← Ελλάδα

ΑΠ 1349/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1349 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο ως εκπρόθεσμο. Αναιρεί για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων και των στοιχείων του επιδόσαντος την εκκαλούμενη απόφαση και της απόλυτης ακυρότητας, λόγω του ότι δεν έδωσε τον λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου πριν από την έκδοση της αποφάσεως και διότι έλαβε υπόψη της έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1349/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Τηλικίδη, περί αναιρέσεως της 3045/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1549/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά μεν τα άρθρα 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οποιοδήποτε και αν είναι τούτο και ανεξάρτητα αν αντικείμενο της δίκης είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, επιτρέπει την δια συνηγόρου, ειδική έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα, εκπροσώπηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, η εκπροσώπηση δε αυτή είναι πλήρης, υπό την έννοια, ότι ο συνήγορος έχει όλα τα δικαιώματα του εκπροσωπηθέντος και εκκαλούντος κατηγορουμένου, που θεωρείται σαν να ήταν παρών, πλην του δικαιώματος της κατ' άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογίας, κατά δε το άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων την συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον τυχόν παριστάμενο αστικώς υπεύθυνο και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται, ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα την συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την ανωτέρω κανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο και εφόσον αυτός απουσιάζει στον εκπροσωπούντα αυτόν πλήρως, κατά τα προεκτεθέντα, συνήγορό του στο τέλος, έστω και αν δεν ζητήθηκε τούτο. Η παράβαση των παραπάνω και ειδικώς, προκειμένου για τον κατηγορούμενο ή τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από τον νόμο, για την οποία δίνεται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όπου επιτράπηκε η εκπροσώπηση της μη εμφανισθείσας αυτοπροσώπως εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης δια του συνηγόρου της δικηγόρου Σταύρου Τηλικίδη, ειδική έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα, ο διευθύνων την συζήτηση, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας επί του παραδεκτού και εμπροθέσμου της εφέσεως και την, στην συνέχεια, αγόρευση του Εισαγγελέα επί του ζητήματος αυτού, δεν έδωσε τον λόγο στον πιο πάνω συνήγορο της εκκαλούσας κατηγορουμένης, αλλά, αμέσως μετά την γενόμενη πρόταση του Εισαγγελέα, το Δικαστήριο, κατάρτισε σε μυστική διάσκεψη και δημοσίευσε την απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη). Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ με στοιχ. Α. 1 λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι βάσιμος. ΙΙ. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των, κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο διαμονής του ως και εντεύθεν και η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1.Δ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3045/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που την εξέδωσε και δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 282/2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 241/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 1500 ευρώ για παράβαση του ν. 5960/33, κατ' εξακολούθηση. Το Τριμελές, όμως, Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, οδηγήθηκε στην πιο πάνω κρίση του αυτή, απορρίπτοντας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ήταν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως, γνωστής διαμονής, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα. Α) Δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό τα στοιχεία που προσδιορίζουν το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτήν. Β) Δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό τα μνημονευόμενα στα πρακτικά της δίκης αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως, και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε προς τούτο, ........ Αντίθετα αναφέρεται στην απόφαση, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αποδειχθέντα, προέκυψαν "από την νόμιμη επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας", πλην όμως στα πρακτικά της δίκης δεν αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν τέτοια έγγραφα. Κατά την γενόμενη δε στο σκεπτικό της απόφασης εξειδίκευση των εγγράφων αυτών, αναφέρονται τα εξής έγγραφα, τα οποία το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας: α). Την κατ' αυτής από 14-12-1998, μήνυση του ....... β). Τα 3723/2000 και 2240/2001 αποσπάσματα αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας περί αναβολής της υποθέσεως δύο φορές εκ της αρχικής δικασίμου στις 11-10-2000 και στις 21-9-2001, αντίστοιχα. και γ). Εκκαθαριστικό σημείωμα του συζύγου της αναιρεσείουσας. Όπως προκύπτει, όμως, από τα πρακτικά της πιο πάνω δίκης, τα έγγραφα αυτά δεν φέρονται ότι ανεγνώσθηκαν, δημόσια στο ακροατήριο. Συνεπώς, συντελέστηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ενόψει αυτών, είναι βάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α (σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ) του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα με στοιχ. Β και Α.2 λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για απόλυτη ακυρότητα, λόγω του ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και έτσι ο αναιρεσείων στερήθηκε του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματός του. ΙΙΙ. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί, αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3045/20-6-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου
  2. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.