Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1354 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Πότε νέα στοιχεία Προϋποθέσεις. Πότε αιτιολογία βουλεύματος που απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εφαρμογή ΥΑΔ 247/123 (οικονομικών) της 1.3/6.4/
- Προσωρινή εισαγωγή μεταφορικών μέσων άρθρο
- Ποια συνήθης κατοικία του δικαιούχου εισαγωγής χωρίς δασμούς. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1354/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 434/18-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 116 από 12-6-2008 αίτηση του X, κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση του υπ'αριθμόν 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απορρίφθηκε η από 21.12.2007 αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 86226/2001 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 17 μηνών για τα αδικήματα της διακεκριμένης λαθρεμπορίας και της παραβίασης φύλαξης της αρχής και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος, νομίμως εξουσιοδοτηθέντος και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Συνεπώς είναι παραδεκτή και ερευνητέα επί της ουσίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται στο ότι: α) Από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι το συμβούλιο προέβη σε εφαρμογή μόνο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της ΑΥΟ 247/1988, κατά την οποία "Για την εφαρμογή της απόφασης αυτής, ως "συνήθης κατοικία" νοείται ο τόπος στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον εκατόν ογδόντα πέντε ημέρες, συνεχείς ή όχι, ανά δωδεκάμηνο, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών από τους οποίους προκύπτουν στενοί δεσμοί μεταξύ του ατόμου και του τόπου στον οποίον κατοικεί" και ουχί ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη της δευτέρας παραγράφου του ιδίου άρθρου κατά το οποίο "εν τούτοις η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για το λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διαφόρους τόπους που βρίσκονται σε δυο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με τη προϋπόθεση ότι επιστρέφει στον τόπο αυτό. Ο τελευταίος αυτός όρος δεν απαιτείται όταν το άτομο διαμένει σε μία χώρα για την εκτέλεση αποστολής με καθορισμένη διάρκεια". Την εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου επικαλέστηκε ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων. 2) Το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδεμία τοποθέτηση διαλαμβάνει περί του αν τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από τον κατηγορούμενο νέα στοιχεία είναι νέα και άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, αλλά απλά διατυπώνει τη γενική κρίση ότι τα άνω στοιχεία δεν δύνανται να θεωρηθούν ως νέα, αλλά ακόμη και αν θεωρηθούν ως νέα δεν καθιστούν πρόδηλο την αθωότητά του. Ωσαύτως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν προβαίνει σε πραγματική εκτίμηση, στάθμιση και αξιολογική επεξεργασία του περιεχομένου του συνόλου των προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων - πλην ορισμένων εξ αυτών- αλλά περιορίζεται στη παράθεσή τους κατά την αριθμητική σειρά που φέρουν στο κείμενο της αιτήσεώς του. Επειδή περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όχι μόνο όταν το Συμβούλιο δεν ερμηνεύει ορθά το νόμο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, χωρίς αντιφάσεις ή κενά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξ άλλου έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην αποδοχή των επ'αυτά αναφερομένων ισχυρισμών. Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται ακόμη να προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται για το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά σ'αυτές. Μεταξύ των περιπτώσεων τούτων είναι και εκείνη του εδαφ. 2, δηλαδή η αποκάλυψη μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν στοιχείων (αποδείξεων ή γεγονότων) που, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα που από την εκτίμησή τους, είτε χωριστά, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε τη καταδικαστική απόφαση, καθίσταται πρόδηλη και όχι απλώς πιθανή η αθωότητα του αιτούντα. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ακόμη ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ/2001 σελ. 896). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης εκθέτει ότι με την υπ'αριθμόν 86226/01 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 17 μηνών για τις άνω αναφερόμενες πράξεις. Η απόφαση δέχτηκε ότι ο συνήθης τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου ήταν η .... Αφού η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη υπέβαλε την 21-12-2007 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, μεταξύ δε των λόγων που επικαλείτο ήταν ότι από τη γέννησή του μέχρι τον Απρίλιο του 2007 ήταν κάτοικος εξωτερικού και κατά συνέπεια δεν έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος λαθρεμπορίας αφού η κυρίως κατοικία δεν ήταν στην Ελλάδα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα εξής έγγραφα, τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται στο προσβαλλόμενο υπ'αριθμόν 640/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δη 1) την υπ'αριθμόν πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του επιτίμου προξενείου της Ελλάδος στην Νυρεμβέργη, 2) την υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του αυτού ως άνω και υπό στοιχ. 1 προξενείου, 3) το υπ'αριθμ. πρωτ: ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" του Ελληνικού Προξενείου Νυρεμβέργης, 4) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας του εν Νυρεμβέργη Προξενείου της Ελλάδος, 5) τα υπ'αριθμ. ... και ... διαβατήριά του, 6) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Επιτίμου Προξενείου της Ελλάδος στην ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ, 7) τα υπ'αριθ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας της μητρός του αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της αδελφής του αιτούντος και το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της μητρός του αιτούντος, εκδοθέντων απάντων των υπό στοιχ. 7 εγγράφων από το εν Νυρεμβέργη Ελληνικόν Προξενείον, ωσαύτως, 8) την υπ'αριθμόν ..., τόμος ..., έτος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, αφορώσαν τον πατέρα του αιτούντος, 9) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... πτυχίον φυσικής αγωγής και αθλητισμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορά τον ίδιον (αιτούντα), μετά του εις αυτό συνημμένου διπλώματος ειδικότητος, 10) το υπ'αριθμ. ... απόσπασμα συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Ρόλφ Φέχρενμπαχ, με έδρα το Γκόρξχαιμερταλ της Γερμανίας, περί ιδρύσεως στην Νυρεμβέργη της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", 11) το ετήσιον κλείσιμον φορολογικής δηλώσεως της εταιρείας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", με έδρα την ..., προς την οικονομικήν υπηρεσίαν Κέντρου ..., οικονομικών ετών 1994, 1995 και της διαχειριστικής περιόδου 01-01-1996 έως 31-12-1997, 12) την από 20-8-2001 "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" της ... και τον από 10-5-96 λογαριασμό τηλεφώνου, 13) διάφορα εισιτήρια μετακινήσεων του αιτούντος, 14) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... από 19-5-1999 έγγραφον του υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ..., 15) το υπ'αριθμ. ... τιμολόγιον του καταστήματος Νυρεμβέργης της "Μερσεντές ΒΕΝΖ ΑΕ", 16) την από 07-6-1996 'Εκθεση Δεσμεύσεως και ακινητοποιήσεως Αυτοκινήτου, 17) το υπ'αριθμ. ... Διπλότυπον Εισπράξεως της Α' ΔΟΥ ... και 18) το υπ'αριθμ. πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Δήμου ... . Ακολούθως το εν λόγω βούλευμα αξιολογεί όλα τα έγγραφα αυτά και ειδικότερα αναφέρει ότι "Το υπ'αριθμόν 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, που ο αιτών επικαλείται και προσάγει δια της αιτήσεώς του, αφορά την 'Εκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως του λαθρεμπορικού οχήματος, προφανέστατα δε πρόκειται για αρχήθεν υφισταμένη στην δικογραφία έκθεση και προδήλως δεν συνιστά "νέον στοιχείον" δυνάμενον να υπαχθεί στις διαγορεύσεις του άρθρου 525 § 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ., ενώ το υπ'αριθμ. 