← Ελλάδα

ΑΠ 1355/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ληστεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1355 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ληστεία. Περίληψη: Πότε υπάρχει απόπειρα. Πότε υπάρχει αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος. Σωματική βία, συνιστά και η περιαγωγή άλλου σε κατάσταση αναισθησίας με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή ανάλογα μέσα. Απόπειρα συνιστά και η προσφορά παγωτού, προς κατανάλωση, το οποίο περιείχε υπνωτική ουσία, με σκοπό ο δράστης να αφαιρέσει χρήματα και κινητά από το θύμα, πλην όμως η ενέργεια έγινε αντιληπτή. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του Π.Κ. Απορρίπτει αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1355/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Μπουλούκο, περί αναιρέσεως της 739/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαϊου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 891/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον αναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Σωματική δε βία, κατά δε το άρθρο 13 περιπτ. δ` του ίδιου Κώδικα, συνιστά και "η περιαγωγή άλλου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα". Περαιτέρω, κατά το άρ. 42 παρ. l του ΠΚ , " όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη". Ως αρχή εκτελέσεως θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία αποτελεί τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που έχει αποφασίσει να τελέσει και που οδηγεί κατ`ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε άμεση και αναγκαία σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 380 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας, βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, δηλαδή την αφαίρεση του κινητού ή την παράδοσή του στον δράστη, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη, ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από τα αλληλοσυμπληρούμενα σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη, την 11-10-1998, επισκέφθηκε τον υπέργηρο και ήδη αποβιώσαντα Γ στο επί της οδού ...... διαμέρισμά του και, γνωρίζουσα ότι αυτός αναζητούσε οικιακή βοηθό, αφού του συστήθηκε με άλλο από το πραγματικό της όνομα, του εδήλωσε ότι ήταν διατεθημένη να του προσφέρει τις υπηρεσίες της, φροτνίζοντάς τον και ειδικότερα ψωνίζοντας και μαγειρεύοντάς του καθημερινώς. Ο εν λόγω της παρήγγειλε να αγοράσει για λογαριασμό του τα συγκεκριμένα τρόφιμα, που αναφέρει στην κατάθεσή της η μάρτυς κατηγορίας και νύφη του Γ1, τα οποία πράγματι του αγόρασε και την επομένη, 12-10-1998, του τα έφερε στο διαμέρισμά του. Όμως, μεταξύ τούτων, έφερε, προσφέροντάς του ως δώρο, και ένα συσκευασμένο σε κουτί έτοιμο παγωτό μάρκας "......", το οποίο δεν της είχε παραγγείλει, μέσα στο οποίο είχε προηγουμένως τοποθετήσει την αντιψυχωσική ηρεμιστική ουσία προμαζίνη, που, αν την ελάμβανε αυτός, θα του προκαλούσε ύπνο και καταστολή, όπως κατέθεσε η εξετασθείσα μάρτυς κατηγορίας - ιατρός ....., που διενήργησε και την τοξικολογική εξέταση στο παγωτό. Όμως, ο Γ, υποψιασθείς ότι κάτι κακό συμβαίνει, τόσο λόγω του μη παραγγελθέντος παγωτού, όσο και εκ του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη έμπαινε χωρίς λόγω στα δωμάτια της κατοικίας του, τηλεφώνησε ανήσυχος στην ως ανωτέρω νύφη του και της ζήτησε να τον επισκεφθεί, πράγμα που εκείνη έκανε, αφού προηγουμένως ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία και παρενέβη. Από τα αποδειχθέντα περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, συνάγεται ότι η κατηγορουμένη, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το κακούργημα της ληστείας σε βάρος του