ' του παραπάνω γενικού συλλογισμού, τα οποία εκτενώς ανέπτυξα ενώπιον όλων των δικαστηρίων, έχουν πλέον επιβεβαιωθεί με τον πιο περίτρανο τρόπο από τρεις αποφάσεις του ΔΕΚ,το στοιχείο β' ουδέποτε εξετάστηκε από κανένα από τα δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης μου. Αποτέλεσμα της κρίσης όλων των ποινικών δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεση μου ήταν η αμετάκλητη καταδίκη μου σε φυλάκιση 6 μηνών με τριετή αναστολή για τα αδικήματα που προανέφερα. Σημειώνω ότι η καταδίκη μου βασίζεται στα αναχρονιστικά και παρωχημένα άρθρα 15 και 16 του ν.1966/1991, τα οποία α) βάσει των παραπάνω καταδικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ ήταν ανεφάρμοστα ήδη κατά την κρίσιμη περίοδο, ως παραβιάζοντα το κοινοτικό δίκαιο και β) καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν μερικές ημέρες μετά την δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου Σας, με την έκδοση του ν. 3696/08 για τα Κολλέγια (βλ. ειδικότερα άρθρο 17). Σημειώνω επίσης, ότι σύμφωνα με την βεβαίωση αριθμ. πρωτ. 18 της 29/1/2009 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (συνημμένο 8), η απόφαση του Δικαστηρίου (1829/2008) δόθηκε προς θεώρηση στον Εισηγητή στις 25/7/2008, μετά τις συνεδριάσεις της 22-23-24/7/2008 της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων στο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΠΘ "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις" (συνημμένο 9) και υπεγράφη από τον Πρόεδρο στις 7/8/2008, δηλαδή επτά μέρες μετά από την 1/8/2008 ημερομηνία ψήφισης του νόμου 3696/08 συνημμένο 10) για τα Κολλέγια, ο οποίος καταργεί τον ν.1966/1991 και αποποινικοποιεί τις δια δευτερευουσών εγκαταστάσεων συμπράξεις ως αυτή του IdEF με το ΠΠ
- Δεδομένου α) ότι προκύπτει από έγγραφα ότι το IdEF (συνημμένο 11) αποτελεί δευτερεύουσα εγκατάσταση του γαλλικού πανεπιστημίου Paris-13 στην Ελλάδα και β) ότι σύμφωνα με το ΔΕΚ η δραστηριότητα αυτή είναι καθόλα νόμιμη και ανεπίδεκτη περιορισμών, καθίσταται σαφής η αντίθεση όλων των καταδικαστικών εναντίον μου ποινικών αποφάσεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Γεννάται συνεπώς το οξύμωρο, αφενός της πολλαπλής καταδίκης του Ελληνικού κράτους από το ΔΕΚ για παρεμπόδιση της ελευθερίας εγκατάστασης στη χώρα μας ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και αφετέρου της δικής μου πολλαπλής καταδίκης, για ατιμωτικό αδίκημα, από το Ελληνικό κράτος, ακριβώς επειδή υλοποίησα την ως άνω αναγνωριζόμενη ελευθερία. Σας παραθέτω ένα μικρό ιστορικό και τις ενέργειες μου. 1).Στις 23 Οκτωβρίου εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση του ΔΕΚ εις βάρος της Ελλάδας στην υπόθεση C-274/05, στην οποία κρίθηκε ότι ήδη κάτω από το ισχύον νομικό καθεστώς οι σπουδές βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης οφείλουν να αναγνωρίζονται στη χώρα μας. Το αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και σε δύο αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2008, στις υποθέσεις C-84/07 και 151/
- 2).Στις 29/10/2008 η επιτροπή προσφεύγει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΔΕΚ στην υπόθεση C-465/08 (συνημμένο 12) προκειμένου το Δικαστήριο "να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προς συμμόρφωση με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και εν πάση περιπτώσει μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής" (ΕΕ L 255 της 30.9.2005) 3).Στις 11 Νοεμβρίου 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το MARKT/D.4/AK ARES
(2008)48637 απαντητικό της έγγραφο προς το IdEF τονίζει μεταξύ άλλων ότι "εάν ούτως έχουν τα πράγματα (δηλαδή το IdEF έχει συνάψει συμφωνίες δικαιόχρησης) σας καλούμε να αποταθείτε απευθείας στις ελληνικές αρχές βασίζοντας τους ισχυρισμούς σας στη νομολογία του ΔΕΚ (εννοεί τη C-274/05). Όπως προαναφέρθηκε θα εξακολουθήσουμε τη διαδικασία κατά της Ελλάδας βάσει του άρθρου 228 της Συνθήκης." 4).Με νέα απαντητική της επιστολή προς το IdEF την 19/12/2008 (συνημμένο 14),η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ενημερώνει ότι εξετάζει αναλυτικά το νόμο 3696/2008 αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο σημειώνοντας ότι "Εν τω μεταξύ, σας επισημαίνουμε ότι, βάσει της πάγιας έννοιας της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού Δικαίου, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί από το ΔΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν την κατάλληλη εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου στις υποθέσεις που εισάγονται ενώπιον τους. Γι' αυτό μπορείτε να προσφύγετε για την υπόθεση σας στα δικαστήρια της χώρας σας ασκώντας παράλληλα, ενδεχομένως, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων." 5).Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Επιτροπής υποβάλαμε, τον Δεκέμβριο του 2008, αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής κατά της Υπουργικής Απόφασης, που υιοθετήθηκε από τον πρώην Υπουργό κύριο Στυλιανίδη, για την εφαρμογή του νόμου - αίτηση η οποία εκκρεμεί. 6).Στις 21/1/2009 εκδόθηκε η απόφαση 17346/2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών IdEF κατά Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του IdEF και κρίνει ότι τόσο το ΣΑΕΙΤΤΕ όσο και ο ΔΟΑΤΑΠ δεν δύνανται να εξετάζουν το τόπο τέλεσης των σπουδών ως προϋπόθεση για την εξέταση της ουσιαστικής αξίας τίτλων σπουδών που χορηγούνται βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης. 7).Εξεδόθη επίσης η ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 0180/08 και C-186/08, που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, σύμφωνα με την οποία,"οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα -κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από Ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." 8).Στις 14/4/2009 η Commission με το ΙΡ/09/576 "αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ, να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23.10.2008 (C-274/05)" επιβεβαιώνοντας την προειδοποίηση του MARKT/D.4/AK ARES