17 στοιχείον αφορά το διπλότυπον εισπράξεως-καταβολής του χρηματικού ποσού της μετατροπής της εις βάρος του νυν αιτούντος εκδοθείσης αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το υπ'αριθμ. 18 στοιχείον αφορά πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του αιτούντος, εκδοθέν από τον Δήμο ... υπό ημερομηνίαν 08/06/2007, εις το οποίον μνημονεύεται ως τόπος γεννήσεως αυτού η ..., εν πάση δε περιπτώσει, το ειρημένο στοιχείον, δεν δύναται και δη επ'ουδενί να θίξει τον τόπον "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, κατά το χρονικόν διάστημα του μηνός Μαρτίου 1994 έως του μηνός Αυγούστου
- Τέλος, το υπ'αριθμ. 14 στοιχείον, το οποίον επικαλείται και προσάγει ο αιτών, είναι έγγραφον του Ι.Κ.Α. (υποκ/τος Αμαρουσίου) προς το Σ.Δ.Ο.Ε., υπό ημερομηνίαν 19-5-99, εις το οποίον ρητώς αναφέρεται ότι "όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας ο Χ (δηλ. ο αιτών) απασχολήθηκε στην επιχείρηση ... , ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕΒΕ ΑΓΜ ..., από τον μήνα 3/94-5/96 και στην επιχείρηση ... ΑΓΜ ... από 16-5-96-8/96, με την ειδικότητα του πωλητή". Πρόκειται για έγγραφον αρχήθεν υφιστάμενο στην δικογραφία και ληφθέν υπ'όψιν παρά του καταδικάσαντος δικαστηρίου, αξιολογηθέν δε, ως εκ τούτου, κατά περιεχόμενον (Ορ. σχετ. αντίγραφον της καταδικαστικής αποφάσεως, στην 2α σελίδα της οποίας, στην ενότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και υπό στοιχ. 5, αναγράφεται ως αναγνωσθέν το ως άνω έγγραφον του Ι.Κ.Α. ..., ενώ υπό στοιχ. 4 αναγράφεται ως αναγνωσθέν το υπό στοιχ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, περί του οποίου εγένετο ειδικώτερον λόγος ανωτέρω). Εκ των άνω αποδεικτικών στοιχείων το βούλευμα δέχεται ότι ο συνήθης τόπος κατοικίας του αναιρεσείοντος ήταν η Ελλάδα και ο ισχυρισμός του ότι η κατοικία του ήταν στη Γερμανία δεν αποτελεί "νέο στοιχείο" που να καθιστά πρόδηλη την αθωότητά του και ούτω απέρριψε την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Ο αναιρεσείων ως πρώτο λόγο αναιρέσεως αναφέρει, όπως προαναφέρεται ότι το συμβούλιο προέβη σε εφαρμογή μόνο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της ΑΥΟ 247/1988 και ουχί της παραγράφου 2 ως έδει. Δια του τρόπου όμως αυτού επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα ανεπίτρεπτο, αφού η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία και για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Ωσαύτως από τα άνω αναφερόμενα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει όλα εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και μάλιστα κάνει λεπτομερή αναφορά σ'αυτά, κατά τα ανωτέρω. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ουδεμία τοποθέτηση διαλαμβάνει περί του αν τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν νέα στοιχεία είναι νέα και άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές είναι αβάσιμος. Το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τις αποδείξεις που το θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς βάσει των οποίων κατέληξε στην απορριπτική κρίση του ήτοι περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της διαδικασίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμόν 116/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμόν 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να καταδικασθεί στα έξοδα της διαδικασίας αυτής ο αναιρεσείων. O Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ.1 ΚΠΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, η δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστού ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 5) Αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στην συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών-αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κτλ, και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλανών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων, και