← Ελλάδα

ΑΠ 1352/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1352 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση ως απαράδεκτη. Αριθμός 1352/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαυρουειδή, περί αναιρέσεως της 3254/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1919/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ, αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναιρέσεως στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, πλήττεται η 3.254/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων), με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για απόπειρα αθέμιτης μεσιτείας (άρθρο 11 του Ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων") και καταδικάστηκε α) σε φυλάκιση τεσσάρων

(4)μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ ημερησίως και β) σε χρηματική ποινή διακοσίων
(200)ευρώ. Η αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε η σχετική έκθεση. Με την αίτηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συνίσταται δε ο σχετικός λόγος στο ότι: Η απόφαση "με όλως λανθασμένη και πλημμελή αιτιολογία με καταδίκασε σε ποινή στερητική της ελευθερίας των τεσσάρων μηνών και σε χρηματική ποινή 200 ευρώ. Η προσβαλλομένη στηρίζεται λανθασμένα και αποκλειστικά εις την κατάθεση του μάρτυρα και μηνυτή ....... την οποία και υιοθετεί εις ολόκληρον χωρίς να επικαλείται λοιπές αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά τα οποία δέχεται η προσβαλλομένη ως πραγματικά. Είναι δε εμφανές πως η αιτιολογία είναι πλημμελής καθώς δέχεται η προσβαλλομένη πως η κατηγορουμένη επισκέφθηκε τον τότε κρατούμενο μηνυτή εις τα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως, παριστάνοντας δήθεν τη δικηγόρο, αλλά δεν επικαλείται σε κανένα σημείο κάποια μαρτυρία του αστυνομικού υπηρεσίας στο ως άνω Αστυνομικό Τμήμα κατά την ημέρα κατά την οποία δήθεν ήταν εκεί. Είναι γνωστό τοις πάσι πως για να επισκεφθεί κάποιος κρατούμενο σε αστυνομικό τμήμα θα πρέπει να έχει ειδική δικηγορική ταυτότητα και η επίσκεψή του καταγράφεται σε ειδικό βιβλίο που τηρεί ο εκάστοτε Αξιωματικός Υπηρεσίας. Η προσβαλλομένη δέχεται όμως άνευ ετέρου ως πραγματικό περιστατικό πως η κατηγορουμένη επισκέφθηκε το Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως και είχε μάλιστα καταφέρει να δει τον κρατούμενο χωρίς όμως να επικαλείται την σχετική αναφορά του ειδικού βιβλίου που τηρείται εις το ως άνω Αστυνομικό Τμήμα ή την μαρτυρία του Αξιωματικού Υπηρεσίας της συγκεκριμένης ημέρας. Πώς άλλωστε ήτο δυνατόν να έχει συναντήσει η κατηγορουμένη τον κρατούμενο χωρίς να είναι συγγενής του και χωρίς να έχει δικηγορική ταυτότητα; Ερωτήματα εις τα οποία η προσβαλλομένη δεν δίνει απάντηση, παρά δέχεται αυτολεξεί την κατάθεση του μηνυτή και μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας, μη κάνοντας παράλληλα ουδεμία αναφορά εις τους αντίθετους προς τούτο ισχυρισμούς του πληρεξουσίου της δικηγόρου. Η προσβαλλομένη στηρίζεται αποκλειστικά εις την μαρτυρία του μηνυτή, ο οποίος είναι ένα άτομο παντελώς αφερέγγυο και έχει ήδη απελαθεί από την Ελληνική Επικράτεια από μακρού χρονικού διαστήματος. Η δε υποτιθέμενη συνάντησή τους εις τα κρατητήρια του Αστυνομικού Τμήματος Ακροπόλεως, όπου και έλαβε χώρα η δήθεν απόπειρα αθέμιτης μεσιτείας, δεν αποδεικνύεται από καμία άλλη μαρτυρία ή έγγραφο, ενώ βεβαίως το δικαστήριο είχε την ευχέρεια να καλέσει τον αξιωματικό υπηρεσίας του ως άνω Αστυνομικού Τμήματος ή να ζητήσει την προσκόμιση του ειδικού βιβλίου της 25 Μαΐου 2001, όπου και θα είχε καταγραφεί η δήθεν επίσκεψη της κατηγορουμένης εις το ως άνω Αστυνομικό Τμήμα. Με βάση τα όσα αναφέρω παραπάνω, αλλά κυρίως βάσει της πάγιας νομολογίας του Αρείου Πάγου περί πληρότητας της καταδικαστικής αποφάσεως και περί αποδείξεων επί των οποίων θεμελιώνονται τα πραγματικά περιστατικά, ως αναφέρω ανωτέρω, η απόφαση θα πρέπει να αναιρεθεί λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας". Με αυτό το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει στην αίτησή της τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενη μόνο σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει η έλλειψη της αιτιολογίας και σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτής. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, ως απαράδεκτη να απορριφθεί, συνεπεία της παντελούς αοριστίας του προαναφερομένου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναιρετικού λόγου, αλλά και κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του παραπάνω Δικαστηρίου. ΕΠΕΙΔΗ, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 433/14.11.2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά της 3254/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.