(2008)48637, και υπενθυμίζοντας ξανά στην Ελληνική Δημοκρατία, "ότι στο μεταξύ η οδηγία 89/48/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικό με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Οκτωβρίου 2007 και εδραιώνει το νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση αυτού του θέματος βάσει της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ την οποία και διαδέχεται." Επιπροσθέτως, το ΔΕΚ στην απόφαση του, της 6/3/2007, C-338/04, Placanica, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), έκρινε (σκ. 68 και 69) ότι "68 Καίτοι, η ποινική νομοθεσία εμπίπτει, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην εν λόγω αρμοδιότητα, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calf a, Συλλογή 1999, σ. 1-11, σκέψη 17). 69 Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις για τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως, οσάκις το οικείο κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αποκλείει ή καθιστό αδύνατη την εκπλήρωση αυτής της προϋποθέσεως (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, 5/83, Rienks, Συλλογή 1983, σ. 4233, σκέψεις 10 και 11)," Και αποφάσισε ότι "4) Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των κύριων δικών, η οποία επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε πρόσωπα, όπως οι κατηγορούμενοι των κύριων δικών, για την άσκηση οργανωμένης δραστηριότητας συγκεντρώσεως στοιχημάτων ελλείψει της απαιτούμενης από την εθνική νομοθεσία παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία, στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να λάβουν τις σχετικές άδειες λόγω της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρνήσεως του οικείου κράτους μέλους να τους τις παράσχει." Ομοίως, στην απόφαση του της 13/3/2007, C-432/05, Unibet, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), σκ. 64, έκρινε ότι "
- ... Εάν, αντιθέτως, όπως ελέχθη στη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως, αυτή (εννοεί την Unibet) αναγκαζόταν να εκτεθεί σε διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες καθώς και σε εντεύθεν ενδεχόμενες κυρώσεις, ως μοναδικό μέσο ένδικης προστασίας προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμφωνία των επίμαχων εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δεν θα αρκούσε για να της διασφαλίσει μια τέτοια αποτελεσματική ένδικη προστασία." Σύμφωνα με την ίδια απόφαση C-432/05 υπόθεση Unibet "
- Όταν το παραδεκτό προσφυγής σκοπούσας στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που ένας πολίτης αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι βέβαιο δυνάμει του εθνικού δικαίου, εφαρμοζομένου κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας επιβάλλει να μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο, ήδη από το στάδιο αυτό, να διατάσσει τα προσωρινά μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του σεβασμού των εν λόγω δικαιωμάτων." "
- Συναφώς, όπως, βεβαίως, προκύπτει από πάγια νομολογία, η αναστολή εφαρμογής εθνικής διατάξεως στηριζομένης στην κοινοτική νομοθεσία στο πλαίσιο διαφοράς εκκρεμούσας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, μολονότι υπαγόμενη στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, υπόκειται εντός όλων των κρατών μελών σε προϋποθέσεις, όσον αφορά τη χορήγηση της, που είναι ομοιόμορφες και ανάλογες προς αυτές των αιτήσεων λήψεως προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Suderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. 1-415, σκέψεις 26 και 27- της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-465/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft, Συλλογή 1995, σ. 1-3761, σκέψη 39, και της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ΑΒΝΑ κ.λπ., Συλλογή 2005, σ, 1-10423, σκέψη 104). Πάντως, η υπόθεση της κύριας δίκης είναι διαφορετική, στο μέτρο που η αίτηση της Unibet για προσωρινό μέτρα σκοπεί στην αναστολή όχι των αποτελεσμάτων εθνικής διατάξεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, αλλά των αποτελεσμάτων εθνικής νομοθεσίας της οποίας αμφισβητείται η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο." Και το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφάσισε: "1) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται να υφίσταται, στην έννομη τάξη κράτους μέλους, αυτοτελής προσφυγή σκοπούσα, κυρίως, την εξέταση της συμβατότητας εθνικών διατάξεων με το άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον άλλα αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που διέπουν παρόμοιες εθνικού δικαίου προσφυγές, επιτρέπουν να εκτιμηθεί παρεμπιπτόντως μια τέτοια συμβατότητα, πράγμα που στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάσουν. 2) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι αυτή απαιτεί, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως κράτους μέλους, να είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων, έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων. 3) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη συμφωνία εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, η τυχόν λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να ανασταλεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας αυτών με το κοινοτικό δίκαιο διέπεται από τα κριτήρια που έχει ορίσει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, εφόσον αυτά τα κριτήρια δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που αφορούν παρόμοια αιτήματα εσωτερικής φύσεως και δεν καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή στην πράξη την προσωρινή ένδικη προστασία τέτοιων δικαιωμάτων." Κατόπιν των προπαρατεθέντων, και κατ' επίκληση της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων, αλλά και το γεγονός ότι ο εθνικός δικαστής είναι ο θεματοφύλαξ του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη,"ο εθνικός δικαστής στον οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του [ως οργάνου ενός κράτους μέλους], να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της είτε δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία. (Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal)" Αιτούμαι την επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525 ΚΠοινΔ) της υπόθεσης μου, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την αποκατάσταση του ποινικού μου μητρώου και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως, την αναστολή των νομικών συνεπειών του ποινικού μητρώου στην επαγγελματική μου δραστηριότητα. γ-Κριτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί του καταδικασμένου δεν συγκροτούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, όπως αυτός εσφαλμένα τα χαρακτηρίζει, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός του ότι η Χώρα μας καταδικάσθηκε από το ΔΕΚ για παράβαση της υποχρέωσής της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους, τούτο δεν επηρεάζει καθόλου τη ρύθμιση του άρθρου 15 του Ν.1966/91 για την επωνυμία των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών και τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν στον τίτλο τους και στις διαφημίσεις τους παραπλανητικές προσθήκες, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, όπως Πανεπιστήμιο, κέντρο, Σχολή κλπ. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ της 23ης Οκτωβρίου 2008 στη υπόθεση Ψ-274/05,κατά το γράμμα της Οδηγίας 89/48, για την αναγνώριση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης που παρέχεται στις περιπτώσεις συμφωνίας δικαιόχρησης οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 1 στοιχ. α της Οδηγίας δεν σκοπεί να διασφαλίσει ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα πληροί τυπικές προϋποθέσεις ως προς το νομικό καθεστώς του, αλλά αφορά κατ' ουσία το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαιδεύσεως. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα άρθρα 1 και 3 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι με το Νόμο 3696/08 "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις (μεταπτυχιακές σπουδές)",που εκδόθηκε πριν να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του καταργήθηκε το αξιόποινο της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, και επομένως όφειλε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξή του, είναι αβάσιμος. Πρώτο, το αξιόποινο της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε, δεν καταργήθηκε με το νεότερο αυτό νόμο, ο οποίος ρυθμίζει το διαφορετικό από τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών θέμα της ίδρυσης και λειτουργίας Κολλεγίων, και επιπλέον οι ποινικές κυρώσεις του Ν.1996/91 εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νόμου αυτού.[βλ. έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής].Και δεύτερο, ο νεότερος αυτός νόμος δημοσιεύθηκε μετά την επέλευση του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αφού η 1829/08 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως [της 6092/07 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών],δημοσιεύθηκε στις 11-7-2008,ενώ ο Ν.3696/08 δημοσιεύθηκε πολύ βραδύτερα και δη στις 25-8-
- 5.-Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αυτού για επανάληψη της διαδικασίας και για αναστολή των συνεπειών του ποινικού μητρώου του στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως αβάσιμες και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τούτο προτείνω Α-Να απορριφθεί α) η 4034/14-5-09 αίτηση του καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 6092/07 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) η ταυτάριθμη αίτηση του ίδιου για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα. Και Β-Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν , γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής " νέα γεγονότα ή αποδείξεις", είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ούτε επίσης νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια κτλ του κανόνα που εφαρμόσθηκε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο( σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στο άρθρο 15 παρ.1 του Ν.1966/91 "Μεταγραφές, ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΑΕΙ, ΔΕΠ, Σχολικοί σύμβουλοι κλπ συναφή", ορίζονται τα εξής: Όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του από 9/9.10.1935 ν.