ότι 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και στρατιωτικού, εφ'όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα 4) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας, ορίζονται περιοριστικώς υπό του άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες στους δικαστάς, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Δεν θεωρούνται όμως άγνωστα γεγονότα εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπ' όψη του οι εκδόσαντες αυτήν δικασταί, αφού με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, αλλ' επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπ'όψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Τέλος κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 ιδίου Κώδικος, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε, περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν διότι άλλως είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απηγγέλθη από πλημμελειοδικείο και, στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί, το οποίο αποφασίζει αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά της αποφάσεως του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 ΚΠΔ. Η τελευταία αυτή απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, υποβληθείσης ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε, ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, στην διάταξη που εφηρμόσθη, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμό 640/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά του οποίου ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με λόγους έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και ε' ΚΠΔ), το πληττόμενο βούλευμα, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση τα εξής περιστατικά (και δη "από την επισκόπηση των στοιχείων του φακέλου και ειδικότερα από τα έγγραφα της δικογραφίας και το περιεχόμενο της υπό κρίσιν αιτήσεως"). "Ο εξαιτούμενος την επανάληψιν της διαδικασίας, με την απόφαση εναντίον της οποίας στρέφεται κατεδικάσθη, για μίαν εκάστη των επί μέρους πράξεων που προεξετέθησαν, στις προαναφερεθείσες επί μέρους ποινές φυλακίσεως και εις συνολικήν ποινήν φυλακίσεως 17 μηνών, μετατραπείσαν προς 1500 δραχμές ημερησίως. Η καθ'ής καταδικαστική απόφαση έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη [ορ. σχετ. την υπ'αριθμ. 1232/2006 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποίαν απερρίφθη ως απαράδεκτος, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η κατά της ειρημένης καταδικαστικής αποφάσεως ασκηθείσα έφεση του νυν αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικόν του Εφετείου Αθηνών και το υπ'αρ. πρωτ. ... πιστοποιητικόν του ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με τα οποία (πιστοποιητικά) πιστοποιείται η μη άσκηση αναιρέσεως κατά της προμνησθείσης εφετειακής αποφάσεως]. Δι'αυτής (καταδικαστικής αποφάσεως), ο υποβαλών την υπό κρίσιν αίτησιν κατεδικάσθη ως υπαίτιος του ότι: "Α) Στην ..., την 7-6-96, με πρόθεση κατείχε εμπόρευμα που είχε εισαχθεί κατά τρόπον που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, με σκοπό να στερήσει το Δημόσιο από την είσπραξη των δασμοφορολογικών και άλλων επιβαρύνσεων, που οφείλονται κατά την εισαγωγή και δεν καταβλήθηκαν. Συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από 15-01-96 μέχρι 7-6-96, ως δήθεν δικαιούχο πρόσωπο, δηλαδή φυσικό πρόσωπο που δικαιούται να παραλάβει με το καθεστώς της απόφασης ΔΥΟ 247/88 μεταφορικό μέσο (Ε.Ι.Χ.), αφού έχει συνήθη κατοικία εκτός Ελλάδος και συγκεκριμένα διαμονή στο εξωτερικό τουλάχιστον 185 ημέρες ανά ημερολογιακόν έτος (άρθρο 15 παρ.2α Ν. 2187/94), λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών, κατείχε ένα Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο μάρκας "BMW-525" εφοδιασμένο με γερμανικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας ..., το οποίο είχε εισαχθεί στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους (Ε.