Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1343 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Απορρίπτει την αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας που είχε υποβάλει ο αναιρεσείων στο ως άνω Συμβούλιο. Αριθμός 1343/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2713/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 48/
- Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 181/10.05.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Εισάγω υπό την κρίση του υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 481 § 1, 485 § 1, 528 § 1 εδαφ. τελευταίο Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 145/30-11-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, η οποία υπεβλήθη νομίμως υπό του εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρου Στρίμπερη, κατά του υπ'αρ. 2713/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την από 9-12-2004 αίτησή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αρ. 26187/2001 αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 2 μηνών για υπεξαγωγή εγγράφου. (Με την υπ'αρ. 1295/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η αναίρεση του Χ1 κατά της υπ' αρ. 26187/2001 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αρ. 1503/05 βούλευμα διέταξε συμπληρωματική έρευνα μετά το πέρας της οποίας, με το υπ'αρ. 2713/2006 (προσβαλλόμενο) βούλευμα απέρριψε την αίτησή του ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως είναι νόμιμη (αρ. 528 § 1 σε συνδ. με 481 § 1, 485 § 1 Κ.Π.Δ.) και εμπρόθεσμη (αρ. 473 § 1 Κ.Π.Δ.) διότι ασκήθηκε την 30-11-2006 η δε επίδοση του βουλεύματος έλαβε χώρα την 29-11-
- ΙΙ) Ως λόγος αναιρέσεως προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθ'όσον το Συμβούλιο Εφετών προέβη (σελ. 9 αιτήσεως) σε επιλεκτική εκτίμηση του αποδεικτικού στοιχείου (της από 20-2-2004 επιστολής του μηνυτή) όσο και περί μη εκτιμήσεως πολλών άλλων κρισίμων αποδεικτικών στοιχείων. Σχετικά με την επιστολή του Γ. Γογγολίδη η αιτιολογία είναι ενδοιαστική αφού ούτε από αυτήν ούτε από το λοιπό περιεχόμενο του βουλεύματος προκύπτει ποία είναι η θέση του Συμβουλίου Εφετών επί του ουσιώδους για την παραδοχή της αιτήσεώς του ζητήματος εάν η αναφερομένη επιστολή του μηνυτή απεστάλη υπ'αυτού προς τον αιτούντα χωρίς την διαγραφή της δευτέρας παραγράφου αυτής (όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο μηνυτής). 'Ετσι η παραδοχή αυτή δεν συνιστά νόμιμη αιτιολογία. Επίσης (σελ. 10 αιτήσεως) οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος για την εκτίμηση ότι σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο της επιστολής του Ψ1 (μηνυτή) ουδόλως συνάγεται κατά τρόπο κατάδηλο ότι δεν τελέστηκε από τον αιτούντα η αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, αφού η σχετική δήλωση του Ψ1 όσο και η επικοινωνία του τελευταίου με την μάρτυρα Γ1 έλαβε χώρα εννέα έτη περίπου μετά την τέλεση της πράξεως και αφού προηγήθηκε η απόρριψη της αναιρέσεώς του κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Επίσης η παραδοχή ότι η ασκηθείσα ανακοπή από τον Ψ1 κατά της διαταγής πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος του η εταιρεία του αιτούντος .... ΟΕ με βάση την ένδικη επιταγή για την μη παράδοση της οποίας στον μηνυτή καταδικάσθηκε ο αιτών έγινε δεκτή με την υπ'αρ. 286/1996 (το ορθό 268/1996) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης όχι μόνο είναι εντελώς αόριστη, ελλιπής και ασαφής αλλά και δεν συμπορεύεται με τα διδάγματα και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Περαιτέρω η παραδοχή αυτή δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν το ουσιαστικά βάσιμο της αιτήσεώς του, ούτε