δ. "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων" (ΦΕΚ 450 ΑΛ), εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιονδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνιση τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών", με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία. Κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του παρεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου, με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλο, όπως ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται. Απαγορεύεται επίσης η καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου νόμου οι ιδιοκτήτες ή εκπρόσωποι εργαστηρίων ελευθέρων σπουδών, που παραβαίνουν με πρόθεση τις διατάξεις της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου ή προσθέτουν, αφαιρούν ή αλλοιώνουν αυτόν ή παραλείπουν καθ' οιονδήποτε τρόπο να χορηγήσουν στους εγγραφόμενους σπουδαστές την προβλεπόμενη από την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου έντυπη δήλωση ή χορηγούν ελλιπή ή παραπλανητική δήλωση, τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.α του Ποινικού Κώδικα (απάτης). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για λειτουργία Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με τη χρήση παραπλανητικού τίτλου ως Πανεπιστημίου, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,386 παρ.1 ΠΚ και 15 παρ.1,16 παρ.1 περ. α του Ν.1966/91], σε φυλάκιση έξι μηνών με τριετή αναστολή, και συγκεκριμένα για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως το Μάρτιο του 2001, σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν επακριβώς με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως νόμιμος εκπρόσωπος Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ -ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο INSTITUTION D' ETUDES FRANCPHONES-PARIS NORD "Ι.d'Ε.F." με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 Ν. 1966/1991 ως προς τον τύπο τίτλου του εργαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, όλα τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 ν.δ. 9/9.1011935 εργαστήρια ελευθέρων σπουδών υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ολογράφως τόσο στις ιδρυτικές τους πράξεις όσο και στην με οποιοδήποτε τρόπο, μορφή ή μέσο εν γένει εμφάνισης τους προς τα έξω τον εξής, αποκλειστικά και μόνο, τίτλο: Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, με ισομεγέθη και ομοιόμορφα, απαραιτήτως στοιχεία, ενώ κάτω από τον τίτλο αυτόν τίθενται τα δηλωτικά του περιεχομένου γνωστικού αντικειμένου και η επωνυμία του εργαστηρίου με στοιχεία τα οποία δεν είναι δυνατό να υπερβαίνουν σε μέγεθος εκείνα του τίτλου. Οποιαδήποτε άλλη προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση στον καθιερούμενο με τα προηγούμενα εδάφια τύπο τίτλου, όπως, ιδίως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή, Οργανισμός, Κολλέγιο, Ινστιτούτο, Ακαδημία, απαγορεύεται, ενώ απαγορεύεται και η καθ1 οιονδήποτε τρόπο αναγραφή άλλης ονομασίας της χορηγούμενης μετά το πέρας σπουδών βεβαίωσης. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Εμμανουήλ Αμαργιανάκης υπό την αναφερθείσα ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών με την παραπάνω επωνυμία χρησιμοποιούσε σε διαφημιστικές καταχωρήσεις, που αφορούσαν το ανωτέρω εργαστήριο τον τίτλο Πανεπιστήμιο-Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών και στην πινακίδα που ήταν αναρτημένη στο κτίριο επί της οδού ...,όπου έχει την έδρα του το ανωτέρω εργαστήριο, τον τίτλο "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ - ΓΑΛΛΟΦΩΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ" και το διακριτικό τίτλο ΙΝSTITUTION D' ΕΤUDES FRANCOPHONES-PARIS NORD", η οποία μεταφράζεται στα ελληνικά Ινστιτούτο γαλλόφωνων σπουδών, ενώ η ονομασία "ΡΑRIS NORD" που είχε προστεθεί στον ανωτέρω τίτλο, είναι η ονομασία ομώνυμου γαλλικού πανεπιστημίου και, επίσης τον τίτλο "ΙΝSTITUTION D' ΕΤUDES FRANCOPHONES" χρησιμοποιούσε και στην έντυπη δήλωση η οποία σύμφωνα με τον Ν. 1966/91 επιδιδόταν στους προσερχόμενους σπουδαστές συγχρόνως με την εγγραφή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 Ν. 1966/1991, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν χρησιμοποιούσε, στην προς τα έξω εμφάνιση του εργαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο τον τίτλο Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών, όπως ήταν υποχρεωμένος εκ του νόμου, αλλά είχε προσθέσει στον τίτλο αυτό και τη λέξη Πανεπιστήμιο, καθώς επίσης και τη λέξη ΙΝSTITUTION, στις έντυπες δηλώσεις καθώς και στην πινακίδα επί του κτιρίου της έδρας της εταιρίας, στην οποία επιπρόσθετα είχε προσθέσει την ονομασία του γαλλικού πανεπιστημίου "ΡΑRIS NORD", παρά το ότι αυτό απαγορευόταν. Με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ο καταδικασμένος υποστηρίζει τα εξής: α)Το Κοινοτικό δίκαιο (άρθρα 39, 43 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ και οδηγία 89/48) προβλέπει τη δυνατότητα δευτερεύουσας εγκατάστασης Πανεπιστημίων άλλων κρατών μελών στη χώρα μας. β)η δραστηριότητα του IDEF, βάσει της σύμβασης που έχουμε υπογράψει με το Πανεπιστήμιο του Παρισιού συνιστά δευτερεύουσα εγκατάσταση του Πανεπιστημίου αυτού στην Ελλάδα η δραστηριότητα μας στην Ελλάδα τελεί υπό την πλήρη πρωτοβουλία και τον έλεγχο του Γαλλικού Πανεπιστημίου. γ) Η ελευθερία εγκατάστασης, ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου και της εσωτερικής αγοράς δε μπορεί να περιορίζεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος. δ) Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να διώκεται ποινικά το φυσικό πρόσωπο το οποίο κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, συνδεόμενες με σοβαρή διακινδύνευση του δημοσίου συμφέροντος. Από τα παραπάνω σημεία, τα υπό α', γ' και δ' επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) υπ' αριθμ. C-274/05, C-84/07 και C-151/07.