← Ελλάδα

ΑΠ 1363/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγ

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1363 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Πολιτική αγωγή, Εξακολουθούν έγκλημα. Περίληψη: Στοιχεία πλαστογραφίας. Στοιχεία υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση. Ποιος δικαιούται σε παράσταση πολιτικής αγωγής. Προϋποθέσεις νομότυπης παράστασης πολιτικής αγωγής γενικώς και ειδικώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως είτε δι’ ειδικού πληρεξουσίου που διαθέτει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα κατ’ άρθρο 42 παρ. 2 Κ.Π.Δ. . Η δι’ ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη δεν αντίκειται προς τις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη νομότυπης παράστασης του παθόντος ως πολιτικώς ενάγοντος δι’ ειδικού πληρεξουσίου. ΑΡΙΘΜΟΣ 1363/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Βιολέτα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Σαββίδου, περί αναιρέσεως της 473/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1966/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο αμέσως ή εμμέσως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονός που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη δική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 473/2006 απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Προκειμένου ο κατηγορούμενος να επιτύχει να λάβει επιδοτήσεις για διακίνηση αγροτικών προϊόντων και επειδή ο ίδιος δεν είχε τις προϋποθέσεις, μηχανεύθηκε το σχέδιο να εμφανιστεί υπό διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, κάποιου προσώπου που θα μπορούσε να λάβει επιδότηση και με τον τρόπο αυτό να ιδιοποιηθεί ο ίδιος με ξένο όνομα τα χρήματα των επιδοτήσεων. Σε εκτέλεση του σχεδίου του αυτού προέβη στις εξής ενέργειες: α) Στα .....την 7-7-2002 κατάρτισε πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της εξουσιοδότηση με την οποία φέρεται ο Ψ1 με ΑΦΜ .... να εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο να "του διεκπεραιώσει την έκδοση έναρξης εργασιών από το ΔΟΥ ..... με αντικείμενο εργασιών εμπόριο αγροτικών - κτηνοτροφικών προϊόντων στο ...."ενώ έθεσε εν αγνοία του φερομένου ως εξουσιοδοτούντος και χωρίς τη συναίνεσή του κατ' απομίμηση την υπογραφή του, στη συνέχεια δε προσκόμισε αυτήν αφενός στο Α.Τ. ..... προκειμένου να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος αφετέρου δε στη ΔΟΥ ..... στο πλαίσιο διαδικασίας έναρξης επαγγέλματος, β) στα ..... την 1-7-2002 κατάρτισε, συμπληρώνοντας τις ενδείξεις του σχετικού εντύπου και θέτοντας στην οικεία θέση αφενός την υπογραφή του φερομένου ως υπευθύνως δηλούντα Ψ1 και αφετέρου όλα τα λοιπά στοιχεία αυτού ήτοι όνομα, επώνυμο, όνομα και επώνυμο πατέρα και μητέρας, ημερομηνία και τόπο γέννησης και κατοικίας, καθώς και αριθμό δελτίου ταυτότητας, την από 1-7-2002 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία φαίνεται ο ανωτέρω να δηλώνει ότι δεν είχε ένσημα σε φορέα κυρίας ασφάλισης πριν την 1-1-1993 ούτε είχε ποτέ ένσημα. Στη συνέχεια κατέθεσε την ανωτέρω δήλωση στο κατάστημα του ΤΕΒΕ ..... γ) στα ..... την 1-7-2002 κατάρτισε, θέτοντας στις οικείες θέσεις τις υπογραφές των φερομένων ως εκμισθωτή και μισθωτή εν αγνοία Ψ1 να μισθώνει από τη ..... κατάστημα εμβαδού 80 τ.μ. ευρισκόμενο στο ......με διάρκεια μίσθωσης από 1-7-2002 μέχρι 1-7-2010, το οποίο στη συνέχεια προσκόμισε και κατέθεσε στην αρμόδια ΔΟΥ ...... δ) στα ..... την 29-6-2002 κατάρτισε πλαστή ως προς όλα τα στοιχεία της εξουσιοδότηση με την οποία φέρεται ο Ψ1 με αριθμό ταυτότητας ......και ΑΦΜ ...... να εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο να "μεταβεί στο ΤΕΒΕ ....και να μου κάνει εγγραφή για να εξασκήσω το επάγγελμα της εμπορίας αγροτικών - κτηνοτροφικών προϊόντων στο ....."ενώ έθεσε εν αγνοία του φερομένου ως εξουσιοδοτούντος και χωρίς τη συναίνεσή του κατ' απομίμηση την υπογραφή του, στη συνέχεια δε προσκόμισε αυτήν αφενός στο ΑΤ .... προκειμένου να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος αφετέρου δε στο ΤΕΒΕ ......