συναφείς αναγκαίες σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών οδηγήθηκε στο προαναφερόμενο απορριπτικό πόρισμά του, αφού αναφέρει ότι οι εκτιθέμενες ενέργειες των ενδιαφερομένων έλαβαν χώρα 9 έτη μετά την τέλεση της πράξεως, θεωρεί έτσι εξ αρχής απαραδέκτως ως δεδομένο ακριβώς εκείνο που ήταν και εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο, ήτοι την τέλεση από αυτόν του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, αναφέρει περιστατικά άσχετα του κρισίμου ζητήματος της επικαλουμένης αθωώτητάς του (της μη επιτεύξεως συμβιβασμού) και αποσιωπά το γεγονός ότι η απόφαση του Μονομελούς Πρωτ/κείου Μυτιλήνης με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του Ψ1 κατά της εταιρείας ...... Ο.Ε. αποκλειστικά εξ αιτίας της ερημοδικίας της τελευταίας, συναγομένου τεκμηρίου ομολογίας της. Το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκο κατάθεση της Γ1 ενώπιον Συμβ/φου από την οποία αποδεικνύεται η εδραία πεποίθησή του ότι το ποσό της επιταγής ανήκε στην εταιρεία και περαιτέρω δεν υπήρχε πρόθεσή του προς απόκρυψη της επιταγής. Ενώ προσεκόμισε την από ...... έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής Γραφολόγου-Δικηγόρου Δ1, το συμβούλιο κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο προς το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως και θα έπρεπε να περιλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή της. Σε κάθε περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας εκ του ότι δεν αναφέρονται σ'αυτό καθόλου τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κρίθηκαν ως μη αξιόπιστα τα αποδεικτικά μέσα της απολογίας του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της προαναφερομένης ενόρκου βεβαιώσεως-καταθέσεως αλλά και περαιτέρω γιατί δεν εξηγείται πως κρίνεται πιστευτέος ο μηνυτής και μόνον. ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 525 § 1 περίπτωση 2α του Π.Κ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δ'αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερομένης δίκης και από έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες, νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε Συμβούλιο Π. ΧΡ. ΝΕ/698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π.ΧΡ.ΝΓ/597, Α.Π. 476/2005 σε Συμβούλιο Π. ΧΡ. ΝΕ/987). Εξάλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Π. ΧΡ.ΝΓ/638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/978). ΙV). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη ότι: Απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στα οποία περιλαμβάνεται και η από ..... έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου Δ1, καθώς και από το από 27.7.2006 υπόμνημα (μαζί με τα αναφερόμενα σ' αυτό έγγραφα), που κατέθεσε ο αιτών στην υποβολή της εισαγγελικής πρότασης, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 26187/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον αιτούντα Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 18692/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο ανωτέρω αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου (αρθρ. 222 ΠΚ), και συγκεκριμένα, διότι "Στην Αθήνα την 25.5.1995 ενεργώντας υπό την ιδιότητα του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...... ΟΕ" και έχοντας στην κατοχή του την υπ' ... επιταγή, ποσού δρχ. 8.432.250, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα, την οποία είχε λάβει από τον εγκαλούντα Ψ1 προς κάλυψη της αξίας δελτίων λαχείου, μετά την επιστροφή των δελτίων αυτών δεν την επέστρεψε, όπως όφειλε κατά τη συμφωνία τους στον εγκαλούντα, ο οποίος είχε δικαίωμα να ζητήσει την παράδοση της, σύμφωνα με το άρθρο 424 ΑΚ, αλλά με πρόθεση την απέκρυψε βλάπτοντας έτσι τον ανωτέρω Ψ1". Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής ο αιτών απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1295/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη ο αιτών, προς υποστήριξη της ανωτέρω αιτήσεως του, επικαλείται νέα στοιχεία και συγκεκριμένα α) την από 20.2.2004 ανυπόγραφη δήλωση του μηνυτή Ψ1, στην οποία ο τελευταίος απευθυνόμενος σ' αυτόν αναφέρει τα ακόλουθα: "Αγαπητέ Χ1, εν συνεχεία της καταβολής προς εμέ του ποσού των 11.000 ευρώ (για έξοδα όλων των δικών, εξόδων εκτός έδρας, εισιτηρίων, παραστάσεων δικηγόρων) σου δηλώνω, ότι δεν έχω πλέον καμία απαίτηση εναντίον σου από καμία αιτία σχετικώς με την σφράγιση της υπ' αριθμ. ...... επιταγής μου ποσού 8.432.250 δραχμών. Τελειώνοντας, η υπόθεση αυτή και παρά την ποινικοποίηση της όλης διαφοράς έχω πλέον πειστεί ότι η εμπλοκή οφείλεται σε κακή συνεννόηση των λογιστηρίων των επιχειρήσεων μας και όχι σε κακή πίστη εκ μέρους σας. Φιλικά Ψ1", β) την υπ' αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Γ1 ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εργάζομαι στην επιχείρηση ....... ΟΕ και συγκεκριμένα στο λογιστήριο και στις 20.2.2004 ο Ψ1 πράκτορας ...... μου τηλεφώνησε και μου ανέφερε ότι ήταν στενοχωρημένος με την ποινική διένεξη που υπήρξε μεταξύ αυτού και του Χ1 και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί ο Χ1 σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου. Θεωρούσε, έπειτα από έρευνα που έκανε σε όλη αυτή την υπόθεση, ότι δεν είχε καμμία πρόθεση να βλάψει κανέναν ο Χ1 και δεν απέκρυψε παράνομα την επιταγή ποσού 8.432.250 δραχμών, η οποία σφραγίστηκε προς εξόφληση του τρεχούμενου (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που υπήρχε μεταξύ της εταιρίας .... ΟΕ και του Ψ1, χρέος του τελευταίου προς την εταιρία που πίστευε καλόπιστα ο Χ1 που υπήρχε. Μου δήλωσε ότι τιμά τον Χ1 ως άνθρωπο και κυρίως ως επαγγελματία και θα ήθελε να τον καλύψει ο Χ1 ως προς τα έξοδα, τα οποία αυτός έκανε για να αποδείξει ότι η επιταγή κακώς σφραγίστηκε και δεν υπήρχε καμία οφειλή μεταξύ τους. Μου ανέφερε επίσης, ότι ήθελε να αποκατασταθούν οι σχέσεις του με τον Χ1. Μόλις του ανέφερα το γεγονός του Χ1 και αφού είχε τηλεφωνική επικοινωνία ο ίδιος ο Χ1 και ο Δικηγόρος του κ. Πελέκης με τον Ψ1, γνωρίζω ότι ο κ. Ψ1 του έστειλε σημείωμα χειρόγραφο τονίζοντας του, ότι θα υπογράψει σχετικό κείμενο περί του ότι δεν έχει καμία απαίτηση κατά του Χ1 και ότι η μεταξύ τους διένεξη κακώς ποινικοποιήθηκε, γιατί πείσθηκε ότι ο Χ1 δεν είναι κακόπιστος και ήθελε να του καταβάλει ο Χ1 το ποσό των 11.000,00 ΕΥΡΩ ως δικαστικά έξοδα που έκανε με τη διένεξη που υπήρχε μεταξύ τους. Στη συνέχεια ο Ψ1 παρόλο ότι ο Χ1 του κατέβαλε αυθημερόν στις 20.2.2004 11.000,00 ΕΥΡΩ για τα έξοδα του από τις δικαστικές διενέξεις και όπως αυτός ζήτησε, μου ανέφερε και πάλι ότι είναι πεπεισμένος ότι ο Χ1 ενήργησε καλόπιστα και ότι αυτός θα αντικαταστήσει την εις βάρος του Χ1 άδικη ποινική καταδίκη. Στη συνέχεια στις επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα στο τέλος Φεβρουαρίου 2004 ο Ψ1 επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικά μαζί μου και μου ανέφερε εκ νέου ότι χρειάζεται άλλες 150.000,00 ΕΥΡΩ για να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη από τις άστοχες δικαστικές διενέξεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να αμαυρώσουν τη φήμη του ως πράκτορα και επαγγελματία στην κοινωνία της ..... και στα Πιστωτικά Ιδρύματα. Ο Χ1 θεώρησε εκβιασμό εκ μέρους του Ψ1 αυτές τις παράλογες απαιτήσεις και διακόπηκε κάθε επικοινωνία μαζί του" και γ) την υπ' αριθμ. 