Στις αποφάσεις αυτές καταδικάστηκε η Ελληνική Δημοκρατία - μεταξύ άλλων - για παράβαση της υποχρέωσης της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους (ως προς το σημείο α, παραπάνω). Περαιτέρω, αναγνωρίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα καταστρατήγησης του άρθρου 16 Σ και ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, τον οποίον δύναται να επικαλεστεί η Ελλάδα προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στις σχετικές δραστηριότητες (ως προς το σημείο γ, παραπάνω - και ad minus majorem - και ως προς το σημείο δ).Επιπροσθέτως, με βάση τη ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/08 και C-186/08 (συνημμένο 6), που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, "Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κρότους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα - κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." Συνεπώς, επιβεβαιώνεται απολύτως η σκέψη 16γ της υπ. αριθμ. 17346/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας (συνημμένο 7), σύμφωνα με την οποία,"κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τα αναφερόμενα στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Ε.Κ., σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 48 και 49 της ΣυνθΕΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι, και όσον αφορά την ουσιαστική αξία της εκπαίδευσης που πιστοποιείται με τα ανωτέρω διπλώματα, το όργανο αναγνώρισης ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, νυν Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π, πρώην ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ., έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει αν οι πραγματοποιηθείσες σπουδές είναι ισότιμου επιπέδου με τις σπουδές που πραγματοποιούνται στα ανώτατα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όχι, όμως, περαιτέρω, αν μέρος ή το σύνολο αυτών πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης με Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Και τούτο, διότι οι σπουδές αυτές δεν κρίνεται ότι εντάσσονται στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας, ώστε να απαιτείται η πραγματοποίηση τους σε δημόσιες ανώτατες σχολές, αλλά στο σύστημα εκπαίδευσης του κράτους μέλους που χορηγεί τα διπλώματα, κατά τρόπο όμοιο σε όλους τους σπουδαστές του, ύστερα από ομοειδείς σπουδές, ανεξαρτήτως του τόπου πραγματοποίησης αυτών. Εν όψει τούτου, το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (ακολουθώντας την τακτική που παλαιότερα παγίως ακολουθούσε το ΔΙ.ΚΑ.ΤΣΑ.), το οποίο αποφάσισε να μην κρίνει τους τίτλους σπουδών που απονέμονται από το U.P.13, λόγω μη αναφοράς, εκ μέρους του αλλοδαπού αυτού Πανεπιστημίου, του μέρους της φοίτησης που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, στο ΙdEF (πρακτικά 381/23.4.1999 και 392/17.12.1999), μη νομίμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έπραξε τούτο." Η δεύτερη εφετειακή απόφαση, υπ' αριθμ. 6092/07 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι το ΙdEF "δεν πρόκειται για Πανεπιστήμιο άλλου Κράτους εγκατεστημένου στην Ελλάδα ή για παράρτημα τέτοιου πανεπιστημίου που ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων [άρθρων 15 και 16 ν. 1966/91 και 386
(1)α ΠΚ]". Με δεδομένο ότι η μεταξύ των αποδείξεων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να φτάσει στην ως άνω κρίση απαριθμείται και η υπογραφείσα σύμβαση μεταξύ του Π Π1 3 και του ΙdEF, το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου έχει δύο πιθανές εξηγήσεις:
- i)είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι πραγματικό, αλλά για κάποιον λόγο δεν έλαβε υπόψη του ως απόδειξη το σχετικό έγγραφο (σύμβαση) βέβαιης ημερομηνίας,
- ii)είτε το Εφετείο θεωρεί ότι το ζήτημα της "δευτερεύουσας εγκατάστασης /παραρτήματος" είναι νομικό και κρίνει ότι οι επί μέρους όροι της σύμβασης δε στοιχειοθετούν "δευτερεύουσα εγκατάσταση /παράρτημα" -καμία αιτιολογία πάντως δεν δίνεται στην απόφαση για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε η σύμβαση nni3/ldEF. Συνεπώς, ενώ τα στοιχεία α', γ' και δ' του παραπάνω γενικού συλλογισμού, τα οποία εκτενώς ανέπτυξα ενώπιον όλων των δικαστηρίων, έχουν πλέον επιβεβαιωθεί με τον πιο περίτρανο τρόπο από τρεις αποφάσεις του ΔΕΚ, το στοιχείο β' ουδέποτε εξετάστηκε από κανένα από τα δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης μου. Αποτέλεσμα της κρίσης όλων των ποινικών δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεση μου ήταν η αμετάκλητη καταδίκη μου σε φυλάκιση 6 μηνών με τριετή αναστολή για τα αδικήματα που προανέφερα. Σημειώνω ότι η καταδίκη μου βασίζεται στα αναχρονιστικά και παρωχημένα άρθρα 15 και 16 του ν.1966/1991, τα οποία α) βάσει των παραπάνω καταδικαστικών αποφάσεων του ΔΕΚ ήταν ανεφάρμοστα ήδη κατά την κρίσιμη περίοδο, ως παραβιάζοντα το κοινοτικό δίκαιο και β) καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν μερικές ημέρες μετά την δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου Σας, με την έκδοση του ν. 3696/08 για τα Κολλέγια (βλ. ειδικότερα άρθρο 17). Σημειώνω