Φ.Κ.) που ώφειλε, δεδομένου ότι συνήθης τόπος κατοικίας ήταν η ..., με αποτέλεσμα να διαφύγει της καταβολής ποσού δασμών και λοιπών φόρων 11.274.298 δρχ. και έτσι να στερήσει το Δημόσιο από την είσπραξη του ποσού αυτού, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό και Β) στην ..., το μήνα Σεπτέμβριο 1996 (η ακριβής ημερομηνία δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί), με πρόθεση αφαίρεσε από την εξουσία της αρχής πράγματα που αυτή του είχε παραδώσει για φύλαξη. Συγκεκριμένα, μετά την ανακάλυψη στην κατοχή αυτού του ως άνω (υπό στοιχ. "Α") Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας "BMW-525" και την δέσμευσή του με την από 7-6-1996 έκθεση των αρμοδίων υπαλλήλων της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.), παρότι με την ίδια έκθεση του ανατέθηκε η φύλαξη του οχήματος και παρότι του ζητήθηκε επανειλημμένα από την Ε.Υ.Τ.Ε. να το προσκομίσει στην υπηρεσία, αυτός δεν το προσκόμισε, αλλ'αυθαίρετα το κατακράτησε και το απέκρυψε" (ορ. σχετ. αντίγραφον την υπ'αριθμ. 86226/01 καταδικαστικής αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Προ πάσης ενασχολήσεως με την υπό κρίσιν αίτηση από ουσιαστικής απόψεως, όλως επιγραμματικώς επισημειούται ότι, ο νυν αιτών- αμετακλήτως καταδικασθείς, θα εκέκτητο δικαίωμα ατελούς εν Ελλάδι εισαγωγής του συναπτομένου με την καταδίκη του αυτοκινήτου, εάν είχε, κατά τον κρίσιμον χρόνον, συνήθη κατοικία εις τον εξωτερικόν, όπως αυτή (συνήθης κατοικία) προσδιορίζεται στο άρθρο 3 της Υ.Α.Δ. 247/13-1.3/6.4.88 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών. Η ύπαρξη ή μη τοιούτου είδους συνήθους κατοικίας απετέλεσεν τον πυρήνα της επ'ακροατηρίω διαγνωστικής διαδικασίας και η αρνητική συναφώς δικαστική κρίση καταλυτικόν στοιχείον της εκδοθείσης, εις βάρος του νυν αιτούντος, καταδικαστικής αποφάσεως. Πλέον συγκεκριμένα, το δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών) που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, εδέχθη ως τόπον συνήθους κατοικίας του καταδικασθέντος-αιτούντος την ... αφ' ενός, ενώ, αφ'ετέρου, εδέχθη ότι ο νυν αιτών-καταδικασθείς, κατά το χρονικόν διάστημα από του μηνός Μαρτίου 1994 έως τον Αύγουστον 1996, ήτο ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., ως υπάλληλος της επιχειρήσεως εμπορίας αυτοκινήτων του ..., επί της Λεωφόρου ... αρ. ..., τον οποίον μάλιστα ιδιοκτήτη της ρηθείσης επιχειρήσεως κατεδίκασεν, ωσαύτως, εις ποινήν φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, μετατραπείσαν προς 1500 δραχμάς ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανωμότου καταθέσεως (άρ. 225 παρ. 2 ΠΚ), συνισταμένη, από πλευράς ιστορικού, εις το ότι ο ειρημένος ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης επιχειρήσεως την 01-10-1996 "εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέμματα. Συγκεκριμένα, εξεταζόμενος χωρίς όρκο ως μάρτυρας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΥΤΕ- που ενεργούσαν προανάκριση για τις αξιόποινες πράξεις του συγκατηγορουμένου του Χ (νυν αιτούντος)- κατέθεσε ότι ο εν λόγω συγκατηγορούμενός του ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού κατά την τελευταία διετία και ειδικότερα κάτοικος ..., δηλαδή γεγονός εν γνώσει του ψευδές, δεδομένου ότι ο Χ εργαζόταν διαρκώς ως υπάλληλος στο επί της Λεωφ. ... κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων από τον Μάρτιο 1994 έως τον μήνα Αύγουστο 1996 και μάλιστα ήταν ασφαλισμένος στην επιχείρησή του στο ΙΚΑ, καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα" (ορ. σχετ. την υπ'αριθμ. 86226/01 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. 'Ηδει ο αιτών, με την υπό κρίσιν αίτησή του και τις εν αυτή θέσεις του, επαναφέρει το ζήτημα της "συνήθους" κατοικίας του κατά τον χρόνον διαπράξεως του δι'ο κατεδικάσθη αδικήματος της λαθρεμπορίας, ισχυριζόμενος ότι αυτή (συνήθης κατοικία) ήτο στην ... της Γερμανίας, ένθα διέμενε και η πατρική του οικογένεια, προσάγων δ'άμα και επικαλούμενος στοιχεία, τα οποία, καθ'ά διατείνεται, αποδεικνύουν και θεμελιώνουν τον ισχυρισμόν του αυτόν. Προσάγει έτσι και επικαλείται: 1) την υπ'αριθμ. Πρωτ. ... ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του επιτίμου προξενείου της Ελλάδος στην Νυρεμβέργη, 2) την υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του αυτού ως άνω και υπό στοιχ. 1 προξενείου 3) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΟΝΙΜΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ" του Ελληνικού Προξενείου Νυρεμβέργης, 4) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας του εν Νυρεμβέργη προξενείου της Ελλάδος, 5) τα υπ'αριθμ. ... και ... διαβατήριά του, 6) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Επιτίμου Προξενείου της Ελλάδοες στην ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ 7) τα υπ'αριθμ. ... και ... πιστοποιητικά ιθαγενείας της μητρός του αιτούντος, το υπ'αριθμ. ... διαβατήριον της αδελφής του αιτούντος, και το υπ'αριθ. ... διαβατήριον της μητρός του αιτούντος, εκδοθέντων απάντων των υπό στοιχ. 7 εγγράφων από το εν Νυρεμβέργη Ελληνικόν Προξενείον, ωσαύτως 8) την υπ'αριθμόν ..., τόμος ..., έτος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ειδικού Ληξιαρχείου Αθηνών, αφορώσαν τον πατέρα του αιτούντος 9) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ... πτυχίον φυσικής αγωγής και αθλητισμού του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορά τον ίδιον (αιτούντα), μετά του εις αυτό συνημμένου διπλώματος ειδικότητας 10) το υπ'αριθμ. ... απόσπασμα συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Ρολφ Φέχρενμπαχ, με έδρα το Γκόρξχαιμερταλ της Γερμανίας, περί ιδρύσεως στην Νυρεμβέργη της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπορτ-Εξπορτ ΕΠΕ", 11) το ετήσιον κλείσιμον φορολογικής δηλώσεως της εταιρίας "Φόρουμ Ιμπόρτ-Εξπόρτ ΕΠΕ", με έδρα την ..., προς την οικονομικήν υπηρεσίαν Κέντρου ..., οικονομικών ετών 1994, 1995 και της διαχειριστικής περιόδου 01-01-1996 έως 31-12-1997 12) την από 20-8-2001 "ΒΕΒΑΙΩΣΗ" της ... και τον από 10-5-96 λογαριασμό τηλεφώνου 13) διάφορα εισιτήρια μετακινήσεων του αιτούντος 14) το υπ'αριθμ. Πρωτ. ..., από 19-5-1999 έγγραφον του υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., 15) το υπ'αριθμ. ... τιμολόγιον του καταστήματος ... της "Μερσεντές ΒΕΝΖ Α.Ε." 16) την από 07-6-1996 Έκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως Αυτοκινήτου, 17) το υπ'αριθμ. ... Διπλότυπον Εισπράξεως της Α' ΔΟΥ ... και 18) το υπ'αριθμ.πρωτ. ... "ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ" του Δήμου ... . Εκ των προεκτεθέντων στοιχείων, τα οποία επικαλείται και προσάγει ο αιτών, προκύπτει μεν η άμεση σχέση τόσον του ιδίου όσον και της πατρικής του οικογενείας με την ... της Γερμανίας, πλην όμως ουδόλως εξ αυτών (στοιχείων) προκύπτει ως "συνήθης" τούτου (αιτούντος) κατοικία η ... της Γερμανίας. 'Αλλως και ειδικότερον, ναι μεν ο αιτών α) εγεννήθη στην ... της Γερμανίας από εγκατεστημένους εκεί ως μετανάστες 'Ελληνες γονείς, μετά των οποίων και διέμενεν μέχρις χρονικού τινός σημείου (σχετ. τα υπό στοιχ. 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 12, 15 εκ των προσαγομένων και επικαλουμένων υπ'αυτού στοιχείων), β) εδραστηριοποιήθη εν ... βιοτικώς (σχετ. τα υπό στοιχ. 10, 11,15 εκ των προσαγομένων και επικαλουμένων υπό του αιτούντος στοιχείων) και γ) επραγματοποιούσε συχνά ταξίδια μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδος και αντιστρόφως (σχετ. το υπό στοιχ. 13 εκ. των προσαγομένων και επικαλουμένων υπό του αιτούντος στοιχείων), πλην όμως ουδόλως εκ των συγκεκριμένων στοιχείων προκύπτει κατοικία του στην Γερμανία (...), για χρονικόν διάστημα 185 συνολικώς ημερών ετησίως, όπερ και ήτο απαραίτητο για την ύπαρξη δικαιώματός του προς νόμιμον ατελή εισαγωγή του λαθρεμπορικού αυτοκινήτου για το οποίον και κατεδικάσθη. Περαιτέρω, ούτε το υπό στοιχ. 1 του στοιχείων που επικαλείται και προσάγει ο αιτών δύναται να στοιχειοθετήσει την συνήθη αυτού (αιτούντος) κατοικία στην ..., αφού, με ημερομηνίαν 20-07-2006, βεβαιοί γενικώς ότι ο αιτών κατοικεί στην Γερμανία, ένθα "βρίσκεται δηλωμένος από την γέννησή του μέχρι σήμερα", τούτ'αυτό δεν ρητέον και για το υπό στοιχ. 