Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 135 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Λαθρεμπορία - §§ 100, 102, 107, 111,
- Ν. 1165/
- Βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για ελλιπή και ασαφή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή των τσιγάρων, αποδέκτης των οποίων φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος ως κάτοχος, έγινε από Χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από Χώρα εκτός αυτής, αφού, στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας και ο κάτοχος δεν διαπράττει λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή των τσιγάρων από τον κατηγορούμενο, εάν δεν εισήχθησαν από Χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τότε και μόνον οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%, κατά το οποίο και μόνον ποσοστό στερείται των δασμών το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ολοκλήρου του αναλογούντος ποσού. Αναιρεί και ΠΟΠΔ. Αριθμός 135/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 7561/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 19.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 331/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύσαντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α)....β)....γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο Ν. 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1, "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατ' άρθρ. 67 "
- ...
- Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Έτσι, ο νέος νόμος 2960/2001, ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που τελέσθηκαν προ της 1-1-2002 και που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 7561/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντων τσιγάρων που κατείχε, με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, με την επιβαρυντική περίσταση της στερήσεως από το Δημόσιο δασμών σημαντικού ποσού και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού με την κατοχή λαθρεμπορευμάτων με την χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι: Στις 20-12-2000 σε αποθήκη, που βρίσκεται μέσα σε αγρόκτημα στη θέση ..., σε τέσσερα φορτηγά αυτοκίνητα, που ήταν σταθμευμένα γύρω από την αποθήκη, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ... και με αριθμό πλαισίου .... χειροποίητη πινακίδα, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν οι ποσότητες τσιγάρων, που αναφέρονται στο διατακτικό, χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φορολογίας καπνού και χωρίς να έχουν καταβληθεί στο Δημόσιο οι φόροι και οι δασμοί, στους οποίους υπόκεινται και ανέρχονται, συνολικά, στο σημαντικό ποσό των 3.801.703,64 ευρώ [1.295.450.960 δρχ]. Η αποθήκη δεν ήταν εύκολα ορατή από το δρόμο, αφού βρίσκονταν έξω από αυτή σταθμευμένα τα φορτηγά, ενώ οι καμπίνες αυτών [φορτηγών] ήταν κλειδωμένες και οι καρότσες ήταν σκεπασμένες με μουσαμά, έτσι ώστε να μην φαίνεται το περιεχόμενό της. Στον χώρο της αποθήκης βρέθηκαν, εκτός από τα τσιγάρα, δύο μηχανήματα που χρησίμευαν για την ανασυσκευασία τσιγάρων, έτσι ώστε αυτά από τα χαρτοκιβώτια, που ήταν αρχικά συσκευασμένα, να τοποθετούνται σε άλλα μεταλλικά ή χάρτινα με ένδειξη ... και κονσέρβες μανιταριών μαζί με άμμο, για να ταιριάζει το βάρος με το προϊόν που έπρεπε να περιέχει. Η αποθήκη είναι ιδιοκτησίας του Ζ και είχε εκμισθωθεί στον .... Για την καλύτερη φύλαξη των λαθρεμπορευμάτων είχαν προσλάβει ως φύλακα τον ... και τον .... Την ως άνω ποσότητα τσιγάρων την κατείχε και ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλον, με την έννοια ότι μπορούσε σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή της και να τη διαθέσει, όπως ήθελε, τουλάχιστον από 20-11-2000 έως τον χρόνο της συλλήψεώς του στις 20-12-
- Την ποσότητα των τσιγάρων [2.209.920 πακέτα] την είχαν τοποθετήσει στην αποθήκη και στα τέσσερα φορτηγά. Στην παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου καταλήγει το Δικαστήριο, ενόψει του ότι α) ο κατηγορούμενος με τον Ι..., στις 20-12-2000 τις βραδινές ώρες, επιβαίνοντες στο με αριθμό ... αυτοκίνητο να διέρχονταν έξω από το δρόμο που βρίσκεται η αποθήκη, μείωσαν ταχύτητα και, χωρίς να εισέλθουν, παρακολουθούσαν και ήλεγχαν την αποθήκη, β) όταν αντελήφθη ο κατηγορούμενος και οι συνεπιβάτες του αυτοκινήτου ότι τους παρακολουθούσαν αστυνομικοί, ανέπτυξε ταχύτητα και επιχείρησε να διαφύγει, συνελήφθη, όμως, μετά από καταδίωξη, γ) το ίδιο αυτοκίνητο κινιόταν με τον ίδιο τρόπο και τις πρωινές ώρες της 20-12-2000, όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., που αναγνώστηκε, δ) στην κατοχή του κατηγορουμένου, τόσο πάνω του όσο και στο σπίτι του, βρέθηκαν πακέτα τσιγάρα χωρίς να φέρουν ταινία φόρου καταναλώσεως καπνού. Γνώριζε δε, με βάση τα παραπάνω, και τη λαθρεμπορική προέλευση των τσιγάρων. Από την επιμελή απόκρυψη των λαθρεμπορευμάτων σε αποθήκη, που βρίσκεται σε ερημική περιοχή και μέσα σε φορτηγά, όπως παραπάνω περιγράφονται, ώστε να μην είναι εύκολα ορατά, τη χρήση μηχανήματος ανασυσκευασίας, την χρησιμοποίηση φύλακα και τη συνεχή επόπτευση του χώρου, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση της πράξεως που του αποδίδεται, χρησιμοποίησε τα παραπάνω ιδιαίτερα τεχνάσματα. Τέλεσε δε την παραπάνω πράξη, με σκοπό να στερήσει, όπως και έγινε, το Δημόσιο από τους ως άνω οφειλομένους φόρους και δασμούς". Στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20/12/2000, κατείχε ποσότητες τσιγάρων που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθόσον για τα εμπορεύματα αυτά, υποκείμενα είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, αφού