← Ελλάδα

ΑΠ 1351/2012 — Βούλευμα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1351 / 2012 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Βούλευμα. Περίληψη: Απόφαση συμβουλίου εφετών με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη. Είναι απόφαση δικαστηρίου που συνεδριάζει ως συμβούλιο και όχι βούλευμα. Παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Κήρυξη απαράδεκτης της εισαγωγής στον Άρειο Πάγο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για την απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης και διάταξη περί εκ νέου εισαγωγής αυτής με τη συνήθη διαδικασία των συνεδριάσεων δημοσία. Αντίθετη μειοψηφία. ΑΡΙΘΜΟΣ 1351/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2012, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ελένης Πετρούλια συζ. Ι., το γένος Ε. Β., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Ελεώνα Θηβών, η οποία δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο). Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Ιουλίου 2011 και 2 Σεπτεμβρίου 2011 δύο αιτήσεις της αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 154 και ημερομηνία 4-7-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατόπιν της υπ' αριθμ. 590/2012 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου επάγομαι τα ακόλουθα: Εν προκειμένω δεν δημιουργείται καμμία αμφιβολία σχετικά με την ταυτότητα του επιδοθέντος εγγράφου, και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 1010/11 και από 5-1-2012 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς την νυν αναιρεσείουσα Ε. Π. σύζυγο Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., η οποία της επιδόθηκε την 9-1-2012 προκειμένου να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Ζ' ποινικό Τμήμα) την 7-3-2012 ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30 π.μ. στη συζήτηση των από 22-7-2011 και 2-9-2011 αιτήσεων αναιρέσεως της που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δοθέντος ότι η υπ' αριθμ. 1216/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι απόφαση και όχι βούλευμα. Και τούτο διότι ναι μεν εκδόθηκε εν Συμβουλίω η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση λόγω του απαραδέκτου του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως, και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 20/15-2-2011 εφέσεως της νυν αναιρεσείουσας που εστρέφετο κατά της υπ' αριθμ. 245/2-2-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, επειδή δεν προβλέπεται από την παράγραφο 7 του άρθρου 33 του Ν. 3904/23-12-2010 στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο έν λόγω άρθρο άσκηση εφέσεως" πλην όμως η εν λόγω απόφαση εν Συμβουλίω (υπ' αριθμ. 1216/2011) δεν συνιστά βούλευμα εν στενή έννοια όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 317 Κ.Π.Δ.. Όπως επίσης αντιστρόφως και το βούλευμα είναι μεν απόφαση, πλην όμως εν ευρεία και όχι εν στενή έννοια, βλέπετε Άγγελο Μπουρόπουλο ερμηνεία του άρθρου 138 Κ.Π.Δ., όπου μεταξύ άλλων γίνεται δεκτό ότι "Απόφασης είναι και το ειδικότερον καλούμενον βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου" (Α' τόμος Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελίδα 202, εκδόσεως του έτους 1957). Και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 που αφορά αποκλειστικά τα βουλεύματα, και όχι και τις αποφάσεις. Σύμφωνα συνεπώς με τα ανωτέρω εκτεθέντα η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδίδεται εν Συμβουλίω καταχρηστικώς εκλαμβάνεται ως βούλευμα, ενώ πρόκειται σαφώς περί αποφάσεως. Είναι άκρως σαφής και εξαιρετικά διαφωτιστική η ερμηνεία του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., του Αγγέλου Μπουρόπουλου η οποία αναπτύσσεται στο Β' Τόμο της Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του έτους 1957 σελίδες 174, 175, 176, τα κυριώτερα σημεία της οποίας έχουν ως εξής: "Αν πρόκειται περί ενδίκου μέσου κατ' αποφάσεως, το δε απαράδεκτον, 'λόγω τυπικών απλώς ελλείψεων, είναι πρόδηλον, προκύπτον αμέσως και αναμφισβητήτως εκ των εγγράφων της δικογραφίας (εκθέσεως περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου εν συνδυασμώ προς την προσβαλλομένην απόφασιν, ή περί παραιτήσεως δηλωθείσης προ της ημέρας της δια την συζήτησιν του ενδίκου μέσου ωρισμένης, κ.λ.