Γ, αφού, σε περίπτωση που ο τελευταίος ελάμβανε την προμαζίνη και περιέρχετο σε κατάσταση ύπνου και καταστολής, θα του αφαιρούσε κινητά του πράγματα και δη χρήματα, προκειμένου να τα ιδιοποιηθεί παρανόμως, επιχείρησε πράξη, που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, δηλαδή τοποθέτησε την προμαζίνη στο παγωτό, το οποίο και παρέδωσε στον ανωτέρω, προκειμένου να το καταναλώσει. Απέτυχε όμως του σκοπού της αυτού για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από τη θέλησή της και ειδικότερα διότι αυτός δεν κατανάλωσε το παγωτό. Πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω ενέργεια της κατηγορουμένης σε καμμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί ως προπαρασκευαστική πράξη ληστείας, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε ο συνήγορος υπεράσπισής της, αφού ως τέτοια πράξη μπορεί γενικώς να χαρακτηρισθεί μόνο η σκοπούσα στην προμήθεια απλώς των μέσων εκτελέσεως του εγκλήματος, στην διευκόλυνση αυτής, στην παρεμπόδιση ανακάλυψης τούτου ή την εξασφάλιση των συνεπεία αυτού ωφελημάτων, ως π.χ. η προμήθεια όπλου ή δηλητηρίου, η κατασκευή αντικλείδας, η ενέδρα, η κατόπτευση της οικίας στην οποία πρόκειται να εισέλθει ο δράστης για να τελέσει άδικη πράξη κ.λ.π. (Μπουρόπουλος Ερμηνεία του Π.Κ., Γενικό Μέρος, σελ. 118). Συνεπώς, πρέπει όπως, απορριπτομένου του εν θέματι αυτοτελούς ισχυρισμού, κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη της άδικης πράξης, που της αποδίδεται, όπως στο διατακτικό". Με τις σκέψεις αυτές, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε, ένοχη απόπειρας ληστείας (26 παρ.1, 27 42 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ) και το Πενταμελές Εφετείο της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών. Ειδικότερα κήρυξε αυτήν ένοχη του ότι: "Στην Αθήνα, την 12 Οκτωβρίου 1998 έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ληστείας, δηλαδή της με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαιρέσεως από άλλον ξένου ολικά κινητού πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, επιχείρησε πράξη, που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, πλην όμως δεν επήλθε το σκοπούμενο από αυτήν εγκληματικό αποτέλεσμα, από εξωτερικά εμπόδια και όχι από δική της βούληση. Πιο συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, αφού την προηγουμένη ημέρα είχε επικαλεστεί στον άνω παθόντα ότι είναι τάχα πρόσωπο που την είχε γνωρίσει με το όνομα .... και έτσι κατάφερε να της επιτρέψει να εισέλθει στο άνω διαμέρισμα του, οπότε του υποσχέθηκε ότι μπορεί να του παραδώσει την επομένη ημέρα ψώνια με την σκοπιμότητα να τελέσει σε βάρος του το έγκλημα της ληστείας. Πράγματι, την επομένη ημέρα, στις 12.10.1998, ενήργησε τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του κακουργήματος της ληστείας κατά τρόπο αποχρώντα και προσήκοντα για την ολοκλήρωσή του και ειδικότερα, με την πρόφαση ότι θα του παραδώσει τα προαγγελθέντα από αυτόν ψώνια και ότι του προσφέρει ως "δώρο" ένα παγωτό συσκευασμένο τύπου .... καραμέλα, στο οποίο όμως είχε τοποθετήσει υπνωτική ουσία και δη την ουσία προμαζίνη προκειμένου να τον περιαγάγει σε αναισθησία και να του αφαιρέσει ξένα σε αυτήν ολικά κινητά πράγματα εισήλθε στο άνω διαμέρισμα του παθόντος "προσφέροντας" σ' αυτόν το άνω "δώρο", το οποίο όμως ο παθών δεν έφαγε "διότι είδε τη συσκευασία ανοιγμένη και το παγωτό ανακατεμένο και λιωμένο και για τους λόγους αυτούς υποψιάστηκε τις προθέσεις της, δηλαδή δεν επήλθε το σκοπούμενο από αυτήν εγκληματικό αποτέλεσμα από εξωτερικά εμπόδια και όχι από τη δική της βούληση με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ολοκληρώσει το έγκλημα της ληστείας, όπως σκόπευε, να αφαιρέσει από τον παθόντα χρήματά του ή άλλα πράγματά του". Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της αποφάσεως, η αναιρεσείουσα επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του εγκλήματος της ληστείας, με την ενέργεια αυτής να προσφέρει προς κατανάλωση στον παθόντα παγωτό συσκευασμένο, στο οποίο είχε τοποθετήσει υπνωτική ουσία, προκειμένου να τον περιαγάγει σε αναισθησία, πράξη η οποία, κατά την έννοια του νόμου ( αρ. 13 περ.δ ΠΚ), συνιστά πράξη σωματικής βίας και η οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγούσε, ως άμεσο αποτέλεσμα, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ληστείας, δηλαδή στην αφαίρεση των χρημάτων και των κινητών του παθόντος. Με ειδική δε αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, ότι η πιο πάνω ενέργεια της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας συνιστούν απλές προπαρασκευαστικές πράξεις του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε. Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά τις οποίες το Πενταμελές Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρ. 1 του 510 ΚΠΔ, διότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια εάν αυτή ενήργησε υλική πράξη και ποιά ακριβώς, που να περιέχει αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος, είναι αβάσιμες, και απορριπτέες. Κατά τα λοιπά οι διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μεταξύ των αιτιάσεων αυτών είναι και εκείνες, κατά τις οποίες το Πενταμελές Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου του 510 ΚΠΔ στοιχ. Δ. αλλά και Ε, της εκ πλαγίου παράβασης των άρθρων 42 και 380 ΠΚ, διότι δεν προέβη στη "στην αξιολόγηση, την εξειδίκευση, την πιστοποίηση, τον έλεγχο και τον ορθό συσχετισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών" που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, "συνέθεταν την απλή και ατιμώρητο από τον Π. Κ συνδρομή των προπαρασκευαστικών και μόνο πράξεων της αποδιδόμενης κατηγορίας", και ότι, από όλη την αποδεικτική διαδικασία που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο "το μεν προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Αστυνομικού ..... η κατηγορηματική δήλωση ότι ο Γ (το υποψήφιο θύμα), όταν πήγε στην Αστυνομία, δεν είπε τίποτα για παγωτό", από δε την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Γ1 που έδωσε στις 25.10.1998 ενώπιον της κ. Ανακρίτριας του 25ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτουν όσα η αναιρεσείουσα αναφέρει στην αίτησή της και ότι υπό τα δεδομένα αυτά δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση, βάσει ποίων κρίσιμων κριτηρίων οδηγήθηκε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε αδίκημα του άρθρου 380 ΠΚ εν απόπειρα, "αφού ούτε στην προδικασία ούτε στο Πρωτοβάθμιο ούτε στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εμμαρτύρως κατετέθη ή προσκομίσθηκε ή αναγνώσθηκε οποιοδήποτε έγγραφο, έκθεση βεβαιούν την αρχή εκτελέσεως της αποδιδόμενης σε εμένα αδικοπραξίας ήτοι πότε, πως και με ποιο τρόπο και σε πόσο χρόνο μέσα στο διαδραμόν χρονικό διάστημα από ώρα σε ώρας επεχείρησα να δώσω παγωτό ή προσέφερα παγωτό ώστε να λάβει την εντός αυτού ο Γ υπνωτική ουσία... και πως εθεώρησε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως δεδομένο ότι ήταν η Χ1 αυτή που έβαλε τα υπνωτικά χάπια στο παγωτό που μου αποδίδεται ότι πήγα ως δώρο στον Γ το πρωί της 12.10.1998". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 42 παρ.1 και 380 παρ.1 του ΠΚ, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 63/7-5-2007 αίτηση (έκθεση) αναίρεσης της Χ1, κατά της 739/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαϊου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.