επίσης, ότι σύμφωνα με την βεβαίωση αριθμ. πρωτ. 18 της 29/1/2009 του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (συνημμένο 8), η απόφαση του Δικαστηρίου (1829/2008) δόθηκε προς θεώρηση στον Εισηγητή στις 25/7/2008, μετά τις συνεδριάσεις της 22-23-24/7/2008 της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων στο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΠΘ "Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις" (συνημμένο 9) και υπεγράφη από τον Πρόεδρο στις 7/8/2008, δηλαδή επτά μέρες μετά από την 1/8/2008 ημερομηνία ψήφισης του νόμου 3696/08 συνημμένο 10) για τα Κολλέγια , ο οποίος καταργεί τον ν.1966/1991 και αποποινικοποιεί τις δια δευτερευουσών εγκαταστάσεων συμπράξεις ως αυτή του ΙdEF με το ΠΠ13. Δεδομένου α) ότι προκύπτει από έγγραφα ότι το ΙdEF (συνημμένο 11) αποτελεί δευτερεύουσα εγκατάσταση του γαλλικού πανεπιστημίου Ρaris-13 στην Ελλάδα και β) ότι σύμφωνα με το ΔΕΚ η δραστηριότητα αυτή είναι καθόλα νόμιμη και ανεπίδεκτη περιορισμών, καθίσταται σαφής η αντίθεση όλων των καταδικαστικών εναντίον μου ποινικών αποφάσεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Γεννάται συνεπώς το οξύμωρο, αφενός της πολλαπλής καταδίκης του Ελληνικού κράτους από το ΔΕΚ για παρεμπόδιση της ελευθερίας εγκατάστασης στη χώρα μας ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και αφετέρου της δικής μου πολλαπλής καταδίκης, για ατιμωτικό αδίκημα, από το Ελληνικό κράτος, ακριβώς επειδή υλοποίησα την ως άνω αναγνωριζόμενη ελευθερία. Σας παραθέτω ένα μικρό ιστορικό και τις ενέργειες μου. 1). Στις 23 Οκτωβρίου εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση του ΔΕΚ εις βάρος της Ελλάδας στην υπόθεση C-274/05, στην οποία κρίθηκε ότι ήδη κάτω από το ισχύον νομικό καθεστώς οι σπουδές βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης οφείλουν να αναγνωρίζονται στη χώρα μας. Το αυτό συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και σε δύο αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2008, στις υποθέσεις C-84/07 και 151/07. 2).Στις 29/10/2008 η επιτροπή προσφεύγει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΔΕΚ στην υπόθεση C-465/08 (συνημμένο 12) προκειμένου το Δικαστήριο "να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προς συμμόρφωση με την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και εν πάση περιπτώσει μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής" (ΕΕL 255 της 30.9.2005) 3).Στις 11 Νοεμβρίου 2008 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το ΜΑRKT/D.4/AK ARES
(2008)48637 απαντητικό της έγγραφο προς το ΙdEF τονίζει μεταξύ άλλων ότι "εάν ούτως έχουν τα πράγματα (δηλαδή το ΙdEF έχει συνάψει συμφωνίες δικαιόχρησης) σας καλούμε να αποταθείτε απευθείας στις ελληνικές αρχές βασίζοντας τους ισχυρισμούς σας στη νομολογία του ΔΕΚ (εννοεί τη C-274/05). Όπως προαναφέρθηκε θα εξακολουθήσουμε τη διαδικασία κατά της Ελλάδας βάσει του άρθρου 228 της Συνθήκης." 4).Με νέα απαντητική της επιστολή προς το ΙdEF την 19/12/2008 (συνημμένο 14), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μας ενημερώνει ότι εξετάζει αναλυτικά το νόμο 3696/2008 αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο σημειώνοντας ότι "Εν τω μεταξύ, σας επισημαίνουμε ότι, βάσει της πάγιας έννοιας της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού Δικαίου, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί από το ΔΕΚ, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίζουν την κατάλληλη εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου στις υποθέσεις που εισάγονται ενώπιον τους. Γι' αυτό μπορείτε να προσφύγετε για την υπόθεση σας στα δικαστήρια της χώρας σας ασκώντας παράλληλα, ενδεχομένως, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων." 5).Ακολουθώντας τις υποδείξεις της Επιτροπής υποβάλαμε, τον Δεκέμβριο του 2008, αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής κατά της Υπουργικής Απόφασης, που υιοθετήθηκε από τον πρώην Υπουργό κύριο Στυλιανίδη, για την εφαρμογή του νόμου - αίτηση η οποία εκκρεμεί. 6).Στις 21/1/2009 εκδόθηκε η απόφαση 17346/2008 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ΙdEF κατά Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του ΙdEF και κρίνει ότι τόσο το ΣΑΕΙΤΤΕ όσο και ο ΔΟΑΤΑΠ δεν δύνανται να εξετάζουν το τόπο τέλεσης των σπουδών ως προϋπόθεση για την εξέταση της ουσιαστικής αξίας τίτλων σπουδών που χορηγούνται βάσει συμβάσεων δικαιόχρησης. 7). Εξεδόθη επίσης η ΔΙΑΤΑΞΗ του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 0180/08 και 0-186/08, που αφορούσαν Εθνικό Γαλλικό πτυχίο, σύμφωνα με την οποία,"οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμα του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα -κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από Ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και - δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές." 8).Στις 14/4/2009 η Commission με το ΙΡ/09/576 "αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ, να αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23.10.2008 (C-274/05)" επιβεβαιώνοντας την προειδοποίηση του ΜΑRKT/D.4/ΑΚ ΑRES
