← Ελλάδα

ΑΠ 1347/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1347 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (525 επ. ΚΠΔ). Δεν υπάρχουν νεότερα στοιχεία που να δικαιολογούν την παραδοχή της. Απορρίπτει αίτημα αναστολής. Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 του ΚΠΔ. Απορρίπτει αιτήσεις. Απορρίπτει αίτημα αναστολής. ΑΡΙΘΜΟΣ 1347/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων:

  1. Χ1, κρατούμενου στη Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας και
  2. Χ2, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Γ.Κ.Κ. Τύπου Α' Μαλανδρίνου Φωκίδας, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Παπαϊωάννου και Χρήστο Τσιράκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 96, 97/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1557/
  3. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 438/2.11.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Οι Χ1 και Χ2 καταδικάστηκαν αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 96-97/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, (-η οποία διορθώθηκε με την 278/2004 απόφαση του αυτού δικαστηρίου και δη σε σχέση μόνο με τις απολογίες αυτών όπως καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της πρώτης απόφασης όπου από παραδρομή σ'αυτά καταχωρήθηκε ως απολογία του πρώτου ή του δευτέρου και αντίστροφα, πράγμα που διορθώθηκε με την άνω δεύτερη (=278/2004) απόφαση-) και η οποία (καταδικαστική απόφαση) κατέστη αμετάκλητη μετά την κατ'αυτής ασκηθείσα αναίρεση απόρριψη της τελευταίας με την 1539/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου- για ληστεία από κοινού από την οποία προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη σε άλλον και δη του φύλακα των αφαιρεθέντων προς παράνομη ιδιοποίηση αντικειμένων -380 § § 1,2,45 ΠΚ- τα οποία ως αρχαία ανήκαν στο κράτος και είχαν αξία 546.280.000 δραχμές. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω καταδικάσθηκαν διότι: "Στην ...... στις 12-4-1990 ώρα 03.00' περίπου, οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση με πρόθεση, προφανώς και με άλλα άγνωστα κατά την ανάκριση πρόσωπα, αφού παραβίασαν τη σιδερένια πόρτα του περιφραγμένου χώρου των αρχαιοτήτων της Αρχαίας Κορίνθου, πλησίασαν στο κτίριο του Μουσείου, (εξωτερικό) φύλακα Γ1, τον οποίο κτύπησαν δυνατά με άγνωστα αντικείμενα στο κεφάλι, τον φίμωσαν και τον έδεσαν γερά με σχοινί στα χέρια και τα πόδια, ταυτόχρονα δε με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, προανήγγειλαν στον ανωτέρω φύλακα, κακό που επρόκειτο να πραγματοποιήσουν σε βάρος του και συγκεκριμένα ότι θα τον σκοτώσουν, με τα πιστόλια που κρατούσαν στα χέρια τους, λέγοντας του: "μη μιλάς θα πεθάνεις", έτσι αφού τον ακινητοποίησαν και έκαμψαν οποιαδήποτε αντίσταση του με ιδιαίτερη σκληρότητα, προκαλώντας σ' αυτόν με τα κτυπήματά τους βαριά σωματική βλάβη, και ειδικότερα κάκωση κεφαλής με πιθανό κάταγμα μετωπιαίου, κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, κάταγμα κάτω γνάθου, κάκωση τεσσάρων κατωτέρω πλευρών θώρακος, κάκωση οσφύος, κάκωση ρινός, θλαστικό τραύμα ριζορινίου, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, έντονο αιμάτωμα βλεφάρου αριστερού, δηλαδή κακώσεις που εμπόδισαν τον ως άνω παθόντα σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, και ενδεχομένως να πέθαινε από αφαίμαξη αν δεν εμφανιζόταν στις 07.00' ο φύλακας της επόμενης (πρωινής) βάρδιας, επιχείρησαν αρχικώς να παραβιάσουν τη σιδερένια κεντρική είσοδο του Μουσείου με τρυπάνι} χωρίς όμως να το επιτύχουν, στη συνέχεια, αφού τοποθέτησαν πτυσσόμενη μεταλλική ψηλή σκάλα, την οποία έφεραν μαζί τους, στον τοίχο της ανατολικής πλευράς του Μουσείου, ανέβηκαν στη στέγη αυτού και περπατώντας στην κεραμοσκεπή, κατήλθαν στον εσωτερικό περίβολο του Μουσείου από σιδερένια σκάλα, η οποία ήταν αφημένη εκεί. Ακολούθως, αφού παραβίασαν την εσωτερική πόρτα, με την οποία επικοινωνούσε ο εσωτερικός περίβολος με το διάδρομο και τις αίθουσες εκθεμάτων του Μουσείου, αφαίρεσαν από τις βιτρίνες του Μουσείου αρχαιολογικά εκθέματα τα οποία στη συνέχεια έβγαλαν από το χώρο του Μουσείου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εισήλθαν, ταυτόχρονα δε, αφαίρεσαν, και το χρηματικό ποσό των 1.000.000 δραχμών-από τα συρτάρια των γραφείων του Μουσείου, που προορίζονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του και ειδικότερα αφαίρεσαν 273 έργα της αρχαίας κλασικής περιόδου των ελληνιστικών χρόνων και της ρωμαιοκρατίας (συμπεριλαμβανομένων μερικών αντικειμένων χαρακτηριστικής κορινθιακής κεραμικής, γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου καθώς και μερικών μελανόμορφων και πορφυρόμορφων κεραμικών, ανάγλυφων αγαλμάτων, μερικών της Κορινθιακής Ρωμαιοκρατίας, γυάλινων δοχείων, μικρών ευρημάτων) καθώς και της πρώιμης αρχαϊκής περιόδου, χρονολογουμένης, γύρω στο 470 π.