7724/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ανεστάλη προσωρινά η εκτέλεση της από .... απόφασης του Δ.Σ. και της από ...απόφασης της Γ.Σ. του σωματείου με την επωνυμία "..... (...)", περί διαγραφής του αιτούντος από μέλος αυτού, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, ότι "ούτε στο νόμο προβλέπεται ρητά η αμετάκλητη καταδίκη για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου ως λόγος που να αποκλείει την εγγραφή κάποιου ως μέλους ή που να επιβάλλει τη διαγραφή ενός μέλους, δεδομένου μάλιστα ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δεν διαπράχθηκε σε βάρος του Σωματείου" και τελικά η εν λόγω απόφαση του σωματείου ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 5973/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, από τις προσκομιζόμενες από τον αιτούντα (νέες) αποδείξεις, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών είναι αθώος. Ειδικότερα, μετά την έκδοση του υπ' αριθμ. 1503/2005 βουλεύματος του παρόντος Δικαστικού Συμβουλίου, εξετάστηκε στις 26.1.2006 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Μυτιλήνης ο μηνυτής Ψ1, ο οποίος αρνήθηκε όχι μόνον το περιεχόμενο της από 20.2.2004 επιστολής (φαξ) αυτού προς τον αιτούντα αλλά ακόμη και αυτή την επικαλούμενη από τον αιτούντα διευθέτηση της διαφοράς τους. Ειδικότερα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε, ότι έλαβε, πράγματι, από τον αιτούντα ένα σχέδιο επιστολής με το περιεχόμενο που επικαλείται ο αιτών, πλην όμως ζήτησε να γίνουν κάποιες διορθώσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η διαγραφή της δεύτερης παραγράφου, στην οποία γίνεται λόγος για ποινικοποίηση της υπόθεσης, λόγω κακής συνεννόησης των λογιστηρίων, χωρίς όμως να λάβει όπως ισχυρίστηκε, άλλη απάντηση από τον αιτούντα, επισύναψε δε στην κατάθεση του και αντίγραφο του αρχικού σχεδίου της από 20.2.2004 επιστολής, στην οποία φέρεται να έχει διαγραφεί η δεύτερη παράγραφος του κειμένου, ενώ υπάρχουν ακόμη και δύο άλλες ιδιόχειρες σημειώσεις, στη δεύτερη από τις οποίες ο ανωτέρω μάρτυρας αναφέρει, ότι θα στείλει στον αιτούντα την επιστολή υπογεγραμμένη μόλις θα ελάμβανε από τον τελευταίο το ποσό των 11.000 ευρώ. Ο αιτών, όμως, προσκομίζει άλλο φωτοαντίγραφο του ίδιου εγγράφου, που απέστειλε προς αυτόν ο Ψ1 με τις παρατηρήσεις του, στο οποίο δεν φέρεται να έχει διαγραφεί η δεύτερη παράγραφος του κειμένου του αρχικού σχεδίου, ισχυριζόμενος επί πλέον, ότι προέβη, πράγματι, στις διορθώσεις που ζήτησε να γίνουν στο αρχικό σχέδιο ο Ψ1, και ο τελευταίος στη συνέχεια απέστειλε και πάλι νέο φαξ (ήτοι αυτό που επικαλείται με την αίτηση του), στο οποίο ο Ψ1 φέρεται να σημειώνει τη φράση "Ψ1, θα στο στείλω υπογεγραμμένο μόλις βάλεις τώρα αμέσως τα χρήματα στο λογαριασμό...". Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι η προσκομισθείσα από τον αιτούντα από 20.2.2004 δήλωση - επιστολή του Ψ1 προς τον αιτούντα συντάχθηκε κατ' αρχάς από τον ίδιο τον αιτούντα ως σχέδιο επιστολής και απεστάλη προς το Ψ1, προκειμένου να λάβει τη μορφή ενυπόγραφης επιστολής του τελευταίου (Ψ1) προς τον αιτούντα, στα πλαίσια της οριστικής διευθέτησης των διαφορών τους. Ανεξάρτητα, όμως, από το ότι η εν λόγω επιστολή, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι απεστάλη από το Ψ1 στον αιτούντα χωρίς τη διαγραφή της δεύτερης παραγράφου, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, δεν φέρει την υπογραφή του Ψ1, σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο αυτής, εκτιμώμενο είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών, καθώς και με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την ένδικη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, ουδόλως συνάγεται κατά τρόπο κατάδηλο και όχι απλώς πιθανό, ότι δεν τελέστηκε από τον αιτούντα η αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, αφού η σχετική δήλωση του Ψ1 όσο και η επικοινωνία του τελευταίου με τη μάρτυρα Γ1 έλαβε χώρα εννέα έτη περίπου μετά την τέλεση της πράξεως και αφού προηγήθηκε η έκδοση της υπ' αριθμ. 