(2008)48637, και υπενθυμίζοντας ξανά στην Ελληνική Δημοκρατία, "ότι στο μεταξύ η οδηγία 89/48/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2005/36/ΕΚ σχετικό με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Οκτωβρίου 2007 και εδραιώνει το νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση αυτού του θέματος βάσει της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ την οποία και διαδέχεται." Επιπροσθέτως, το ΔΕΚ στην απόφαση του, της 6/3/2007, C-338/04, Ρlacanica, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), έκρινε (σκ. 68 και 69) ότι "68 Καίτοι, η ποινική νομοθεσία εμπίπτει, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει περιορισμούς στην εν λόγω αρμοδιότητα, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calf a, Συλλογή 1999, σ. 1-11, σκέψη 17). 9). Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις για τη μη εκπλήρωση προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως, οσάκις το οικείο κράτος μέλος, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, αποκλείει ή καθιστό αδύνατη την εκπλήρωση αυτής της προϋποθέσεως (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983, 5/83, Rienks, Συλλογή 1983, σ. 4233, σκέψεις 10 και 11)," Και αποφάσισε ότι "4)Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των κύριων δικών, η οποία επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε πρόσωπα, όπως οι κατηγορούμενοι των κύριων δικών, για την άσκηση οργανωμένης δραστηριότητας συγκεντρώσεως στοιχημάτων ελλείψει της απαιτούμενης από την εθνική νομοθεσία παραχωρήσεως αδείας από τις αρμόδιες αρχές ή χορηγήσεως αδείας από την αστυνομία, στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να λάβουν τις σχετικές άδειες λόγω της κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρνήσεως του οικείου κράτους μέλους να τους τις παράσχει." Ομοίως, στην απόφαση του της 13/3/2007, C-432/05, Unibet, (τμήμα μείζονος συνθέσεως), σκ. 64, έκρινε ότι "
- ... Εάν, αντιθέτως, όπως ελέχθη στη σκέψη 62 της παρούσας αποφάσεως, αυτή (εννοεί την Unibet) αναγκαζόταν να εκτεθεί σε διοικητικές ή ποινικές διαδικασίες καθώς και σε εντεύθεν ενδεχόμενες κυρώσεις, ως μοναδικό μέσο ένδικης προστασίας προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμφωνία των επίμαχων εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δεν θα αρκούσε για να της διασφαλίσει μια τέτοια αποτελεσματική ένδικη προστασία." Σύμφωνα με την ίδια απόφαση C-432/05 υπόθεση Unibet "
- Όταν το παραδεκτό προσφυγής σκοπούσας στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που ένας πολίτης αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι βέβαιο δυνάμει του εθνικού δικαίου, εφαρμοζομένου κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας επιβάλλει να μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο, ήδη από το στάδιο αυτό, να διατάσσει τα προσωρινά μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση του σεβασμού των εν λόγω δικαιωμάτων." "
- Συναφώς, όπως, βεβαίως, προκύπτει από πάγια νομολογία, η αναστολή εφαρμογής εθνικής διατάξεως στηριζομένης στην κοινοτική νομοθεσία στο πλαίσιο διαφοράς εκκρεμούσας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, μολονότι υπαγόμενη στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, υπόκειται εντός όλων των κρατών μελών σε προϋποθέσεις, όσον αφορά τη χορήγηση της, που είναι ομοιόμορφες και ανάλογες προς αυτές των αιτήσεων λήψεως προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Suderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, Συλλογή 1991, σ. 1-415, σκέψεις 26 και 27- της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-465/93, Αtlanta Fruchthandelsgesellschaft, Συλλογή 1995, σ. 1-3761, σκέψη 39, και της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C-453/03, C-11/04, C-12/04 και C-194/04, ΑΒΝΑ κ.λπ., Συλλογή 2005, σ, 1-10423, σκέψη 104). Πάντως, η υπόθεση της κύριας δίκης είναι διαφορετική, στο μέτρο που η αίτηση της Unibet. για προσωρινό μέτρα σκοπεί στην αναστολή όχι των αποτελεσμάτων εθνικής διατάξεως εκδοθείσας κατ' εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, αλλά των αποτελεσμάτων εθνικής νομοθεσίας της οποίας αμφισβητείται η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο." Και το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφάσισε: "1) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται να υφίσταται, στην έννομη τάξη κράτους μέλους, αυτοτελής προσφυγή σκοπούσα, κυρίως, την εξέταση της συμβατότητας εθνικών διατάξεων με το άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον άλλα αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που διέπουν παρόμοιες εθνικού δικαίου προσφυγές, επιτρέπουν να εκτιμηθεί παρεμπιπτόντως μια τέτοια συμβατότητα, πράγμα που στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάσουν. 2) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι αυτή απαιτεί, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως κράτους μέλους, να είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων, έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων. 3) Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη συμφωνία εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, η τυχόν λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου να ανασταλεί η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της συμφωνίας αυτών με το κοινοτικό δίκαιο διέπεται από τα κριτήρια που έχει ορίσει το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, εφόσον αυτά τα κριτήρια δεν είναι λιγότερο ευνοϊκά απ' ό,τι αυτά που αφορούν παρόμοια αιτήματα εσωτερικής φύσεως και δεν καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή στην πράξη την προσωρινή ένδικη προστασία τέτοιων δικαιωμάτων." Κατόπιν των προπαρατεθέντων, και κατ1 επίκληση της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των