χ., τα οποία εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 1 επ. του ν. ΚΝ 5351/1932 "Περί αρχαιοτήτων" και ανήκουν πράγματι αλλά και σύμφωνα με το άρθρο του ανωτέρω Νόμου, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας 546.280.000 δρχ., όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται, κατ' αύξοντα αριθμό, κατ' είδος και κατά τιμή μονάδος στο διατακτικό, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, παρόλο που γνώριζαν ότι ανήκουν στην κυριότητα και κατοχή του Ελλ. Δημοσίου, με αποτέλεσμα η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο τελευταίο να ανέρχεται στο ποσό των 547.280.000 δραχμών. Τα προαναφερόμενα περιστατικά, σε συνδυασμό με τα γεγονότα: α) ότι τα αρχαία αντικείμενα μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ με την "......", συμφερόντων του ..., β) ότι ο Δ1 είτε συχνές επαφές (πριν από την παράδοση των αρχαίων) με τον κατηγορούμενο Χ1, , γ) ότι ο ίδιος (Δ1) κατείχε φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα κλοπιμαία αρχαία και δ) ότι ήταν αυτός (δηλ. ο Δ1) που οδήγησε τις αστυνομικές αρχές στην παράδοση των αρχαίων αντικειμένων που ήταν αποθηκευμένα στο Μαϊάμι των ΗΠΑ, παρέχουν πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς το ότι οι κατηγορούμενοι ήταν δύο από τους δράστες (φυσικοί αυτουργοί) της προαναφερόμενης ληστείας από την οποία προήλθε η βαριά σωματική βλάβη του φύλακα του μουσείου. Ο Α' κατ/νος ομολόγησε τη συμμετοχή του στη ληστεία, ισχυρίζεται όμως αβασίμως ότι δεν χτύπησε αυτός τον φύλακα. Ο δόλος τόσο του ως άνω κατ/νου, όσο και του συγκατηγορούμενου αδελφού του, ο οποίος αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στη ληστεία, ήταν να προκαλέσουν στο φύλακα τις προαναφερόμενες βαριές σωματικές βλάβες, για τις οποίες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο επί δεκαπενθήμερο και μετά από μακροχρόνια αναρρωτική άδεια αναγκάσθηκε να συνταξιοδοτηθεί λόγω της επισφαλούς καταστάσεως της υγείας του. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος που βρέθηκε σε αλουμινένια σκάλα που είχαν εγκαταλείψει οι δράστες έξω από το αρχαιολογικό μουσείο, ταυτίζεται, όπως διαπιστώθηκε από την από..... δακτυλοσκοπική πραγματογνωμοσύνη, των ενηργησάντων αυτήν ..... και ....., Αστυνόμων Α' της Δ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών, κατόπιν διατάξεως του Ανακριτή Κορίνθου, με το αποτύπωμα του δεξιού μεσαίου δακτύλου του Χ
  4. Ο πρώτος κατ/νος δεν αποδείχθηκε ότι έχει ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό της πράξης του. όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός εξαιτίας της βιολογικής του κατάστασης είχε κατά τη διάπραξη της ως άνω ληστείας μειωμένη ικανότητα να ενεργεί σύμφωνα με την αντίληψη του περί αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι κατ/νοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, όπως αόριστα αυτοί ισχυρίζονται. Επομένως, απορριπτόμενων, ως μη αποδεικνυομένων, των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της παραπάνω αξιόποινης πράξης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 δ' Π.Κ. καθόσον, όπως αποδείχθηκε αυτοί επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξαν εμπράκτως να μειώσουν τις συνέπειες της ως άνω πράξεως τους, δοθέντος ότι αυτοί επιδίωξαν έκτοτε και ήλθαν σε συνάντηση με τον παθόντα Γ1, ζήτησαν απ' αυτόν συγγνώμη και προς ηθική του ικανοποίηση του κατέβαλαν το ποσό των 15.000.000 δρχ.". Οι ανωτέρω υπέβαλαν -δια του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου- αφενός μεν στις 3-9-2007 την από 15-12-2006 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Τσιράκη ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό τους και δη του Χ1 δυνάμει της από 5-12-2006 εξουσιοδότησής του, στην οποία το γνήσιο της υπογραφής αυτού βεβαιώνει υπάλληλος του δήμου 'Αργους, για δε τον Χ2 δεν υφίσταται σχετική εξουσιοδότηση αυτού. -Να σημειωθεί εδώ ότι ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος δεν παρέστη ως συνήγορος των καταδικασθέντων στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η άνω καταδικαστική απόφαση (βλ. πρακτικά αυτής), αφετέρου δε ο Χ2 στις 4-11-2007 δια του αυτού πληρεξουσίου δικηγόρου που ενεργεί μετά από εξουσιοδότηση της συζύγου του (δηλ του Χ2) δεύτερη αίτηση με ημερομηνία 1-10-2007, ταυτόσημη της πρώτης. Με την αίτηση αυτή (επαναλήψεως της κατ'αυτών διαδικασίας) -που είναι ταυτόσημη και για τους δύο- ισχυρίζονται ο μεν πρώτος ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, ο δε δεύτερος ότι είναι απόλυτα αθώος. Ειδικώτερα δε, αφού αναφέρουν ότι αυτοί έδωσαν τις πληροφορίες για την επιστροφή των επιδίκων αντικειμένων στους μάρτυρες κατηγορίας Δ1, Δ2 και Δ3, στην συνέχεια ο πρώτος από αυτούς προβαίνει σε επισυναπτόμενη ιδιόχειρη αφήγηση των αληθινών γεγονότων και δη ότι συμμετείχε με τον Κ1 και Κ2 - Κ3 και Κ4 στην πράξη "Κλοπής των συγκεκριμένων αρχαίων" και συγκεκριμενοποιεί τις συνθήκες τέλεσης της πράξης και ότι εισήλθε και ο ίδιος μέσα στο Μουσείο και ότι είχε κτυπήσει και "άθελά" του τον φύλακα ο Κ1 και "του πιάσαμε τα χέρια και τα ακινητοποιήσαμε τα δέσαμε με ένα σχοινάκι.... επίσης του δέσαμε και τα πόδια. Επειδή, όμως συνέχιζε να φωνάζει..... αναγκαστήκαμε να του δέσουμε με ένα πανί και το στόμα.... Αργότερα έμαθα ότι τα άφησαν στο θείο μου (=Ζ1 στο Μαϊάμη) για να τα φυλάξη ....