1295/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της ένδικης καταδικαστικής απόφασης, και πάντοτε στα πλαίσια, όπως αναφέρθηκε, της διευθετήσεως των διαφορών τους, η οποία τελικά, όμως, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Ψ1, δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα, ενώ παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η ασκηθείσα από το Ψ1 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε σε βάρος του η εταιρεία του αιτούντος "..... Ο.Ε." με βάση την ένδικη επιταγή, για τη μη παράδοση της οποίας στον ανωτέρω μηνυτή καταδικάστηκε ο αιτών, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 286/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστικό Συμβούλιο, αναφερόμενο κατά τα λοιπά και στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της ως άνω εισαγγελικής πρότασης, κρίνει ότι πρέπει η κρινόμενη αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). V) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και με την ρητή αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 § 3 Συντάγματος και αρ. 139 Κ.Π.Δ.) διότι εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για το ουσία αβάσιμο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, τις αποδείξεις που την θεμελίωσε και τους νομικούς συλλογισμούς στους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία δεν καθίσταται φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά ετέλεσε. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα νεότερα προσκομισθέντα στοιχεία η δε γραφολογική γνωμοδότηση που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (άρ. 178 Κ.Π.Δ., διότι δεν παρηγγέλθη διενέργεια πραγ/σύνης από το Δικαστικό Συμβούλιο) ώστε να απαιτείται ειδική αναφορά για την μη αποδοχή της, αλλά έγγραφο το οποίο εξετιμήθη σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Η επικαλουμένη αποσιώπηση (δείτε αίτηση) ότι η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης έγινε εξαιτίας ερημοδικίας της Εταιρείας του αιτούντος συναγομένου τεκμηρίου ομολογίας, παρατηρούμε ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, καθ'όσον η ερημοδικία ουδόλως επηρεάζει το κύρος της άνω αποφάσεως. Το βούλευμα και η εις αυτήν ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση αναφέρονται εκτενώς εις την κατάθεση του Ψ1 (μηνυτή) και ως προς τον ισχυρισμό του περί μη διευθετήσεως της διαφοράς και επισημαίνεται η μη προσυπογραφή του από τον μηνυτή. Κατόπιν τούτων η υπό κρίση αναίρεση θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν σαυτόν τα δικαστικά έξοδα (458 § 1 Κ.Π.Δ.). VI) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 145/2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 (υποβληθείσα νομίμως δι'εξουσιοδοτήσεως του δικηγόρου του Αλ. Στρίμπερη Ακαδημίας 34 Αθήνα) κατά του υπ'αρ. 2713/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν στον άνω αιτούντα Χ1 τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2α του Ποινικού Κώδικα, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω και αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν κατ' εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δ' αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο, από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων, με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 26.187/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον αιτούντα Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 18.692/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο ανωτέρω αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), και συγκεκριμένα διότι "Στην Αθήνα την 25.5.1995 ενεργώντας υπό την ιδιότητά του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ".......