← Ελλάδα

ΑΠ 136/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 136 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής από νόμιμο εκπρόσωπο Α.Ε. 1) Παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει μεν στην έκθεση αναιρέσεως κανένα λόγο αναιρέσεως, αλλά παραπέμπει σε επισυναπτόμενο στην έκθεση αναιρέσεως δικόγραφο, το οποίο φέρει όμως υπογραφή του γραμματέα και σφραγίδα της υπηρεσίας, οπότε θεωρείται ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 132/ 2009, 231/2006). 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. 3) Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί η παραδοχή γνώσεως του εκδότη για έλλειψη επαρκών κεφαλαίων κατά το χρόνο της πραγματικής γνώσεως, ενόψει του ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή από τον κομιστή αμέσως μετά την ημέρα πραγματικής εκδόσεως και παραδόσεως μέχρι και εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, από της αναγραφόμενης ημερομηνίας εκδόσεως. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 29/2006). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 136/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τoυ Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κουκουμπέτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1009/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο, κείμενο αναιρετικών λόγων, το οποίο επίσης φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ή βουλεύματος). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμ. εκθ. ... αίτηση αναιρέσεως, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ζητεί την αναίρεση "για τους λόγους που αναλυτικώς και λεπτομερώς αναφέρονται στο επισυναπτόμενο στην έκθεση αυτή δικόγραφο λόγων αναιρέσεως" και πράγματι επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή δικόγραφο, ονομαζόμενο "ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ",περιέχον δύο νομίμους και ορισμένους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγους αναιρέσεως, το οποίο είναι συρραμμένο και υπογράφεται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και από τον ίδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που συνέταξε την άνω έκθεση, φέρει δε και τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών τόσον επ' αυτού, παρά την ένδειξη της καταθέσεώς του υπό την αυτή ως άνω (30-6-2009) χρονολογία, όσον και στο σημείο συρραφής της Εκθέσεως και αυτού. Η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συρραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, με τα αναφερθέντα τυπικά στοιχεία, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνώριζε και αποδέχθηκε όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/
  2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ιδίου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Κατά το άρθρο 29 εδ. α' και δ' του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε, και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής εν όψει. Εξάλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων. Έτσι επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, επί μεταχρονολογημένης επιταγής ο ως νόμιμος εκπρόσωπος ΑΕ εκδώσας ακάλυπτη επιταγή, που εμφανίστηκε αργότερα εντός της νόμιμης προθεσμίας και σφραγίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα ως ακάλυπτη, τελών σε γνώση κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως, ότι η ΑΕ δεν έχει διαθέσιμα προς κάλυψη κεφάλαια, ούτε πρόκειται να έχει, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο της εμφανίσεως προς πληρωμή, ευθύνεται ποινικά ο ίδιος ανεξάρτητα από το αν έπαυσε να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ κατά το χρόνο σφραγίσεως της ακάλυπτης αυτής επιταγής. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διατάξεως που ιδρύει τον κατά το ίδιο άρθρο λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν το δικαστήριο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής : "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που την αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι 30/11/2004 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... εξέδωσε υπό την ιδιότητά του αυτή, την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως, ..., σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία ..., ποσού 20.700 ευρώ, πληρωτέα από τη Τράπεζα ..., η οποία εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 10/1/2005, από την εγκαλούσα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε, γιατί, όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο που διενεργήθηκε στο λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο και γι' αυτό η ανωτέρω επιταγή σφραγίσθηκε την ίδια ημέρα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ούτε κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης της επίδικης μεταχρονολογημένης επιταγής υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή αυτής στην πληρώτρια Τράπεζα, ο δε κατηγορούμενος όταν εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, γνώριζε ότι το νομικό πρόσωπο το οποίο νόμιμα εκπροσωπούσε, δεν είχε στον ως άνω λογαριασμό του επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο για την εξόφληση της επιταγής". Μετά ταύτα, το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και τις άνω παραδοχές, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 79 παρ.1 ν. 5960/1933, όπως αντικ. και ισχύει, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη ότι ο κατηγορούμενος όταν εξέδωσε πραγματικά την εν λόγω μεταχρονολογημένη επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 6-1-2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ΑΕ, ήταν πράγματι νόμιμος εκπρόσωπος, παραμείνας μέχρι 30-11-2004, που παραιτήθηκε, ότι διαθέσιμα κεφάλαια προς κάλυψη δεν υπήρχαν ούτε κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως, ούτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής στις 10-1-2005, που σφραγίστηκε ως ακάλυπτη από την πληρώτρια τράπεζα και ότι αυτός, όταν εξέδωσε την επιταγή αυτή, τελούσε σε γνώση ότι το νομικό πρόσωπο, το οποίο νόμιμα τότε εκπροσωπούσε, δεν είχε στο λογαριασμό του επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο για την εξόφληση της επιταγής. Σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών και δεν ήταν αναγκαία πρόσθετη αιτιολόγηση ότι ο αναιρεσείων εκδότης γνώριζε, κατά το χρόνο που πραγματικά εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, ότι η ΑΕ που τότε εκπροσωπούσε, δεν θα είχε διαθέσιμα κεφάλαια ούτε και κατά το χρόνο εμφανίσεως στις 10-1-2005, λόγω μεταχρονολογήσεως, αφού αρκεί η παραδοχή γνώσεως αυτού για έλλειψη επαρκών κεφαλαίων κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως, ενόψει του ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή από τον κομιστή αμέσως μετά την ημέρα πραγματικής εκδόσεως και παραδόσεως μέχρι και εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, από της αναγραφόμενης ημερομηνίας εκδόσεως. Ήτοι το άνω αιτιολογικό δεν είναι ελλιπές, ούτε υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη ποινικής ευθύνης αυτού, λόγω παραιτήσεως και μη εκπροσωπήσεως της ΑΕ από αυτόν κατά το χρόνο εμφανίσεως και σφραγίσεως της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 55/30-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ ποσού πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.