στα πλαίσια της διαδικασίας έναρξης επαγγέλματος. Ολες τις παραπάνω πράξεις τέλεσε αποσκοπώντας να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των υπηρεσιών στις οποίες κατέθεσε τα ως άνω πλαστογραφημένα έγγραφα σχετικά με όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την έναρξη και λειτουργία επιχείρησης εμπορίου αγροτικών - κτηνοτροφικών προϊόντων στο ......Επίσης προέβη στις εξής ακόμη ενέργειες: 1) στην ..... την 1-7-2002 μετά από σχετική αίτηση που υπέβαλε στο όνομα του εγκαλούντα στους αρμόδιους υπαλλήλους του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου ..... πέτυχε, παριστάνοντας τον Ψ1 να αποσπάσει από αυτούς την με αριθμό πρωτ. .... βεβαίωση, δυνάμει της οποίας δηλωνόταν ότι ύστερα από διενεργηθέντα έλεγχο στα μητρώο επωνυμιών και τίτλων η υπό ίδρυση εταιρία με την επωνυμία Ψ1 έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί την παραπάνω επωνυμία (....), 2) στην ...... την 1-7-2002 μετά από σχετική αίτηση που υπέβαλε στο όνομα του εγκαλούντα στους αρμόδιους υπαλλήλους του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων πέτυχε, παριστάνοντας τον εξουσιοδοτούμενο από τον Ψ1 να αποσπάσει από την υπάλληλο ...... αφενός την με αριθμό ...... βεβαίωση σύμφωνα με την οποία ο εγκαλών, φερόμενος ως έμπορος αγροτικών - κτηνοτροφικών προϊόντων στο ......υπέβαλε απογραφική δήλωση για ασφάλιση στο ΤΑΕ, και αφετέρου το υπ' αριθμόν ...... δελτίο απογραφής ασφαλισμένου και 3) στα ..... την 16-10-2002 έχοντας στα χέρια του τις ανωτέρω πλαστές εξουσιοδοτήσεις καθώς και το πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου πέτυχε να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της ΔΟΥ .... να ενεργήσουν αυτοψία στο δήθεν μισθωμένο ακίνητο και να εκδώσουν την με αριθμό πρωτ. .... ειδική έκθεση αυτοψίας. Με την έκδοση όλων των ανωτέρω βεβαιώσεων επεδίωκε την τυπική έναρξη στο όνομα του εγκαλούντα επιχείρησης εμπορίας αγροτικών-κτηνοτροφικών προϊόντων προκειμένου να καταστεί και δικαιούχος των σχετικών επιχορηγήσεων".Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχος των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση (άρθρα 216 παρ. 1, 220 παρ. 1, 98 και 94 ΠΚ) και του επέβαλε συνολική ποινική φυλάκισης οκτώ

(8)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τις υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 27 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν, με την αναφορά αυτών (αποδεικτικών μέσων) γενικά κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας απόφασης και απολογία κατηγορουμένου), αρκούσης της αναφοράς αυτής, χωρίς ανάγκη παραθέσεώς τους αναλυτικώς και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ειδική αιτιολόγηση ή συσχετισμός των επί μέρους αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαία. Περαιτέρω ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των προδιαληφθέντων εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο, δεν ήταν αναγκαίο ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς αιτιολογούνται αφενός μεν ο σκοπός του αναιρεσείοντος να παραπλανήσει με την κατάρτιση και τη χρήση των μνημονευομένων εγγράφων τους αρμόδιους υπαλλήλους των αναφερομένων υπηρεσιών ως προς τα προαναφερόμενα γεγονότα και αφετέρου οι έννομες συνέπειες τόσο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως όσο και της ψευδούς βεβαίωσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 και 220 παρ. 1 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ολες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση των ως άνω λόγων πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνο όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 63, 82 έως 84 και87 του ΚΠοινΔ, νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος, που δικαιούται να απαιτήσει, ως παθών από το έγκλημα, αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αξιόποινη πράξη ή υπέστη από αυτή ηθική βλάβη η ψυχική οδύνη. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται αυτή, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 2 και 3, 83 και 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, είτε αυτοπροσώπως, είτε δια ειδικού πληρεξουσίου που έχει έγγραφη προς τούτο πληρεξουσιότητα, η οποία έχει δοθεί κατά το άρθρο 42 παρ. 2 του αυτού ως άνω Κώδικα. Η δι' ειδικού πληρεξουσίου παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, δεν αντίκειται προς τις, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974 και δεν φαλκιδεύει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά ένα τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και να ζητήσει από το δικαστήριο, που θα κρίνει κυριαρχικά και με αιτιολογημένη απόφασή του, κατά τη διεξαγωγή της δίκης να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν και άλλοι μάρτυρες που δεν κλητεύθηκαν ή δεν εμφανίστηκαν στη δίκη (άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ και αρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' ΕΣΔΑ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. 808/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης) και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο Ψ1 δήλωσε προφορικά ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης που υπέστη από τις σε βάρος του πράξεις του κατηγορουμένου, το ποσό των 40 ευρώ, με επιφύλαξη να ασκήσει κατά τα λοιπά το δικαίωμά του στα πολιτικά δικαστήρια. Κατά της παράστασης αυτής του πολιτικώς ενάγοντος δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τον κατηγορούμενο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής και επεδίκασε στον άνω πολιτικώς ενάγοντα, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 40 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Βασίλειος Ματσιώρης και δήλωσε "ότι παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος του απόντος μάρτυρος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κατοίκου... σύμφωνα με την από 9-10-2006 εξουσιοδότηση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής και δήλωσε για λογαριασμό του απόντος μάρτυρος - πολιτικώς ενάγοντος και αντί αυτού, παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του εναγομένου - κατηγορουμένου, ζητώντας να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των σαράντα
(4)ευρώ με επιφύλαξη για τα περαιτέρω στα πολιτικά δικαστήρια, σαν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτός από τις πράξεις του κατηγορουμένου". Κατά της εν λόγω παραστάσεως αντέλεξε ο κατηγορούμενος "λέγοντας ότι ο πολιτικώς ενάγων έπρεπε να έχει ειδικό πληρεξούσιο για την εκπροσώπησή του στο δικαστήριο και όχι απλή εξουσιοδότηση". Η παραπάνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του παθόντος που έγινε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του που είχε έγγραφη προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα δοθείσα κατά το άρθρο 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ για την ίδια αιτία με εκείνη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, νομότυπη και δεν ήταν αναγκαίο για το παραδεκτό αυτής η παροχή της ειδικής πληρεξουσιότητας στον άνω δικηγόρο να γίνει μόνο με συμβολαιογραφικά έγγραφα. Συνεπώς, ορθώς το Τριμελές Εφετείο με την ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του έκρινε ότι η άνω δήλωση του παθόντος ήταν νομότυπη και απέρριψε τη σχετική ένσταση του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι η κατά τα άνω γενομένη δήλωση και παράσταση της πολιτικής αγωγής διά πληρεξουσίου δεν είναι επιτρεπτή και προσβάλλονται τα θεμελιώδη δικαιώματά του, τα οποία θεμελιώνονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ότι η χορήγηση της πληρεξουσιότητας στον παραστάντα δικηγόρο έπρεπε να είχε γίνει με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και ότι στην παραπάνω δήλωση δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται και δεν διευκρινίζεται ποιο είναι το περιεχόμενο της ηθικής βλάβης και ποια η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων που φέρεται ότι τέλεσε και ηθικής βλάβης που προκλήθηκε, είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1η Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του .....για αναίρεση της υπ' αριθμ. 473/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαϊου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαϊου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.