2 στοιχείον-βεβαίωση, ένθα βεβαιούται ότι ο αιτών "βρίσκεται στην Γερμανία δηλωμένος, στην πόλη της ..., από την γέννησή του μέχρι σήμερα, όπου και διαμένει μόνιμα και συνεχώς και εργάζεται" (ημερομηνία βεβαιώσεως 29-4-04). Αμφότερα τα προεκτεθέντα στοιχεία εξεδόθησαν πολύ μεταγενεστέρως (20-7-2006 και 29-4-2004, αντιστοίχως) του κρισίμου χρόνου της λαθρεμπορίας (15-01-96 έως 07-6-96) και του χρόνου (Μάρτης 1994-Αύγουστος 1996) της "συνήθους" εν Ελλάδι κατοικίας του αιτούντος αφ' ενός, ενώ, αφ'ετέρου, δεν δύναται να εξαχθεί εξ αυτών κρίση περί μη υπάρξεως, κατά τον προεκτεθέντα χρόνον, της "συνήθους" κατοικίας του αιτούντος στην Ελλάδα. Είναι πρόδηλον, άλλωστε, ότι κυρίαρχον και αποφασιστικόν ρόλον προς σύνταξιν -έκδοσιν των ως άνω υπ'αριθμ. 1 και 2 στοιχείων διεδραμάτισεν το γεγονός της γεννήσεως του αιτούντος και της δηλώσεως αυτής (γεννήσεως) στην ..., ενώ άλλο πράγμα είναι η διαμονή ή η κατοικία προσώπου τινός σε συγκεκριμένο τόπο και άλλο η "συνήθης κατοικία", περί ής εν προκειμένω ο λόγος, απαιτούσε ιδιαιτέρους όρους και ειδικές προϋποθέσεις, εν συγκρίσει προς την απλή διαμονή ή απλή κατοικία. Το υπ'αριθμ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων,που ο αιτών επικαλείται και προσάγει δια της αιτήσεώς του, αφορά την Έκθεση Δεσμεύσεως και Ακινητοποιήσεως του λαθρεμπορικού οχήματος, προφανέστατα δε πρόκειται για αρχηθέν υφισταμένη στην δικογραφία έκθεση και προδήλως δεν συνιστά "νέον στοιχείον" δυνάμενον να υπαχθεί στις διαγορεύσεις του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠΔ, ενώ το υπ'αριθμ. 17 στοιχείον αφορά το διπλότυπον εισπράξεως-καταβολής του χρηματικού ποσού της μετατροπής της εις βάρος του νυν αιτούντος εκδοθείσης αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το υπ'αριθμό 18 στοιχείον αφορά πιστοποιητικόν οικογενειακής καταστάσεως του αιτούντος, εκδοθέν από τον Δήμο ... υπό ημερομηνίαν 08-06-2007, εις τον οποίον μνημονεύεται ως τόπος γεννήσεως αυτού η ... Γερμανίας, εν πάση δε περιπτώσει, το ειρημένο στοιχείον, δεν δύναται και δη επ'ουδενί να θίξει τον τόπον "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, κατά το χρονικόν διάστημα του μηνός Μαρτίου 1994 έως του μηνός Αυγούστου
- Τέλος, το υπ'αριθμ. 14 στοιχείον, το οποίον επικαλείται και προσάγει ο αιτών, είναι έγγραφον του ΙΚΑ (υποκ/τος ...) προς το ΣΔΟΕ, υπό ημερομηνίαν 19-5-99, εις το οποίον ρητώς αναφέρεται ότι "όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Υπηρεσίας μας ο Χ (δηλ. ο αιτών) αποσχολήθηκε στην επιχείρηση ..., ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕΒΕ ΑΓΜ ..., από τον μήνα 3/94-5/96 και στην επιχείρηση ... ΑΓΜ ... από 16-5-96-8/96, με την ειδικότητα του πωλητή". Πρόκειται για έγγραφον αρχήθεν υφιστάμενο στην δικογραφία και ληφθέν υπ'όψιν παρά του καταδικάσαντος δικαστηρίου, αξιολογηθέν δε, ως εκ τούτου, κατά περιεχόμενον (ορ. σχετ. αντίγραφον της καταδικαστικής αποφάσεως, στην 2αν σελίδα της οποίας, στην ενότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων και υπό στοιχ. 5, αναγράφεται ως αναγνωσθέν το ως άνω έγγραφον του ΙΚΑ ... , ενώ υπό στοιχ. 4 αναγράφεται ως αναγνωσθέν το υπό στοιχ. 16 των προεκτεθέντων στοιχείων, περί του οποίου εγένετο ειδικώτερον λόγος ανωτέρω). Κρίνομεν, βεβαίως, αναγκαίον να επισημαίνωμεν εις το σημείον τούτο τον αποδεικτικώς ισχυρότατον χαρακτήρα του υπ'αριθμ. 14 στοιχείου, εν σχέσει προς τον τόπον της "συνήθους κατοικίας" του αιτούντος, αφού, και κατά την κοινή λογικήν, δεν νοείται διαρκής απασχόληση, με ασφάλιση στο ΙΚΑ, σε συγκεκριμένη επιχείρηση στην ... και ταυτοχρόνως "συνήθης κατοικία", κατά τον χρόνον της ασφαλισμένης απασχολήσεως, του απασχολουμένου-ασφαλισμένου εκτός Ελλάδος. Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο αιτών συνομολογεί την ασφάλισή του στο ΙΚΑ στην Ελλάδα, κατά το επίμαχον χρονικόν διάστημα, μη δυνάμενος βεβαίως να αμφισβητήσει το έγγραφον του ΙΚΑ που βεβαιώνει την ειρημένη ασφάλιση, λόγω όμως ελλείψεως ικανών, προς επιστήριξιν των θέσεων του, επιχειρημάτων, ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη ασφάλιση δεν ανταποκρινόταν εις πραγματικήν εκ μέρους του απασχόληση εν Ελλάδι, αλλά ωφείλετο εις παράκλησιν του πατρός του προς τον εργοδότη του και μόνον, προκειμένου ούτος (αιτών) να πορίζεται τα συναφή ασφαλιστικά οφέλη, χωρίς ωστόσο αυτός (αιτών) να εγνώριζεν το γεγονός της περί ης πρόκειται ασφαλίσεώς του, εξ αιτίας δήθεν του ότι "ουδέποτε ο κ. ... μας είχε δηλώσει την τελική του πρόθεση να προβεί στην ενέργεια αυτή, ούτε βεβαίως είχε συννενοηθεί με τον πατέρα μου το διάστημα, το οποίο θα αφορούσε η πιθανή εγγραφή μου στο ταμείο ασφαλίσεως στην Ελλάδα" (ορ. σχετ. σελ. 4 αιτήσεως και αρχή 5ης σελίδος). Βεβαίως ο αιτών, όταν προέκυψεν το σχετικόν ζήτημα και εδεσμεύθη το όχημά του, προσελθών στην τότε ΕΥΤΕ κατέθεσε τα προσωπικά του έγγραφα προς πιστοποίησιν της ιδιότητός του ως μονίμου κατοίκου εξωτερικού "και ειδικότερα αντίγραφο του διαβατηρίου μου, την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, την πράσινη κάρτα μου στην Γερμανία και πλήθος άλλως εγγράφων που βεβαίωναν την καθ'όλα σύννομη συμπεριφορά μου. Στον αρμόδιο υπάλληλο που επελαμβάνετο του θέματος γνωστοποίησα επανειλημμένως ότι η συνήθης κατοικία μου ήτο στην Γερμανία και ειδικότερα επί της οδού ..., στην ..., στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου ..." (ορ. σχετ. τέλος σελ. 5 και αρχήν σελ. 6 της υπό κρίσιν αιτήσεως). Τα ανωτέρω καθιστούν προφανές ότι ο αιτών κατέθεσεν αρμοδίως πλήρη στοιχεία επιστηρικτικά των ισχυρισμών του, μη τελεσφορήσαντα όμως, ουδαμόθεν δε προκύπτει ότι τα τε και νυν επικαλούμενα υπ'αυτού στοιχεία είναι νέα τοιαύτα, εν πάση δε περιπτώσει και νέα υποτιθέμενα πόρρω απέχουν από του να καθιστούν πρόδηλον την αθωότητα του αιτούντος, είτε αφ' εαυτά είτε εν συνδυασμώ προς προϋφιστάμενα και τεθέντα υπ'όψιν του δικαστηρίου τοιαύτα. Θα πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η υπό κρίσιν αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στην καταβολή των δικαστικών εξόδων". Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 3 της ΥΑΔ 247/13 (Οικονομικών) της 1.3/6-4-88 τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει εν προς εν τα προσκομισθέντα υπό του αιτούντος τότε ως νέα στοιχεία και αιτιολογεί πλήρως μάλιστα και διατί εξ ενός εκάστου εξ αυτών δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανόν ότι ο αναιρεσείων νυν είναι αθώος των πράξεων δια τας οποίας κατεδικάσθη, διατί τα επικαλούμενα περιστατικά- στοιχεία δεν είναι νέα και, εις πάσα περίπτωση, ποία συγκεκριμένως εξ αυτών ηρευνήθησαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εδίκασε και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα, ηρευνήθη δε λεπτομερώς "η συνήθης κατοικία του" τόσον κατά την πρώτη περίπτωση της παραγράφου 3 της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως όσο και κατά την δευτέρα περίπτωση κατά την οποίαν "η συνήθης κατοικία ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο άλλο από τον τόπο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο για τον λόγο αυτό, υποχρεώνεται να διαμένει διαδοχικά σε διαφόρους τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ότι βρίσκεται στον τόπο των προσωπικών του δεσμών με την προϋπόθεση ότι επιστρέφει τακτικά στον τόπο αυτό" Τούτο, αφού, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, καίτοι, τόσον οι προσωπικοί, όσο και οι επαγγελματικοί δεσμοί ευρίσκονται στη Γερμανία, ο αναιρεσείων, δεν προκύπτει, ότι διαμένει συνήθως εκεί, για χρονικό διάστημα εκατόν ογδόντα πέντε
(185)ημερών ετησίως. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από το βούλευμα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ καθ'ό μέρος με αυτούς επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, αυτοί είναι απαράδεκτοι. Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 116/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 640/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