ο θείος μου άφησε εντολή στον πατέρα μου να επιστραφούν τα πράγματα στη βάση τους..... είχε μιλήσει σε ένα πολύ φίλο του....τον Ν1 και αυτός είχε έναν αγαπημένο ανεψιό τον Δ1 ....... και θα ήταν εύκολο μέσω αυτού να επιστραφούν .... Τελικά σύντομα ήλθαμε σε επαφή με τον Δ1 με σκοπό να βοηθήσει υπεύθυνα στον επαναπατρισμό των αρχαίων. Πριν συλλάβουν εμένα είχε έλθη στο Γυμναστήριο και παράλληλα μου τηλεφωνούσε κάποιες φορές.....και έχει μετανοιώσει για την παραβατική του συμπεριφορά",- όπως την ονομάζει- και β) προσθέτουν, στην αυτή αίτηση, ότι στην απόλυτη άδικη καταδίκη τους άσκησαν ουσιώδη επιρροή οι αποδεδειγμένα δόλιες και ψευδέστατες ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο του Δικαστηρίου των μαρτύρων κατηγορίας Δ2 και Δ3 οι οποίες έγιναν με τον αποδεδειγμένο δόλο να καρπωθούν τα δήθεν εύρετρα των επιδίκων αρχαίων αντικειμένων. Προς επίρρωση των αναφερομένων στην άνω ιδιόχειρη εξιστόρηση του πρώτου επικαλούνται και προσκομίζουν την από ..... ένορκη κατάθεση στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Κριμπογιάννη-Αλευρά (η οποία συνέταξε την υπ'αριθμ. ..... έκθεση) του Δ1, ο οποίος καταθέτει, και δη "προς διευκρίνιση κάποιων αναπάντητων ερωτημάτων που του είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια της δίκης" ότι "τα άτομα με τα οποία είχε έλθη σε επαφή προκειμένου να του παραδώσουν τα κλεμμένα αντικείμενα είναι οι Χ2 (πατέρας) και Χ1 (γιος)..... το αρχικό τηλεφώνημα... έγινε από τον Ζ1.... Πριν φύγω για την Αμερική είχα δύο συναντήσεις με τον Χ1.... πηγαίνοντας στο Μαϊάμι της Φλωρίδας ήλθα σε επαφή με τον Χ2 (πατέρα) ......" και στη συνέχεια καταθέτει ότι "εγώ από μέρους μου είχα ένα ηθικό βάρος για το εάν θα έπρεπε να κατανομάσω τους δράστες, το οποίο βάρυνε ακόμη περισσότερο όταν μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα δέχτηκα δύο ανώνυμα τηλεφωνήματα μέσω των οποίων μου υποδεικνύετο να μην κατονομάσω τους δράστες, διότι θα έθετα σε κίνδυνο την ζωή της οικογένειάς μου. ...... Σήμερα πιστεύω πως οι απειλές .... έχουν εκλείψει...". Δηλ. από την ένορκη αυτή κατάθεση προκύπτει ότι οι αιτούντες ήσαν αυτοί που ενδιαφέροντο για την επιστροφή των επιδίκων αντικειμένων και αφετέρου ότι γνώριζε ότι τουλάχιστον ο πρώτος αιτών ήταν δράστης του επιδίκου εγκλήματος. Ο ίδιος άλλωστε τη συμμετοχή του την έχει δεχθεί στην απολογία του ενώπιον του καταδικάσαντος δικαστηρίου. Επίσης ο τελευταίος υπέβαλε, μέσω των Φυλακών Αγιάς, και το συνημμένο από 30-8-2004 υπόμνημα στο οποίο επαναλαμβάνει τα αυτά ως άνω και ότι καταδικάστηκε αυστηρά και ότι δεν ελήφθη υπόψη η "επιδειχθείσα εμπράκτος μεταμέλεια". Επίσης αμφότεροι προσεκόμισαν μεταγενέστερα προς ενίσχυση των απόψεών τους την υπ'αριθμ .7708/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει, κατ'αυτούς, ότι ο "νέος" μάρτυρας (=Δ1) συνέβαλε στην επιστροφή των κλαπέντων. Σε κανένα κείμενο του πρώτου αιτούντος δεν αναφέρεται αμέσως ή εμμέσως πιο είναι το ελαφρότερο έγκλημα για το οποίο έπρεπε να καταδικαστεί σε σχέση με αυτό που καταδικάστηκε που είναι το βαρύτερο. Απλόν υπαινιγμό κάνει στο τελευταίο υπόμνημα ότι η καταδίκη του ήταν αυστηρή, δηλ. σε σχέση με την ποινή, και ότι δεν ελήφθη υπόψη η έμπρακτη μεταμέλεια του δηλ. ο πρωταγωνιστικός του ρόλος για την επιστροφή των επιδίκων αντικειμένων. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 1 Κ.Π.Δ. η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του ή από τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αίτηση, αφού δεν είναι ένδικο μέσο, δεν ασκείται κατά τον τρόπο που ασκούνται τα ένδικα μέσα αλλά υποβάλλεται με σχετικό δικόγραφο και χωρίς να απαιτείται και εγχείριση τούτου στους αρμοδίους Εισαγγελείς (βλ. και ΑΠ 700/82, Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. β σελ. 319 σημ. 6, Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο

(2007)σελ. 1064 σημ. 34, Δαλακούρα-Επανάληψη της διαδικασίας
(2007)σελ. 341) αφετέρου τα αναφερόμενα πρόσωπα ορίζονται περιοριστικά. Ταύτα μπορούν να υποβάλλουν την αίτηση είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 465 § 1 Κ.Ποιν. Δ. (βλ. ΑΠ 598/94, ΑΠ 428/93 κ.ά.). Επομένως αίτηση επανάληψης από πρόσωπο που δεν ανήκει στα ανωτέρω είναι απαράδεκτη, όπως και αίτηση που υποβάλλεται από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό προσώπου που δικαιούται μεν σ'αυτή αλλά χωρίς ειδικό πληρεξούσιο είναι απαράδεκτη (βλ. και ΑΠ 598/94, ΑΠ 177/81, ΑΠ 712/2003 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω η από 15-12-2006, που υπεβλήθη στις 3-9-2007, αίτηση επανάληψης που υπεβλήθη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Τσιράκη για λογαριασμό του Χ2 είναι απαράδεκτη γιατί ασκήθηκε χωρίς την ύπαρξη ειδικού πληρεξουσίου αυτού (=Χ2) και χωρίς να είχε παραστεί ως συνήγορος αυτού στη δίκη που εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση που κατέστη αμετάκλητη. Το υπάρχον στην δικογραφία πληρεξούσιο του αδελφού αυτού παρέχει την ειδική εντολή για άσκηση αιτήσεως επανάληψης μόνο "προς όφελος του", η δεύτερη όμως αίτηση αυτού της 1-10-2007 που υπεβλήθη στις 4-10-2007 από τον αυτόν δικηγόρο αλλά κατόπιν της από 21-9-2007 νόμιμης εξουσιοδοτήσεως της δικαιούχου συζύγου της, έχει υποβληθεί από δικαιούχο πρόσωπο. ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 3 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (βλ. και ΑΠ 727/2002, ΑΠ 291/94, ΑΠ 1745/98, ΑΠ 1863/84 κ.α.). Λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη είναι αυτοί και δη μόνον αυτοί που ορίζονται στο άρθρο 525, 526, 525Α Κ.Π.Δ.. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι ορισμένοι, δηλ. να μην περιορίζονται σε περιγραφική παράθεση του οικείου άρθρου αλλά να εξειδικεύουν το πραγματικό εν προκειμένω σφάλμα που προσάπτεται στην απόφαση. 'Ετσι, εάν στηρίζεται στον λόγο του άρθρου 525 περ. 3, ήτοι αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη (δηλ. κρίσιμη, αποφασιστική βλ. Μπουρόπουλο τομ. β' σελ. 312 σημ. 39, με την έννοια ότι εάν δεν είχαν ληφθεί υπόψη η απόφαση θα ήταν με μεγάλη πιθανότητα αθωωτική Ανδρουλάκης-θεμελιώδεις έννοιαι ....
(2007)528 σημ. 750) επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση ότι η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας απεδείχθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή ότι τέτοια δεν απαγγέλθηκε ένεκα λόγου που κώλυε την κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή που ανέστειλε την ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 612/89 ΠΧρ Μ σελ. 67, ΑΠ 281/60 ΠΧρ Ι σελ. 536, ΑΠ 36/63 ΠΧρ ΙΓ σελ. 210, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Τόμ. γ
(1977)σελ. 381, 387, Δαλακούρας ο.π. σελ. 343). Επίσης, εάν στηρίζεται στον λόγο του άρθρου 525 περ. 2 Κ.Π.Δ., ήτοι αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε (είναι αθώος ή) καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να αναφέρεται αφ'ενός μεν ποιά τα νέα στοιχεία και το περιεχόμενο αυτών που καθιστούν φανερό ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα και αφετέρου ποιό το ελαφρότερο έγκλημα για το οποίο έπρεπε να καταδικαστεί, υπό την έννοια ότι τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όχι δε όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (ΑΠ 509/93 Υπεράσπιση 1993 σελ. 605 ΑΠ 246/2005 ΝοΒ 2005 σελ. 1485, ΑΠ 1139/2003 Ποινική Δικαιοσύνη 2003 σελ. 1325, ΑΠ 1630/2003, ΑΠ 1269/2001 κ.ά. βλ. περιπτωσιολογία σε Α. Κονταξή ΚΠΔ
(2006)σελ. 3359 επ.). Εξ'άλλου τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις θα πρέπει είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με τις προηγούμενες να καθιστούν πρόδηλα ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος για το έγκλημα που καταδικάστηκε. Επειδή εάν τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν σε έναν από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 525 Κ.Ποιν.Δ., έστω και αν ο αιτών τα υπήγαγε σε εσφαλμένο διαφορετικό λόγο, δεν απορρίπεται η αίτηση ως απαράδεκτη αλλά το αρμόδιο συμβούλιο υπάγει αυτά στον αρμόζοντα λόγο κατά διορθωτική λειτουργία της αρχής της δικαστικής βοήθειας, αφού το κέντρο βάρους εδώ έγκειται στα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αιτών. Ενόψει των ανωτέρω οι υπό κρίση αιτήσεις είναι απαράδεκτες διότι σε σχέση με τον λόγο ότι έσχον ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του οι ψευδείς καταθέσεις των αναφερομένων μαρτύρων δεν γίνεται μνεία, ούτε προσάγεται, σχετική καταδικαστική απόφαση- ούτε άλλωστε στην καταδίκη του πρώτου έσχον ουσιώδη επιρροή -οι καταθέσεις αυτών- αφού ο ίδιος ο πρώτος αιτών και στις υπό κρίση αιτήσεις του και στα πρακτικά της καταδικαστικής απόφασης έχει αποδεχθεί την συμμετοχή του και δεν έχει αναιρέσει αυτή. -Σε σχέση με τα νέα στοιχεία και δη την ένορκη βεβαίωση του Ν2 και η 7708/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών η μεν αίτηση του πρώτου είναι απαράδεκτη γιατί δεν αναφέρεται ποιος ο ελαφρότερος χαρακτηρισμός του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και οδηγεί η κατάθεση αυτή και αν ήθελε θεωρηθεί αληθής κατά περιεχόμενο, όπως επίσης και το ιδιόγραφο σημείωμα του ιδίου του πρώτου αιτούντος, μετά του υπομνήματος αυτού -ενδεχομένως να οδηγούσαν σε αποδοχή ελαφρυντικής και μόνο περιστάσεως -84 περ. δ Π.Κ.- για δε τον δεύτερο είναι και αόριστη και αβάσιμη η αίτησή του αφού με τα νέα αυτά στοιχεία καθόλο δεν αναφέρεται ότι αναιρείται κάποιο στοιχείο του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε και συμβαίνει στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο. Τέλος, τα επικαλούμενα πραγματικά γεγονότα δεν υπάγονται σε κανέναν άλλο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που αναφέρει το άρθρο 525 Κ.Ποιν.Δ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα αυτών περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης στους αιτούντας για το έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκαν και αφορά οι αιτήσεις τους ποινής. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθούν οι αιτήσεις των Χ1 και Χ2 περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που διεξήχθη σε βάρος του και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 96-97/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως επίσης απορριφθεί το αίτημα αυτών περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης με την ανωτέρω απόφαση σε βάρος τους ποινής. Αθήνα 31 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους των αιτούντων ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 3 Σεπτεμβρίου 2007, αιτήσεις των Χ1 και Χ2, και από 4 Οκτωβρίου 2007 του Χ3 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 96-97/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, είναι παραδεκτές και ταυτόσημες και, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις, μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, οι υπό κρίση από 3-9-2007 και 4-10-2007 αιτήσεις, με τις οποίες οι αιτούντες Χ1 και Χ2, επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 96-97/20044 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου,(η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθμό 278/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), και με την οποία καταδικάστηκαν οι αιτούντες για την πράξη της ληστείας από κοινού, από την οποία προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη σε άλλο, ισχυριζόμενοι, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτές, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι, είναι νόμιμες, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθούν κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την υπ' αριθμό 96-96/2004 απόφασή του, (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμό 278/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) και η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1539/24-6-2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ενόχους τους αιτούντες και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς, σε ποινή κάθειρξης είκοσι
(20)ετών, για την πράξη της ληστείας από κοινού, από την οποία προκλήθηκε σε άλλο βαριά σωματική βλάβη (26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, και 380 παρ.1-2 του ΠΚ), και ειδικότερα, του ότι: "Στην .... στις 12-4-1990 ώρα 03.00' περίπου, οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφαση με πρόθεση, προφανώς και με άλλα άγνωστα κατά την ανάκριση πρόσωπα, αφού παραβίασαν τη σιδερένια πόρτα του περιφραγμένου χώρου των αρχαιοτήτων της Αρχαίας Κορίνθου, πλησίασαν στο κτίριο του Μουσείου, τον (εξωτερικό) φύλακα Γ1, τον οποίο κτύπησαν δυνατά με άγνωστα αντικείμενα στο κεφάλι, τον φίμωσαν και τον έδεσαν γερά με σχοινί στα χέρια και τα πόδια, ταυτόχρονα δε με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, προανήγγειλαν στον ανωτέρω φύλακα, κακό που επρόκειτο να πραγματοποιήσουν σε βάρος του και συγκεκριμένα ότι θα τον σκοτώσουν, με τα πιστόλια που κρατούσαν στα χέρια τους, λέγοντάς του: "μη μιλάς θα πεθάνεις", έτσι αφού τον ακινητοποίησαν και έκαμψαν οποιαδήποτε αντίσταση του με ιδιαίτερη σκληρότητα, προκαλώντας σ' αυτόν με τα κτυπήματά τους βαριά σωματική βλάβη, και ειδικότερα κάκωση κεφαλής, με πιθανό κάταγμα μετωπιαίου, κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, κάταγμα κάτω γνάθου, κάκωση τεσσάρων κατωτέρω πλευρών θώρακος, κάκωση οσφύος, κάκωση ρινός, θλαστικό τραύμα ριζορινίου, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, έντονο αιμάτωμα βλεφάρου αριστερού, δηλαδή κακώσεις που εμπόδισαν τον ως άνω παθόντα σημαντικά για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, και ενδεχομένως να πέθαινε από αφαίμαξη αν δεν εμφανιζόταν στις 07.00' ο φύλακας της επόμενης (πρωινής) βάρδιας, επιχείρησαν αρχικώς να παραβιάσουν τη σιδερένια κεντρική είσοδο του Μουσείου με τρυπάνι χωρίς όμως να το επιτύχουν, στη συνέχεια, αφού τοποθέτησαν πτυσσόμενη μεταλλική ψηλή σκάλα, την οποία έφεραν μαζί τους, στον τοίχο της ανατολικής πλευράς του Μουσείου, ανέβηκαν στη στέγη αυτού και, περπατώντας στην κεραμοσκεπή, κατήλθαν στον εσωτερικό περίβολο του Μουσείου από σιδερένια σκάλα, η οποία ήταν αφημένη εκεί. Ακολούθως, αφού παραβίασαν την εσωτερική πόρτα, με την οποία επικοινωνούσε ο εσωτερικός περίβολος με το διάδρομο και τις αίθουσες εκθεμάτων του Μουσείου, αφαίρεσαν από τις βιτρίνες του Μουσείου αρχαιολογικά εκθέματα τα οποία στη συνέχεια έβγαλαν από το χώρο του Μουσείου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εισήλθαν, ταυτόχρονα δε, αφαίρεσαν, και το χρηματικό ποσό των 1.000.000 δραχμών-από τα συρτάρια των γραφείων του Μουσείου, που προορίζονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους για τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του και ειδικότερα αφαίρεσαν 273 έργα της αρχαίας κλασικής περιόδου των ελληνιστικών χρόνων και της ρωμαιοκρατίας (συμπεριλαμβανομένων μερικών αντικειμένων χαρακτηριστικής κορινθιακής κεραμικής, γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου καθώς και μερικών μελανόμορφων και πορφυρόμορφων κεραμικών, ανάγλυφων αγαλμάτων, μερικών της Κορινθιακής Ρωμαιοκρατίας, γυάλινων δοχείων, μικρών ευρημάτων) καθώς και της πρώιμης αρχαϊκής περιόδου, χρονολογουμένης, γύρω στο 470 π.