ΟΕ" και έχοντας στην κατοχή του την υπ' αριθμό ..... επιταγή, ποσού δρχ. 8.432.250, πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα, την οποία είχε λάβει από τον εγκαλούντα Ψ1 προς κάλυψη της αξίας δελτίων λαχείου, μετά την επιστροφή των δελτίων αυτών, δεν την επέστρεψε, όπως όφειλε, κατά τη συμφωνία τους, στον εγκαλούντα, ο οποίος είχε δικαίωμα να ζητήσει την παράδοσή της, σύμφωνα με το άρθρο 424 Α.Κ., αλλά με πρόθεση την απέκρυψε, βλάπτοντας έτσι τον ανωτέρω Ψ1". Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής ο αιτών απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1295/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη ο αιτών, προς υποστήριξη της ανωτέρω αιτήσεώς του, επικαλείται νέα στοιχεία και συγκεκριμένα α) την από 20.2.2004 ανυπόγραφη δήλωση του μηνυτή Ψ1, στην οποία ο τελευταίος, απευθυνόμενος σ' αυτόν, αναφέρει τα ακόλουθα: "Αγαπητέ Χ1, εν συνεχεία της καταβολής προς εμέ του ποσού των 11.000 ευρώ (για έξοδα όλων των δικών, εξόδων εκτός έδρας, εισιτηρίων, παραστάσεων δικηγόρων) σου δηλώνω, ότι δεν έχω πλέον καμία απαίτηση εναντίον σου από καμία αιτία σχετικώς με την σφράγιση της υπ' αριθμ. ..... επιταγής μου ποσού 8.423.250 δραχμών, Τελειώνοντας, η υπόθεση αυτή και παρά την ποινικοποίηση της όλης διαφοράς έχω πλέον πειστεί ότι η εμπλοκή οφείλεται σε κακή συνεννόηση των λογιστηρίων των επιχειρήσεών μας και όχι σε κακή πίστη εκ μέρους σας. Φιλικά Ψ1", β) την υπ' αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Γ1 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εργάζομαι στην επιχείρηση ..... ΟΕ και συγκεκριμένα στο λογιστήριο και στις 20.2.2004 ο Ψ1, πράκτορας ...., μου τηλεφώνησε και μου ανέφερε ότι ήταν στενοχωρημένος με την ποινική διένεξη που υπήρξε μεταξύ αυτού και του Χ1 και η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί ο Χ1 σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου. Θεωρούσε, έπειτα από έρευνα που έκανε σε όλη αυτή την υπόθεση, ότι δεν είχε καμία πρόθεση να βλάψει κανέναν ο Χ1 και δεν απέκρυψε παράνομα την επιταγή ποσού 8.432.250 δραχμών, η οποία σφραγίστηκε προς εξόφληση του τρεχούμενου (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που υπήρχε μεταξύ της εταιρείας .... ΟΕ και του Ψ1, χρέος του τελευταίου προς την εταιρία που πίστευε καλόπιστα ο Χ1 που υπήρχε. Μου δήλωσε ότι τιμά τον Ψ1 ως άνθρωπο και κυρίως ως επαγγελματία και θα ήθελε να τον καλύψει ο Χ1 ως προς τα έξοδα, τα οποία αυτός έκανε για να αποδείξει ότι η επιταγή κακώς σφραγίστηκε και δεν υπήρχε καμία οφειλή μεταξύ τους. Μου ανέφερε επίσης, ότι ήθελε να αποκατασταθούν οι σχέσεις του με τον Χ1. Μόλις του ανέφερα το γεγονός του Ψ1 και αφού είχε τηλεφωνική επικοινωνία ο ίδιος ο Χ1 και ο δικηγόρος του κ. Πελέκης με τον Ψ1, γνωρίζω ότι ο κ. Ψ1ς του έστειλε σημείωμα χειρόγραφο τονίζοντάς του ότι θα υπογράψει σχετικό κείμενο περί του ότι δεν έχει καμία απαίτηση κατά του Χ1 και ότι η μεταξύ τους διένεξη κακώς ποινικοποιήθηκε, γιατί πείστηκε ότι ο Χ1 δεν είναι κακόπιστος και ήθελε να του καταβάλει ο Ψ1 το ποσό των 11.000,00 ευρώ ως δικαστικά έξοδα που έκανε με τη διένεξη που υπήρχε μεταξύ τους. Στη συνέχεια, ο Χ1, παρόλο ότι ο Ψ1 του κατέβαλε αυθημερόν στις 20.2.2004 11.000,00 ευρώ για τα έξοδά του από τις δικαστικές διενέξεις και όπως αυτός ζήτησε, μου ανέφερε και πάλι ότι είναι πεπεισμένος ότι ο Χ1 ενήργησε