ττ.), το παραδεκτόν κηρύσσεται υπό του κατά τα άρθρα 341 § 2, 499 και 513 αρμοδίου να κρίνη περί του ενδίκου μέσου δικαστηρίου, συντιθεμένου συμφώνως προς τα άρθρα 5, 6, 9, και 10 Κ.Π.Δ., αλλά συνεδριάζοντος εν συμβουλίω και ουχί δημοσίως. Και εις την περίπτωσιν ταύτην κλητεύονται υποχρεωτικώς οι διάδικοι" (βλέπετε σχετικώς). Εξαιρετικά ενδιαφέρον εν προκειμένω είναι και το παρατιθέμενο σχόλιο κάτωθι του κυρίως κειμένου της σελίδας 174 του Β' Τόμου της κατ' άρθρο Ερμηνείας του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Αγγέλου Μπουρόπουλου, όπου μεταξύ άλλων σκέψεων αναφέρονται τα εξής σχετικά με το ότι δεν υφίσταται ταύτιση μεταξύ του Δικαστηρίου εν Συμβουλίω και του Δικαστικού Συμβουλίου ως προς την εκδιδομένη απόφαση στη πρώτη περίπτωση: " και ως προς το εκδιδόμενο βούλευμα στη δεύτερη περίπτωση:"Αλλά τότε τι είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείον, κρίνον έφεσιν κατ' αποφάσεως Πταισματοδικείου, ή το Μονομελές και Τριμελές Δικαστήριον Ανηλίκων, ή το παρά τω Μικτώ Ορκωτώ Δικαστήριον των Συνέδρων, κρίνον την ανακοπήν κατ' ερήμην αποφάσεως. Σχετικά αντίστοιχα Δικαστικά Συμβούλια δεν γνωρίζει το Δικονομικόν ημών Δίκαιον (όρα σχετικώς αγόρευσιν Κ. Κόλλια εν Ποιν. Χρ. Γ' σελ. 441 σημείωσις 2). Εξ' άλλου, η υπό του αυτού συγγραφέως υποστηριζόμενη αντισυνταγματικότης εκ της μη δημοσία συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν είναι ευσταθής, δοθέντος ότι το εν Συμβουλίω Δικαστήριον δεν κρίνει το νόμω και ουσία βάσιμον του ενδίκου μέσου, αλλά μόνον το τύποις απαράδεκτων αυτού. Πρόκειται, ως λέγει ο Vannini (σελ. 271) "περί τυπικού καθαρώς ελέγχου, και ουχί περί ασκήσεως δικαιοδοσίας επί της ποινικής αγωγής" (βλέπε σχετικώς). Κομβικό σημείο εν προκειμένω είναι ότι όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει πριν από την ορισθείσα δικάσιμο ότι το ασκηθέν ένδικο μέσο πάσχει από κάποια ακυρότητα, συνεδριάζει εν Συμβουλίω προκειμένου να κρίνει το τυπικά και μόνο απαράδεκτο αυτού για το οποίο δεν απαιτείται δημοσιότητα της συνεδριάσεως διότι δεν ασκεί δικαιοδοσία. Ενώ αντιθέτως όταν πρόκειται να κρίνει το νόμο και ουσία βάσιμο αυτού, απαιτείται δημοσιότητα της συνεδριάσεως εφόσον πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατά αποφάσεως. Τα αυτά ακριβώς με τα ανωτέρω δέχεται και ο καθηγητής Χρήστος Δέδες στην ερμηνεία των ενδίκων μέσων, Τόμος Γ' σελίδα 19, εκδόσεως έτους 1969 (βλέπε σχετικώς). Ως εκ τούτου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ., πρέπει εν προκειμένω το Δικαστήριο σας (Ζ Ποινικό Τμήμα) που Συνεδριάζει εν Συμβουλίω, να κηρύξει απαράδεκτη την εις αυτό εισαγωγή περί απαραδέκτου του υπ' αριθμ. 20 και από 22-7-2011 καθώς και του από 2-9-2011 ετέρου ομοίου των ασκηθέντων ενδίκων μέσων αναιρέσεως της κρατούμενης στο Κατάστημα Κρατήσεως Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών Ε. Π. συζύγου Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα προεκτθέντα παραδεκτώς ασκήθηκαν κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 476 Κ. Π. Δ. αφού η υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 απόφαση, είναι απόφαση και όχι βούλευμα. Και τα οποία εν λόγω ένδικα μέσα να εισαχθούν κατόπιν τούτου εκ νέου με την συνήθη διαδικασία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως αλλά ενδεχομένως και οποιοσδήποτε έτερος λόγος περί του παραδεκτού ή μη των ανωτέρω ενδίκων μέσων (βλέπετε Άγγελος Μπουρόπουλος ερμηνεία του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., Τόμος Β' Εκδόσεως 1957, σελίδα 175). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή περί απαραδέκτου του υπ' αριθμ. 20 και από 22-7-2011 και του από 2-9-2011 ετέρου ομοίου των ασκηθέντων ενδίκων μέσων αναιρέσεως της Ε. Π. συζ. Ι. το γένος Ε. και Θ. Β., κρατούμενης στο Κατάστημα Κρατουμένων Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών, κατοίκου ..., που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 1216/18-5-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω δοθέντος ότι παραδεκτώς ασκήθηκαν τα ανωτέρω ένδικα μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., ως μη ασκηθέντα κατά βουλεύματος αλλά κατά αποφάσεως Δικαστηρίου Συνεδριάζοντος εν Συμβουλίω. Κατόπιν τούτου να εισαχθούν εκ νέου με την συνήθη διαδικασία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως αλλά ενδεχομένως και οποιοσδήποτε έτερος λόγος περί του παραδεκτού των ανωτέρω ενδίκων μέσων. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 του ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 7 του ίδιου Κώδικα, οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των τριμελών πλημμελειοδικείων υπάγονται στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων. Αν, όμως, ασκηθεί έφεση κατά τέτοιας αποφάσεως, η οποία, για κάποιο λόγο, είναι απαράδεκτη, ο εισαγγελέας, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1, την εισάγει πάλι στο δικαστήριο, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, συνεδριάζει όχι δημόσια, αλλά ως συμβούλιο, και όχι στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο. Το δικαστήριο σε συμβούλιο δεν είναι διαφορετικό όργανο από το δικαστήριο που συνεδριάζει δημόσια, είναι, όμως, εντελώς διαφορετικό από το δικαστικό συμβούλιο. Αν, λοιπόν, εισαχθεί έφεση κατά αποφάσεως στο δικαστικό συμβούλιο, όπως συμβαίνει κατά τακτική που έχει παγιωθεί με σκοπό να μη επιβαρύνονται τα πινάκια των ποινικών δικαστηρίων και με αυτές τις υποθέσεις, το συμβούλιο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως αυτής και την απόρριψή της ως απαράδεκτης, θεωρείται ως δικαστήριο που συνεδριάζει σε συμβούλιο (όχι δημόσια) και η απόφαση που εκδίδει αποκαλείται "απόφαση" και όχι "βούλευμα", κατά της οποίας επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Αντίθετη εκδοχή, ότι, δηλαδή, και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως γιατί πρόκειται για βούλευμα, θα είχε ως συνέπεια την αποστέρηση του κατηγορουμένου από ένα ένδικο μέσο, το οποίο έχει κατά αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις υπ' αριθ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεις της, ζητεί την αναίρεση του υπ' αριθ. 1216/2011 "βουλεύματος" του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθ. 20/2011 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 245/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε η από 21 Ιανουαρίου 2001 αίτησή της για την σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 3904/2010 αναστολή του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ της ποινής φυλακίσεως των 14 μηνών που της επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 11809/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, παραδεκτώς προσβάλλουν το ως άνω "βούλευμα", αφού αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επέχει θέση "αποφάσεως" του Τριμελούς Εφετείου σε συμβούλιο, δεδομένου ότι με την έφεση είχε προσβληθεί απόφαση και αρμόδιο να την εκδικάσει ήταν το Δικαστήριο και όχι το Συμβούλιο, και εσφαλμένως έχουν εισαχθεί στο Δικαστήριο αυτό, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου, οι ως άνω αιτήσεις βάλλουν κατά βουλεύματος, κατά του οποίου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προβλέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, και όχι κατά αποφάσεως, ενόψει του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εκδίδεται μετά διαδικασία στο ακροατήριο, και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, κατά την πλειονοψηφήσασα γνώμη, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας γραμματέως), να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή των ως άνω αιτήσεων στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες και να διαταχθεί η εισαγωγή εκ νέου αυτών στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη συνήθη διαδικασία της δημόσιας συνεδριάσεως, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την εισαγωγή στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, των υπ' αριθ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεων της Ε. Π., συζ. Ι., το γένος Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, συνεδριάζοντος σε Συμβούλιο, (Συμβουλίου Εφετών), για να απορριφθούν αυτές ως απαράδεκτες. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή εκ νέου των ως άνω αιτήσεων στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη συνήθη διαδικασία της δημόσιας συνεδριάσεως, προκειμένου να εξεταστεί η βασιμότητα των προτεινομένων λόγων αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου
  2. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου
  3. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.