χ., τα οποία εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 1 επ. του ν. ΚΝ 5351/1932 "Περί αρχαιοτήτων" και ανήκουν πράγματι αλλά και σύμφωνα με το άρθρο του ανωτέρω Νόμου, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας 546.280.000 δρχ., όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται, κατ' αύξοντα αριθμό, κατ' είδος και κατά τιμή μονάδος στο διατακτικό, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, παρόλο που γνώριζαν ότι ανήκουν στην κυριότητα και κατοχή του Ελλ. Δημοσίου, με αποτέλεσμα η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο τελευταίο να ανέρχεται στο ποσό των 547.280.000 δραχμών. Τα προαναφερόμενα περιστατικά, σε συνδυασμό με τα γεγονότα: α) ότι τα αρχαία αντικείμενα μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ με την "......", συμφερόντων του ...., β) ότι ο Δ1 είτε συχνές επαφές (πριν από την παράδοση των αρχαίων) με τον κατηγορούμενο Χ1, γ) ότι ο ίδιος (Δ1) κατείχε φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα κλοπιμαία αρχαία και δ) ότι ήταν αυτός (δηλ. ο Δ1) που οδήγησε τις αστυνομικές αρχές στην παράδοση των αρχαίων αντικειμένων που ήταν αποθηκευμένα στο Μαϊάμι των ΗΠΑ, παρέχουν πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς το ότι οι κατηγορούμενοι ήταν δύο από τους δράστες (φυσικοί αυτουργοί) της προαναφερόμενης ληστείας από την οποία προήλθε η βαριά σωματική βλάβη του φύλακα του μουσείου. Ο Α' κατ/νος ομολόγησε τη συμμετοχή του στη ληστεία, ισχυρίζεται όμως αβασίμως ότι δεν χτύπησε αυτός τον φύλακα. Ο δόλος τόσο του ως άνω κατ/νου, όσο και του συγκατηγορούμενου αδελφού του, ο οποίος αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στη ληστεία, ήταν να προκαλέσουν στο φύλακα τις προαναφερόμενες βαριές σωματικές βλάβες, για τις οποίες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο επί δεκαπενθήμερο και, μετά από μακροχρόνια αναρρωτική άδεια, αναγκάσθηκε να συνταξιοδοτηθεί, λόγω της επισφαλούς καταστάσεως της υγείας του. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι ένα τμήμα δακτυλικού αποτυπώματος που βρέθηκε σε αλουμινένια σκάλα που είχαν εγκαταλείψει οι δράστες έξω από το αρχαιολογικό μουσείο, ταυτίζεται, όπως διαπιστώθηκε από την από .... δακτυλοσκοπική πραγματογνωμοσύνη, των ενεργησάντων αυτήν .... και ......, Αστυνόμων Α' της Δ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών, κατόπιν διατάξεως του Ανακριτή Κορίνθου, με το αποτύπωμα του δεξιού μεσαίου δακτύλου του Χ
  1. Ο πρώτος κατ/νος δεν αποδείχθηκε ότι έχει ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό της πράξης του όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός, εξαιτίας της βιολογικής του κατάστασης, είχε κατά τη διάπραξη της ως άνω ληστείας μειωμένη ικανότητα να ενεργεί σύμφωνα με την αντίληψη του περί αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι κατ/νοι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, όπως αόριστα αυτοί ισχυρίζονται. Επομένως, απορριπτόμενων, ως μη αποδεικνυομένων, των λοιπών αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της παραπάνω αξιόποινης πράξης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 δ' Π.Κ. καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτοί επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξαν εμπράκτως να μειώσουν τις συνέπειες της ως άνω πράξεως τους, δοθέντος ότι αυτοί επιδίωξαν έκτοτε και ήλθαν σε συνάντηση με τον παθόντα Γ1, ζήτησαν απ' αυτόν συγγνώμη και προς ηθική του ικανοποίηση του κατέβαλαν το ποσό των 15.000.000 δρχ.". Ήδη, οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν, ως νέα στοιχεία, από τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, καθίσταται φανερή η αθωότητά τους, άλλως ότι καταδικάσθηκαν άδικα: 1) την από 17 Αυγούστου 2006 ιδιόχειρη επιστολή του πρώτου των αιτούντων, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις δικαστικές φυλακές Χαλκίδας και 2) την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση, του Δ1, που έδωσε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δομνίκης Κριμπογιάννη- Αλευρά. Σύμφωνα δε με τα νεότερα στοιχεία που αυτοί επικαλούνται, οι ίδιοι οι αιτούντες, υπήρξαν τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία αποκάλυψαν τα κρίσιμα στοιχεία και έδωσαν τις βάσιμες πληροφορίες στους μάρτυρες κατηγορίας, Δ1, Δ2 και Δ3, και με τον τρόπο αυτό συνέβαλαν αποφασιστικά, για την επιστροφή των Αρχαίων αντικειμένων, στο Μουσείο της Κορίνθου, από το Μαϊάμι της Φλώριδας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, με τη συνεργασία αγνώστων δραστών, είχαν κατορθώσει, μέσω της Τουρκίας, να εξαγάγουν στην αλλοδαπή. Συγκεκριμένα, με την από .... συνημμένη στην ένδικη αίτηση επιστολή του, ο Χ1, αναφέρεται στην αρχή της επιστολής του, στη γνωριμία, μέσω του διαμένοντος στην Αμερική θείου του, Ζ1, με δυο άγνωστα σ' αυτόν άτομα, από τον οποίο ζήτησαν τη συνδρομή του, προκειμένου να αφαιρεθούν από το χώρο του αρχαιολογικού Μουσείου της Κορίνθου, συγκεκριμένα αρχαία αντικείμενα, από την ολοκλήρωση της ενέργειας της οποίας, ο ίδιος (Χ1), θα ελάμβανε, καθ' ομολογία του, ικανοποιητική αμοιβή. Στη συνέχεια της επιστολής του αναφέρει, ότι, εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο ίδιος, κυρίως λόγω της εμπλοκής του με τις ναρκωτικές ουσίες, ανέλαβε να εξεύρει τα κατάλληλα πρόσωπα, με πλούσιες εμπειρίες στη διάπραξη κλοπών, πράγμα που τελικά και επιχείρησε, με την αναζήτηση και εξεύρεση δυο γνωστών του προσώπων, τα οποία τον συνέδραμαν στην αφαίρεση των αρχαίων αντικειμένων. Μετά δε από σχετική συνεννόηση με τους αλλοδαπούς, συνεχίζει στην επιστολή του, ο ίδιος ο Χ1, με τη συνδρομή γνωστών του προσώπων, του Κ1 και Κ4, γνωστών προσώπων στους κύκλους των διαρρηκτών για τις ικανότητές τους αυτές, προέβησαν από κοινού, αρχικά σε παρακολούθηση του εξωτερικού χώρου του Μουσείου, καθώς και των κινήσεων του νυχτερινού φύλακα, Γ
  2. Περαιτέρω, στην ίδια επιστολή του, εξιστορεί τις συνθήκες προσέγγισης στο χώρο του Μουσείου, την αποκοπή, με τη χρήση διαρρηκτικών εργαλείων, της κλειδαριάς ασφαλείας της κεντρικής εισόδου του Μουσείου, την είσοδό τους και την εν συνεχεία αφαίρεση των αρχαίων αντικειμένων, η αξία των οποίων από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, αποτιμήθηκε σε 546.280.000 δρχ, τις συνθήκες εξουδετέρωσης του φύλακα και του σοβαρότατου τραυματισμού του και, τέλος τις συνθήκες διαφυγής των κλοπιμαίων αρχαίων και παράνομης εξαγωγής των, αρχικά με τη βοήθεια ιστιοφόρου πλοίου στην Τουρκία και στη συνέχεια στην Αμερική. Τέλος, στην ίδια επιστολή του, ο αιτών Χ1, εξιστορεί και τον τρόπο φύλαξης των αρχαίων αντικειμένων στην Αμερική, από συγγενικό του πρόσωπο (θείο του Ζ1) και την, δια μέσου αυτού, διαμεσολάβηση του μάρτυρα κατηγορίας Δ1, προκειμένου να επανέλθουν τα αρχαία αντικείμενα, στο φυσικό τους χώρο. Καταλήγοντας την ως άνω επιστολή του, για την οποία υπάρχουν πλείστες όσες επιφυλάξεις, ως προς το εάν είναι ο ίδιος ο συντάκτης αυτής, εκφράζει τον πόνο της ψυχής του και το συγκλονισμό του, για την ανάγκη επιστροφής τους, στην Ελλάδα. Περαιτέρω, ως δεύτερο και τελευταίο νεότερο στοιχείο, καταλυτικό της όποιας συμμετοχής των αιτούντων και της άδικης καταδίκης τους, επικαλούνται γενικά και αόριστα τις καταθέσεις στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου των μαρτύρων κατηγορίας, Δ2 και Δ3, στους οποίους αποδίδεται δολιότητα και ψευδής κατάθεση στο περιεχόμενο αυτών, προκειμένου να επιτύχουν την καταβολή προς αυτούς σημαντικού ύψους ευρέτρων από το Κράτος, και, δεύτερο, την υπ' αριθμό ...... ένορκη βεβαίωση του Δ1, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δομνίκης Κριμπογιάννη-Αλευρά, για τον οποίο θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Δ1, είχε εξεταστεί ως μάρτυρας κατηγορίας και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με το περιεχόμενο αυτής της ένορκης βεβαίωσής του, ο παραπάνω μάρτυρας, καθ' ομολογία του, και παρά την αυτονόητη νομική υποχρέωσή του, να καταθέσει την αλήθεια, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, απέκρυψε κατά την κατάθεσή του στο Δικαστήριο εκείνο, τις πηγές των πληροφοριών του, τις οποίες το πρώτον τώρα με την ως άνω ένορκη βεβαίωσή του κατονομάζει και μάλιστα, ότι προέρχονται αυτές από τους ίδιους τους αιτούντες, γεγονός το οποίο τουλάχιστον, δημιουργεί εύλογες απορίες ως προς την αξιοπιστία του συγκεκριμένου προσώπου, και κυρίως ως προς τα ελατήριά του, ενόψει του ότι καθ' ομολογία του, διεκδίκησε από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα και με την κατάθεσή του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ως εύρετρα, για την όποια συμβολή του στην επιστροφή των αρχαίων αντικειμένων, το ποσό των 300.000.000 δραχμών. Ανεξάρτητα, όμως, των όποιων ελατηρίων του, δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη αξιοπιστία, σε όσα βεβαιώνει ο μάρτυρας αυτός, γιατί ενώ στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτει ότι τα άτομα με τα οποία αυτός ήλθε σε επαφή για να του παραδώσουν τα κλεμμένα αντικείμενα, ήσαν οι Χ2 και Χ1, στην κατάθεσή του στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου (σελ.10), κατά τη συνεδρίαση της 27-2-2004, βεβαιώνει σχετικά και τα εξής: "δεν ξέρω ποιοι με ενημέρωσαν", ώστε πλέον να μη συνάγεται ασφαλές συμπέρασμα, περί του ότι οι αιτούντες ήσαν τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία του αποκάλυψαν, ότι ήσαν οι κάτοχοι των αρχαίων αντικειμένων, στοιχεία τα οποία αναμφίβολα, όχι μόνο οι ίδιοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν στις αρμόδιες ελληνικές αρχές, αλλά ακόμη και να παραδώσουν οι ίδιοι, πριν από την επέμβαση των αρμοδίων ελληνικών αρχών και του FBI, πράγμα το οποίο σκόπιμα απέφυγαν, οπότε και η ποινική μεταχείρισή τους, ενδεχομένως να ήταν διαφορετική. 