δεν έφεραν τη σχετική ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού", με συνέπεια να στερηθεί το Δημόσιο δασμούς, φόρους ή δικαιώματα, που ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, για την τέλεση δε της πράξης αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα, κατελήφθη στις 20/12/2000 να κατέχει, εντός καλώς φυλασσόμενης αποθήκης, που βρίσκεται στη θέση ..., μέσα σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας Ζ και σε μη ορατό από τον κεντρικό δρόμο σημείο και εντός των σταθμευμένων στον γύρω απ' αυτήν χώρο, ΔΧ φορτηγών αυτοκινήτων, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και άνευ αριθμού κυκλοφορίας, με αριθμό πλαισίου ..., που ήταν επιμελώς καλυμμένα, λαθρεμπορεύματα, ήτοι 2.209.920 πακέτα τσιγάρων διάφορης μάρκας, υποκείμενα σε εισαγωγικό δασμό ή σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος φόρο ή δικαίωμα, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, ανερχόμενοι συνολικά στο σημαντικό ποσό των 1.295.450,960 δρχ. ή 3.801.703,64 ευρώ. Σκόπευε δε, με την πράξη του αυτή να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς και φόρους, που προαναφέρθηκαν, πράγμα που πέτυχαν, ζημιώνοντας αντίστοιχα μ' αυτό το ποσό των φόρων και δασμών το Ελληνικό Δημόσιο". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία αιτιολογία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας, με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, εφόσον αυτή συνίσταται στην από τον κατηγορούμενο κατοχή των αναφερομένων ποσοτήτων τσιγάρων, που είχαν εισαχθεί λαθρεμπορικώς χωρίς καταβολή σημαντικού ποσού δασμών, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989, δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή των τσιγάρων αυτών, αποδέκτης των οποίων φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος ως κάτοχος, έγινε από Χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από Χώρα εκτός αυτής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας και ο κάτοχος δεν διαπράττει λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή των τσιγάρων από τον κατηγορούμενο, εάν δε εισήχθησαν από Χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τότε και μόνον συνιστά λαθρεμπορία, αφού οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%, κατά το οποίο και μόνον ποσοστό στερείται των δασμών το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ολοκλήρου του αναλογούντος ως άνω ποσού των 3.801.703,64 ευρώ. Ο καθορισμός δε του συγκεκριμένου ύψους των διαφυγόντων δασμών, στη δεύτερη περίπτωση, σε ποσοστό 10%, έχει άμεση επίπτωση τόσο για τον χαρακτηρισμό του ποσού ως "σημαντικού", που συνιστά την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 102 παρ. 1Β περ.γ του Ν. 1165/1918, τη συνδρομή της οποίας και δέχθηκε το δικαστήριο, όσο και για την επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ. Επίσης, ενώ στο αιτιολογικό ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διέπραξε την πράξη της κατοχής λαθρεμπορευμάτων ως συναυτουργός από κοινού με άλλον, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος ως μόνος αυτουργός. Από τις άνω ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρων 45 ΠΚ και 100 επόμ. του Ν. 1165/
- Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφάρμοσε, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή, ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, φερόμενη ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20-12-2000, υπέκυψε σε παραγραφή, ως παρελθόντος από 20.12.2000, που αφετηριάζεται η παραγραφή του εν λόγω διαρκούς εγκλήματος (δηλαδή αφότου έπαυσε εν προκειμένω η κατοχή του λαθρεμπορεύματος) μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της ως άνω τελέσεώς της. Επομένως, αφού υπάρχει κατά τα παραπάνω βάσιμος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7561/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και. Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι: "Στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20/12/2000, κατείχε ποσότητες τσιγάρων που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθόσον για τα εμπορεύματα αυτά, υποκείμενα είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, αφού δεν έφεραν τη σχετική ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού", με συνέπεια να στερηθεί το Δημόσιο δασμούς, φόρους ή δικαιώματα, που ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, για την τέλεση δε της πράξης αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα, κατελήφθη στις 20/12/2000 να κατέχει, εντός καλώς φυλασσόμενης αποθήκης, που βρίσκεται στη θέση ..., μέσα σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας Ζκαι σε μη ορατό από τον κεντρικό δρόμο σημείο και εντός των σταθμευμένων στον γύρω απ' αυτήν χώρο, ΔΧ φορτηγών αυτοκινήτων, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και άνευ αριθμού κυκλοφορίας, με αριθμό πλαισίου ..., που ήταν επιμελώς καλυμμένα, λαθρεμπορεύματα, ήτοι 2.209.920 πακέτα τσιγάρων διάφορης μάρκας, υποκείμενα σε εισαγωγικό δασμό ή σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος φόρο ή δικαίωμα, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, ανερχόμενοι συνολικά στο σημαντικό ποσό των 1.295.450,960 δρχ. ή 3.801.703,64 ευρώ. Σκόπευε δε, με την πράξη του αυτή να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς και φόρους, που προαναφέρθηκαν, πράγμα που πέτυχαν, ζημιώνοντας αντίστοιχα μ' αυτό το ποσό των φόρων και δασμών το Ελληνικό Δημόσιο". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 9 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