καλόπιστα και ότι αυτός θα αντικαταστήσει την εις βάρος του Χ1 άδικη ποινική καταδίκη. Στη συνέχεια στις επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα στο τέλος Φεβρουαρίου 2004, ο Ψ1 επικοινώνησε εκ νέου τηλεφωνικά μαζί μου και μου ανέφερε εκ νέου ότι χρειάζεται άλλες 150.000,00 ευρώ για να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη από τις άστοχες δικαστικές διενέξεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να αμαυρώσουν τη φήμη του ως πράκτορα και επαγγελματία στην κοινωνία της .... και στα πιστωτικά ιδρύματα. Ο Χ1 θεώρησε εκβιασμό εκ μέρους του Ψ1 αυτές τις παράλογες απαιτήσεις και διακόπηκε κάθε επικοινωνία μαζί του" και γ) την υπ' αριθμ. 7724/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ανεστάλη προσωρινά η εκτέλεση της από .... απόφασης του Δ.Σ. και της από .... απόφασης της Γ.Σ. του σωματείου με την επωνυμία "...... (...)", περί διαγραφής του αιτούντος από μέλος αυτού, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, ότι "ούτε στο νόμο προβλέπεται ρητά η αμετάκλητη καταδίκη για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφου ως λόγος που να αποκλείει την εγγραφή κάποιου ως μέλους ή που να επιβάλλει τη διαγραφή ενός μέλους, δεδομένου μάλιστα ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δεν διαπράχθηκε σε βάρος του Σωματείου" και τελικά η εν λόγω απόφαση του Σωματείου ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 5973/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, από τις προσκομιζόμενες από τον αιτούντα (νέες) αποδείξεις, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αιτών είναι αθώος. ειδικότερα, μετά την έκδοση του υπ' αριθμ. 1503/2005 βουλεύματος του παρόντος Δικαστικού Συμβουλίου, εξετάστηκε στις 26.1.2006 ενώπιον του εισαγγελέως Πρωτοδικών Μυτιλήνης ο μηνυτής Ψ1, ο οποίος αρνήθηκε όχι μόνον το περιεχόμενο της από ..... επιστολής (φαξ) αυτού προς τον αιτούντα, αλλά ακόμη και αυτή την επικαλούμενη από τον αιτούντα διευθέτηση της διαφοράς τους. Ειδικότερα, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ότι έλαβε πράγματι από τον αιτούντα ένα σχέδιο επιστολής με το περιεχόμενο που επικαλείται ο αιτών, πλην όμως ζήτησε να γίνουν κάποιες διορθώσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η διαγραφή της δεύτερης παραγράφου, στην οποία γίνεται λόγος για ποινικοποίηση της υπόθεσης, λόγω κακής συνεννόησης των λογιστηρίων, χωρίς όμως να λάβει όπως ισχυρίστηκε, άλλη απάντηση από τον αιτούντα, επισύναψε δε στην κατάθεσή του και αντίγραφο του αρχικού σχεδίου της από 20.2.2004 επιστολής, στην οποία φέρεται να έχει διαγραφεί η δεύτερη παράγραφος του κειμένου, ενώ υπάρχουν ακόμη και δύο άλλες ιδιόχειρες σημειώσεις, στη δεύτερη από τις οποίες ο ανωτέρω μάρτυρας αναφέρει ότι θα στείλει στον αιτούντα την επιστολή υπογεγραμμένη μόλις θα ελάμβανε από τον τελευταίο το ποσό των 11.000 ευρώ. Ο αιτών, όμως, προσκομίζει άλλο φωτοαντίγραφο του ίδιου εγγράφου, που απέστειλε προς αυτόν ο Ψ1 με τις παρατηρήσεις του, στο οποίο δεν φέρεται να έχει διαγραφεί η δεύτερη παράγραφος του κειμένου του αρχικού σχεδίου, ισχυριζόμενος, επί πλέον, ότι προέβη πράγματι στις διορθώσεις που ζήτησε να γίνουν στο αρχικό σχέδιο ο Ψ1 και ο τελευταίος στη συνέχεια απέστειλε και πάλι νέο φαξ (ήτοι αυτό που επικαλείται με την αίτησή του) στο οποίο ο Ψ1 φέρεται να σημειώνει τη φράση "Χ1, θα στο στείλω υπογεγραμμένο, μόλις βάλεις τώρα αμέσως τα χρήματα στο λογαριασμό...". Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η προσκομισθείσα από τον αιτούντα από ... δήλωση - επιστολή του Ψ1 προς τον αιτούντα συντάχθηκε κατ' αρχάς από τον ίδιο τον αιτούντα ως σχέδιο επιστολής και απεστάλη προς τον Ψ1, προκειμένου να λάβει τη μορφή ενυπόγραφης επιστολής του τελευταίου (Ψ1) προς τον αιτούντα, στα πλαίσια της οριστικής διευθέτησης των διαφορών τους. Ανεξάρτητα όμως από το ότι η εν λόγω επιστολή, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι απεστάλη από τον Ψ1 στον αιτούντα, χωρίς τη διαγραφή της δεύτερης παραγράφου, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, δεν φέρει την υπογραφή του Ψ1, σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο αυτής, εκτιμώμενο είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών, καθώς και με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στο ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την ένδικη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, ουδόλως συνάγεται κατά τρόπο κατάδηλο και όχι απλώς πιθανό, ότι δεν τελέστηκε από τον αιτούντα η αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, αφού η σχετική δήλωση του Ψ1 όσο και η επικοινωνία του τελευταίου με την μάρτυρα Γ1 έλαβε χώρα εννέα έτη περίπου μετά την τέλεση της πράξεως και αφού προηγήθηκε η έκδοση της υπ' αριθμ. 1295/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της ένδικης καταδικαστικής απόφασης και πάντοτε στα πλαίσια, όπως αναφέρθηκε, της διευθετήσεως των διαφορών τους, η οποία τελικά, όπως προκύπτει από την κατάθεση του Ψ1, δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα, ενώ παράλληλα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η ασκηθείσα από τον Ψ1 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος του η εταιρεία του αιτούντος "...... ΟΕ" με βάση την ένδικη επιταγή, για τη μη παράδοση της οποίας στον ανωτέρω μηνυτή καταδικάστηκε ο αιτών, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 286/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστικό Συμβούλιο, αναφερόμενο, κατά τα λοιπά και στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της ως άνω εισαγγελικής πρότασης, κρίνει ότι πρέπει η κρινόμενη αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, και με τη ρητή αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του για το ουσία αβάσιμο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, τις αποδείξεις στις οποίες τη θεμελίωσε και τους νομικούς συλλογισμούς στους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δεν καθίσταται φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε με το βούλευμά του υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα νεότερα προσκομισθέντα στοιχεία, η δε γραφολογική γνωμοδότηση, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων δεν αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (διότι τη διενέργειά της δεν την παρήγγειλε το Δικαστικό Συμβούλιο), ώστε να απαιτείται ειδική αναφορά για τη μη αποδοχή της, αλλά έγγραφο, το οποίο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, η επικαλούμενη από τον αιτούντα αποσιώπηση του γεγονότος ότι η ανακοπή κατά της παραπάνω αναφερόμενης στο βούλευμα διαταγής πληρωμής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης έγινε δεκτή εξ αιτίας της ερημοδικίας της εταιρείας "...... ΟΕ", από την οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τεκμήριο ομολογίας, προβάλλεται αλυσιτελώς διότι από την ερημοδικία δεν συνάγεται τέτοιο τεκμήριο, αφού ο δικαζόμενος ερήμην δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τέλος, στο προσβαλλόμενο βούλευμα (αλλά και στην εισαγγελική πρόταση που έχει ενσωματωθεί σ' αυτό) γίνεται εκτενής αναφορά στην κατάθεση του μηνυτή, Ψ1 και ως προς τον ισχυρισμό του περί μη διευθετήσεως της διαφοράς. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 145/2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 2.713/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