'Αλλωστε, και ο μάρτυρας κατηγορίας Δ2, αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ και υπεύθυνος της δίωξης αρχαιοκαπηλίας, με ενεργό συμμετοχή για την ανακάλυψη των κλοπιμαίων αρχαίων αντικειμένων, στην κατάθεσή του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, βεβαιώνει, ότι "ο Δ1, δεν μίλησε ποτέ για ονόματα", και πολύ περισσότερο για τους συγκεκριμένους δράστες. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο προαναφερθείς μάρτυρας Δ1, εάν πράγματι γνώριζε ότι οι αιτούντες, ήσαν αυτοί που του απεκάλυψαν την όποια συμμετοχή τους και γνώση τους, όφειλε στην περίπτωση αυτή, κατά την κατάθεσή του στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, να αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών του, πολύ δε περισσότερο να τους κατονομάσει, ως τα μοναδικά πρόσωπα από τα οποία αρύεται αυτός τις πληροφορίες του και να μην επικαλείται εκ των υστέρων τους ανύπαρκτους φόβους για την οικογένειά του, οι οποίοι αν ήσαν υπαρκτοί, όφειλε να τους αποκαλύψει κατά την κατάθεσή του, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Είναι δε απορίας άξιο, γεγονός το οποίο οπωσδήποτε συνέχεται με την αξιοπιστία του μάρτυρα Δ1, η ευκολία με την οποία αποκάλυψε ο ίδιος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ότι σε γνώση του απέκρυψε την αλήθεια, γεγονός το οποίο οδήγησε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, που υπογράφει την ένδικη αίτηση, να ζητήσει την κατά το άρθρο 38 του Κ.Π.Δ, αποστολή των σχετικών εγγράφων, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος των ως άνω μαρτύρων, προφανώς συμπεριλαμβανομένου και του Δ1, την ίδια στιγμή που προτείνεται αυτός, ως μάρτυρας υπεράσπισής τους. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω αμετάκλητη απόφαση, με την οποία περατώθηκε η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όπως αυτά περιέχονται στην προσκομισθείσα ως άνω επιστολή του Χ1 και στην ένορκη βεβαίωση του Δ1, η οποία τελευταία είναι ενσωματωμένη στην εισαγγελική πρόταση και στην οποία το Δικαστήριο αυτό καθ' ολοκληρία αναφέρεται, το περιεχόμενο της οποίας, κατά το πλείστον μέρος, δεν ήταν άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν τους αιτούντες, αλλά είχε υποβληθεί στην κρίση τους. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα από τους αιτούντες παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι αυτά εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτούντες είναι αθώοι της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης ή ότι καταδικάσθηκαν άδικα. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο, τόσο την από .... επιστολή του Χ1, όσο και την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, του Δ1, ως προς την οποία καθ' ολοκληρία αναφέρεται στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, γίνεται δεκτό ότι αυτές, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τις καταθέσεις του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα των Γ1, Δ2, Δ3, ....., ...., ....., ....., ....., και .... και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται προδήλως φανερό, ότι οι αιτούντες είναι αθώοι της πράξης για την οποία αυτοί καταδικάσθηκαν. 'Αλλωστε, εκτός των ως άνω στοιχείων (επιστολής και ένορκης βεβαίωσης), δεν προσκομίσθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, διευκρινιστικά ή τροποποιητικά εκείνων, που είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις με χρονολογία 3-9-2007 και 4-10-2007, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ακόμη, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του πρώτου και δεύτερου των αιτούντων, για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που τους επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω απόφασης, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 του Κ.Π.Δ, προϋπόθεση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αίτησης για επανάληψη διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας, ενώ κατά το μέρος που αφορά τον Χ2, ως απαράδεκτο, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος, πολύ περισσότερο δε, που δεν έχει επιβληθεί σ' αυτόν ποινή. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 του Κ.Π.Δ, κατά το μέρος που αφορά τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Δ2 και Δ3, ενόψει του ότι δεν ανακύπτει γεγονός, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπάγγελτα. Μετά από αυτά, πρέπει να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-9-2007 και από 4-10-2007 αίτηση του Χ1, Χ2, Χ3 και ήδη κρατουμένων, του πρώτου στις δικαστικές Φυλακές Χαλκίδας και του δευτέρου στις δικαστικές φυλακές Μαλανδρίνου Φωκίδας, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 96-97/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και, Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, για τον καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαϊου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.