απονεμομένων στους πολίτες από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων, αλλά και το γεγονός ότι ο εθνικός δικαστής είναι ο θεματοφύλαξ του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη,"ο εθνικός δικαστής στον οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του [ως οργάνου ενός κράτους μέλους], να εφαρμόζει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της είτε δια της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία. (Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 106/77, Simmenthal)". Αιτούμαι την επανάληψη της διαδικασίας (άρθρο 525 του ΚΠΔ) της υπόθεσης μου, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, την αποκατάσταση του ποινικού μου μητρώου και μέχρι την έκδοση της αποφάσεως, την αναστολή των νομικών συνεπειών του ποινικού μητρώου στην επαγγελματική μου δραστηριότητα. Τα διαλαμβανόμενα όμως στην αίτηση ως νέα γεγονότα και αποδείξεις, είτε ληφθούν αυτοτελώς υπόψη, είτε σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις, δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος και δεν μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η Χώρα μας καταδικάστηκε από το ΔΕΚ με τις προαναφερόμενες αποφάσεις για παράβαση της υποχρεώσεως της να αναγνωρίσει το δικαίωμα παροχής σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα από εκπαιδευτικούς φορείς που συνιστούν δευτερεύουσα εγκατάσταση Ευρωπαϊκών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και να αναγνωρίσει τους παρεχόμενους απ' αυτούς ακαδημαϊκούς τίτλους και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα των κατόχων τους, αυτό δεν επηρεάζει καθόλου τη ρύθμιση του άρθρου 15 του Ν. 1966/1991 για την επωνυμία των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών και τις ποινικές κυρώσεις σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν στον τίτλο τους και στις διαφημίσεις τους παραπλανητικές προσθήκες, αφαιρέσεις, αλλοιώσεις, όπως Πανεπιστήμιο, Κέντρο, Σχολή κ.τ.λ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ της 23ης Οκτωβρίου 2008 στην υπόθεση 0274/05, κατά το γράμμα της Οδηγίας 89/48 ( η οποία οδηγία κρίθηκε ότι δεν αφορά την αναγνώριση ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών, αλλά νομοθετικά κατωχυρομένα επαγγέλματα στα κράτη μέλη, προκειμένου να ενισχυθεί το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη να χρησιμοποιεί τις επαγγελματικές του γνώσεις σε ποιοδήποτε Κράτος- Μέλος της Ε.Ε.), για την αναγνώριση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης που παρέχεται στις περιπτώσεις συμφωνίας δικαιόχρησης, οι σπουδές δεν πρέπει οπωσδήποτε να έχουν πραγματοποιηθεί σε Πανεπιστήμιο ή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα. Η προϋπόθεση που θέτει η διάταξη του άρθρου 1, στοιχ. α' της Οδηγίας δεν σκοπεί να διασφαλίσει ότι το Εκπαιδευτικό Ιδρυμα πληροί τυπικές προϋποθέσεις ως προς το νομικό καθεστώς του, αλλά αφορά το ουσιαστικό επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα άρθρα 1 και 3 της Οδηγίας 89/48 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίσει δίπλωμα που χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, μολονότι με το δίπλωμα αυτό πιστοποιούνται σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες , κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι με το Νόμο 3696/25/8/2008 " Ιδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις (μεταπτυχιακές σπουδές) ", που εκδόθηκε πριν να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του, καταργήθηκε το αξιόποινο της πράξης για την οποία καταδικάστηκε, και επομένως όφειλε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, που είχε ασκήσει κατά της εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, κατά πρώτο, το αξιόποινο της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, δεν καταργήθηκε με το νεότερο αυτό νόμο, ο οποίος ρυθμίζει το διαφορετικό από τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών θέμα της ίδρυσης και λειτουργίας Κολλεγίων, και επί πλέον οι ποινικές κυρώσεις του Ν. 1966/2001 εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νόμου αυτού. Και κατά δεύτερο, ο νεότερος αυτός νόμος δημοσιεύτηκε μετά την επέλευση του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, αφού η υπ' αριθμ. 1829/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεοος κατά της υπ' αριθμ. 6092/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως αβάσιμη στην ουσία, δημοσιεύτηκε στις 11/7/2008, ενώ ο Ν. 3696/2008 δημοσιεύτηκε αργότερα και συγκεκριμένα στις 25/8/
- Κατ' ακολουθίαν, εφόσον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον αιτούντα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε αυτά ληφθούν αυτοτελώς υπόψη, είτε σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτού για επανάληψη της διαδικασίας, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), και συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση του περί αναστολής των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 4034/14/5/2009 αίτηση καταδικασμένου Ε. Α. του Σ., ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6092/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως και το αίτημα του για αναστολή των συνεπειών του ποινικού του μητρώου στην επαγγελματική του δραστηριότητα. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της υπ'αριθ.583/2010 πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου η παρούσα απόφαση υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου.