← Ελλάδα

ΑΠ 1339/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1339 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), διότι δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως της ως άνω φοροδιαφυγής των φυσικών αυτουργών και του χρόνου τελέσεως της συνέργειας του εν λόγω κατηγορουμένου στις κύριες πράξεις των φυσικών αυτουργών, επηρεαζόμενης και της παραγραφής και δη υπάρχει ασάφεια αν πρόκειται για άμεση συνεργεία κατά την εκτέλεση (46 παρ.1 β΄ ΠΚ) ή για απλή συνεργεία (47 ΠΚ), δοθείσα προ των κυρίων πράξεων ή για πράξεις μεταγενέστερες των άνω πράξεων των φυσικών αυτουργών και έτσι στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως, μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικά. Αναιρεί και παραπέμπει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1339/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 10765/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο το Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1639/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ που ορίζει ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον αυτουργό, με τη γνώση ότι παρέχεται κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως, συνδεόμενη προς αυτή κατά τρόπο, ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή, με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 47 περ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.β του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη", προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένο έγκλημα ή σε απόπειρα εγκλήματος εκ προθέσεως είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στη γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και τη βούληση να συμβάλλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Ενόψει αυτών ο χρόνος τελέσεως της άμεσης συνέργειας είναι πάντοτε κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως, ουδέποτε δε προγενέστερος αυτής, ενώ της απλής συνέργειας από το νόμο τελεί σε συνάρτηση με αυτόν της κύριας πράξης, αφού η απλή συνδρομή παρέχεται αποκλειστικώς είτε πριν από την κύρια πράξη είτε κατά τη διάρκειά της. Έτσι η συμμετοχική αυτή δράση δεν ξεπερνά το χρονικό σημείο τελέσεως της πράξεως. Οι μετά από αυτή μορφές συνδρομής αποτελούν άλλο έγκλημα και όσες δεν υπάγονται σε καμία ειδική αντικειμενική υπόσταση ξεχωριστού εγκλήματος, μένουν ατιμώρητες, αφού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν και να τιμωρηθούν σαν απλή συνέργεια. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθ. 10765/2008 αποφάσεως, το ως δευτεροβάθμιο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω : "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι: στη ... στις 9-6-2005 διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση αυτής και ειδικότερα κατά την από μέρους εντοπισθέντων δραστών-αυτουργών τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα ο ίδιος με μοναδικό σκοπό να παράσχει, έναντι αμοιβής 150.000 δραχμών μηνιαίως, άμεση συνδρομή στο αποκαλυφθέν και γνωστό κύκλωμα λογιστών-επιχειρηματιών των ΑΑ και ΒΒ, του ΓΓ (και λοιπών δραστών), στην από μέρους τους τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ πολλών εκατομμυρίων δραχμών, προσήλθε υπό την καθοδήγηση τους και ειδικότερα με την ΒΒ στις 6-5-1997 στην Β' ΔΟΥ ... και υπέβαλε δήλωση ενάρξεως εργασιών ατομικής επιχειρήσεως του, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ενδυμάτων-υφασμάτων, εισαγωγές-εξαγωγές, με επαγγελματική έδρα το επί της οδού ... της ... κατάστημα και ακολούθως διέθεσε στους ανωτέρω εν γνώσει του κατά τα άνω σκοπού για τα οποία τα προόριζαν, τα προς τον αποκλειστικό αυτό και μόνο σκοπό θεωρηθέντα βιβλία και παραστατικά στοιχεία της επιχειρήσεως του, παρέχοντας έτσι την κάλυψη της επιχειρήσεως του, ώστε, υπό το όνομα της να τελέσουν την πιο πάνω άδικη πράξη. Ειδικότερα οι ανωτέρω εξέδωσαν τέσσερα

(4)δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατ' αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου και ημερομηνία εκδόσεως του, αξία σε δραχμές και αντίστοιχο ΦΠΑ σε δραχμές στον αναφερόμενο στο διατακτικό πίνακα, με αποδέκτη την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, τα οποία ήταν πλαστά, διότι δεν είχαν καταχωρηθεί οι θεωρήσεις στα οικεία βιβλία της αρμόδιας ΔΟΥ και δεν εκδόθηκαν πραγματικά από τους εκπροσώπους της εδρεύουσας επί της οδού ...- ... φερόμενης εκδότριας επιχείρησης "... ... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων-εσωρούχων, καθώς αναγράφονταν επ' αυτών κατ' απομίμηση ως διακριτικός τίτλος η επωνυμία "..." αντί του ορθού "..." και ως διεύθυνση η οδός ... αντί του ορθού ... ή την νέα διεύθυνση ..., ήταν δε και εικονικά, καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, αφού η φερόμενη ως εκδότρια εταιρία δεν είχε συνεργασία με την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, δεν έγινε καμία συμφωνία για πώληση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και δεν καταβλήθηκε-εισπράχθηκε κανένα τίμημα, ενώ η από 9-7-98 δήλωση του ΔΔ, λογιστή, ότι ήταν βοηθός του λογιστή της εκδότριας εταιρίας, ΕΕ και ότι εισπράχθηκε το τίμημα από αυτόν είναι αναληθής, διότι δεν υπάρχει λογιστής με τέτοια στοιχεία ταυτότητας και οι φερόμενες αποδείξεις είσπραξης υπογράφηκαν από τον ίδιο τον ΔΔ ενώ επίσης η επιχείρηση του κατηγορούμενου ουδέποτε απέκτησε ουσιαστικά πραγματική εμπορική - επαγγελματική υπόσταση και λειτούργησε μόνο τυπικά, τα εξέδωσαν δε οι ανωτέρω με αποδέκτη την ατομική του (κατηγορούμενου) επιχείρηση για να εμφανίζει αγορές από επιχείρηση του εσωτερικού και να προσδώσει αληθοφάνεια στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ως ενδοκοινοτικής παράδοσης εικονικά για την παράνομη είσπραξη φόρου προστιθέμενης αξίας, από την ατομική του επιχείρηση. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "στη ... στις 9-6-2005 διαπιστώθηκε ότι, ο κατηγορούμενος με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια άδικης πράξης και στην εκτέλεση αυτής και ειδικότερα κατά την από μέρους εντοπισθέντων δραστών-αυτουργών τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα ο ίδιος με μοναδικό σκοπό να παράσχει, έναντι αμοιβής 150.000 δραχμών μηνιαίως, άμεση συνδρομή στο αποκαλυφθέν και γνωστό κύκλωμα λογιστών-επιχειρηματιών των ΑΑ και ΒΒ, του ΓΓ (και λοιπών δραστών), στην από μέρους τους τέλεση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, με σκοπό την παράνομη είσπραξη επιστροφής ΦΠΑ πολλών εκατομμυρίων δραχμών, προσήλθε υπό την καθοδήγηση τους και ειδικότερα με την ΒΒ στις 6-5-1997 στην Β' ΔΟΥ ... και υπέβαλε δήλωση ενάρξεως εργασιών ατομικής επιχειρήσεως του, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ενδυμάτων - υφασμάτων, εισαγωγές - εξαγωγές, με επαγγελματική έδρα το επί της οδού ... της ... κατάστημα και ακολούθως διέθεσε στους ανωτέρω εν γνώσει του κατά τα άνω σκοπού για τα οποία τα προόριζαν, τα προς τον αποκλειστικό αυτό και μόνο σκοπό θεωρηθέντα βιβλία και παραστατικά στοιχεία της επιχειρήσεως του, παρέχοντας έτσι την κάλυψη της επιχειρήσεως του, ώστε, υπό το όνομα της να τελέσουν την πιο πάνω άδικη πράξη. Ειδικότερα οι ανωτέρω εξέδωσαν τέσσερα
(4)δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης όπως αυτό αναφέρονται στον αμέσως παρακάτω πίνακα με αύξοντα αριθμό, είδος στοιχείου, αριθμό τιμολογίου και ημερομηνία εκδόσεως, αξία σε δραχμές και αντίστοιχο ΦΠΑ σε δραχμές με αποδέκτη την ατομική του επιχείρηση, ήτοι. ΠΙΝΑΚΑΣ 4 Α/Α ΕΙΔΟΣ στοιχείου ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΔΡΧ. ΦΠΑ ΔΡΧ. 1Δ.Α.Τ.Π.1332/7-5-199817.201.2503.096.22521427/10-5-9820.001.3003.600.23431449/15-5-9812.219.9002.199.58241482/22-5-9816.849.8003.032.964ΣΥΝΟΛΑ66.272.25011.929.005 Τα ανωτέρω τιμολόγια δελτία αποστολής ήταν πλαστά, διότι δεν είχαν καταχωρηθεί οι θεωρήσεις στα οικεία βιβλία της αρμόδιας ΔΟΥ και δεν εκδόθηκαν πραγματικά από τους εκπροσώπους της εδρεύουσας επί της οδού ... - ... φερόμενης εκδότριας επιχείρησης "... ... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων - εσωρούχων, καθώς αναγράφονταν επ' αυτών απομίμηση ως διακριτικός τίτλος η επωνυμία "..." αντί του ορθού "..." και ως διεύθυνση η οδός ... αντί του ορθού ... ή την νέα διεύθυνση ..., ήταν δε και εικονικά, καθόσον αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, αφού η φερόμενη ως εκδότρια εταιρία δεν είχε συνεργασία με την ατομική επιχείρηση του κατηγορούμενου, δεν έγινε καμία συμφωνία για πώληση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων και δεν καταβλήθηκε-εισπράχθηκε κανένα τίμημα, ενώ η από 9-7-98 δήλωση του ΔΔ, λογιστή, ότι ήταν βοηθός του λογιστή της εκδότριας εταιρίας, ΕΕ και ότι εισπράχθηκε το τίμημα από αυτόν είναι αναληθής, διότι δεν υπάρχει λογιστής με τέτοια στοιχεία ταυτότητας και οι φερόμενες αποδείξεις είσπραξης υπογράφηκαν από τον ίδιο τον ΔΔ, ενώ επίσης η επιχείρηση του κατηγορούμενου, ουδέποτε απέκτησε ουσιαστικά πραγματική εμπορική - επαγγελματική υπόσταση και λειτούργησε μόνο τυπικά, τα εξέδωσαν δε με αποδέκτη την ατομική του (κατηγορούμενου) επιχείρηση για να εμφανίζει αγορές από επιχείρηση του εσωτερικού και να προσδώσει αληθοφάνεια στις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ως ενδοκοινοτικής παράδοσης εικονικά για την παράνομη είσπραξη φόρου προστιθέμενης αξίας, από την ατομική του επιχείρηση". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο άμεσης συνέργειας σε 4 επί μέρους περιπτώσεις εκδόσεως (κατ'εξακολούθηση) πλαστών και εικονικών τιμολογίων, που εκδόθηκαν από τους φυσικούς αυτουργούς στις 7-5-1998, στις 10-5-1998, στις 15-5-1998 και στις 22-5-1998, ενώ δέχθηκε στο άνω αιτιολογικό του ότι η συνδρομή αυτού έγινε μεταγενέστερα στις 9-6-2005 και ειδικότερα ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να εμφανισθεί και να υποβάλει Δήλωση ενάρξεως ατομικής του επιχειρήσεως στη Β' ΔΟΥ ..., να παραλάβει θεωρημένα βιβλία και παραστατικά, τα οποία παρέδωσε στη συνέχεια στους φυσικούς αυτουργούς, έλαβε χώρα προγενέστερα στις 6-5-1997, ένα δηλαδή έτος περίπου νωρίτερα της εκδόσεως των ανωτέρω τεσσάρων εικονικών τιμολογίων, (παραβ. άρθρου 19 παρ.1 α ν. 2523/1997) που εκδόθηκαν όλα τον Μάϊο του 1998. Δημιουργείται όμως ασάφεια και αντίφαση ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως της ως άνω κυρίας πράξεως της φοροδιαφυγής κατ'εξακολούθηση των φυσικών αυτουργών και του χρόνου τελέσεως της συνέργειας του εν λόγω κατηγορουμένου στις κύριες πράξεις των φυσικών αυτουργών, επηρεαζομένης και της παραγραφής και δη αν πρόκειται για άμεση συνέργεια κατά την εκτέλεση (46 παρ.1 β ΠΚ) ή για απλή συνέργεια (47 πκ), δοθείσα προ των κυρίων πράξεων ή για πράξεις μεταγενέστερες των άνω πράξεων των φυσικών αυτουργών και έτσι στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως, μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικά. Επομένως, συντρέχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του ΠΚ και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 10765/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.