Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1345 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως ως απαράδεκτες, διότι στρέφονται κατά βουλεύματος που δεν επιτρέπεται αναίρεση και η δεύτερη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει νόμιμη περίπτωση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1345/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου . Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 και 8 Μαρτίου 2007 αιτήσεις της αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 426/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 274/29.6.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ.: α) την υπ'αριθ. 64/8-3-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Βαρουτά, δυνάμει της από 5-3-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ'αριθ. 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την από 3-3-2007 ταυτόσημη αίτηση της ίδιας αναιρεσείουσας Χ1 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση επίσης του ανωτέρω υπ'αριθ. 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ. ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 776/2006, ΑΠ 297/2006). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 476 παρ.2 Κ.Π.Δ., που, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ.1 β'(αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ.2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις ούτε και προς το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1486/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ'αριθ. 8969/7-2-2005 απόφασή του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 για τις πράξεις της παραβάσεως του Ν. 2971/2001 και του Ν. 1337/1983 και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός
(1)έτους και τριών
(3)μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη με το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 275/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του ως άνω όμως βουλεύματος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκηθεί αναίρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπόμενο σ'αυτήν ένδικο μέσο. Επομένως οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Ανεξάρτητα από αυτά η από 3-3-2007 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο: Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων από την τελευταία οργάνων, στα οποία δεν περιλαμβάνεται και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατεξαίρεση άσκηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα (ΑΠ 578/2005, ΑΠ 295/2001), όπως είναι και η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται, η έφεση ως απαράδεκτη, πράγμα που συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες: α) η υπ'αριθ. 64/8-3-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατά του υπ'αριθ. 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) η από 3-3-2007 ταυτόσημη αίτηση της ίδιας αναιρεσείουσας Χ1 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση επίσης του ανωτέρω υπ'αριθ. 275/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 9-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Επομένως, αν με κάποια διάταξη καθορίζονται ορισμένα πρόσωπα, ως δικαιούμενα, εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι δεν δικαιούνται και άλλα, μη μνημονευόμενα πρόσωπα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ., που, όπως σήμερα ισχύει, περιορίζει το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως κατά του βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, δεν αντίκειται στα άρθρα παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού δεν περιέχει άνιση ρύθμιση, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση κάποιων διαδίκων, αλλ' ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αφού μάλιστα και ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του, ότι είναι ενδεχόμενο, η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί να μη προσβάλλεται με ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως). Όπου κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση ένδικου μέσου, υπήρξε ρητή η αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ. 1 β' (αναίρεση των τελεσίδικων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 του Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις ούτε και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ένδικων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι, κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιουμένου διαδίκου ενώπιον των οργάνων που ορίζονται από την τελευταία ως άνω διάταξη, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει αυτόν τον χαρακτήρα, όπως είναι και η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 8969/7.2.2005 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 για τις πράξεις της παραβάσεως του Ν. 2971/2001 και του Ν. 1337/1983 και της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και τριών μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη, με το 275/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του οποίου η κατηγορουμένη άσκησε τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. Σύμφωνα, όμως με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, κατά του ως άνω βουλεύματος δεν επιτρέπεται να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, που συνεκδικάζονται, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ανεξάρτητα από αυτά, η από 3 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, άσκηση αναιρέσεως με δήλωση, επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την 64/8.3.2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατά του 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την από 3.3.2007 ταυτόσημη αίτηση της ίδιας αναιρεσείουσας Χ1 που ασκήθηκε με δήλωσή της προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση επίσης του ανωτέρω 275/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαϊου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