Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1367 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Αγωγή αναγνωριστική, Αποδεικτικά μέσα, Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Χρησικτησία. Περίληψη: Μεταβίβαση ακινήτου παραγώγως(αγορά) και πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) 1033, 1041, 1045, 1051, 974 ΑΚ. Κοινοχρησία δρόμου κατά ΒΡΔ. Ο αναιρετικός λόγος του αρθρ559 αρ 19 δεν ιδρύεται αν οι αιτιάσεις αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, στη μη αιτιολόγηση των αποδειχθέντων και στην επάρκεια και αξιολόγηση των επιχειρημάτων. Άρθρο 559 αρ.
(1999)έτη, καθόσον το πρώτον αυτή εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες του 1998, αφού η χρήση αυτή έστω και από αόριστο αριθμό προσώπων δεν μπορεί να προσδώσει την ιδιότητα της κοινοχρησίας λόγω της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, η οποία απαιτεί κοινή χρήση για 80 χρόνια πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23.2.1946). Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο και υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) ότι το αποδεικτικό της πόρισμα έρχεται σε αντίθεση με τα συμπεράσματα της εκθέσεως πραγ/νης και της εκθέσεως φωτοερμηνείας, β) ότι η παραδοχή ότι ο ενάγων έχει στην κυριότητά του έκταση επιφανείας 15.100 τ.μ. μολονότι ο τίτλος του δικαιολογεί την απόκτηση μόνο 5.000 τ.μ. με την αιτιολογία ότι είναι σύνηθες στους παλαιούς τίτλους ιδιοκτησίας όταν δηλώνεται έκταση ακαλλιέργητης ιδιοκτησίας "απλάγιο" να έχουμε έως και δεκαπλάσια διαφορά με την πραγματική είναι αυθαίρετη και γ) ότι δεν εξηγεί, αναφερόμενη στις πράξεις νομής του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου και των δικαιοπαρόχων του, που εξικνούνται μέχρι το 1912, γιατί ενώ αρχικά αναφέρεται σε ακαλλιέργητη έκταση, στη συνέχεια αναφέρεται σε καλλιεργημένο τμήμα του ακινήτου, χωρίς να προσδιορίζει που ήταν η άμπελος ή το ακαλλιέργητο τμήμα που έσπερναν για ζωοτροφή, ενώ καταλήγει αυθαίρετα στο συμπέρασμα ότι η έκταση που ανήκει στη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου ήταν 15.100 τ.μ. Οι αιτιάσεις αυτές, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό τους, είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σε μη αιτιολόγηση της αποδοχής ή μη των αποδεικτικών μέσων και δη της εκθέσεως πραγ/νης και των μαρτυρικών καταθέσεων και στη μη επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, και συνακόλουθα πλήττουν την μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου, όταν από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) η κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων -εναγομένων και δη της 90χρονης Τ. Α. και του Ν. Τ., καθώς και την από Φεβρουαρίου του 2009 "Έκθεση Φωτοερμηνευτικής Έρευνας" του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Χ. Ι., από τα οποία αποδεικτικά μέσα προέκυπτε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, τόσο ως προς τη χρονική διάρκεια της χρήσεως του ενός επίδικου δρόμου, που είναι μεγαλύτερη των 80 ετών πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα, όσο και ως προς την απεικόνιση στις α/φ του δεύτερου δρόμου, που εμφαίνεται και σε εκείνες των ετών 1983, 1972 και 1960, πέραν των όσων έχουν γίνει δεκτά για την απεικόνισή του στην α/φ του
- Ο λόγος αυτός, από το προεκτεθέν περιεχόμενό του είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του αφορούν, στο ότι το δικαστήριο δεν συνήγαγε από τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα, το κατά την άποψη των αναιρεσειόντων αποδεικτικό πόρισμα και συνακόλουθα πλήττει την, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτίασης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη αιτίαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό του πορίσματός του ως προς τη μορφή των επιδίκων εδαφικών λωρίδων, τα υπ' αριθμ. .../21.7.1988 και .../5.2.2.1979 συμβόλαια γονικής παροχής και πωλήσεως αντίστοιχα του συμβολαιογράφου Μήλου Ιωάννη Νοστράκη, καθώς και το υπ' αριθμ. .../18.7.1996 συμβόλαιο της συμβ/φου Μήλου Σεβαστής Κυράνη. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του, είναι απαράδεκτος γιατί δεν έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων και ειδικότερα όσον αφορά το υπ' αριθμ. .../18.7.1996 συμβόλαιο δεν έχει γίνει καμιά επίκλησή του στο Εφετείο, ενώ όσον αφορά τα δύο άλλα συμβόλαια δεν έχει γίνει νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, επίκλησή τους (στο Εφετείο) με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των πρωτοδίκων προτάσεων, οι οποίες είχαν συρραφεί στις προτάσεις του Εφετείου, πράγμα το οποίο δεν καλύπτει τις απαιτήσεις του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ για σαφή και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14-15-16/2005, ΟλΑΠ 9/2000). Ενόψει τούτων οι παραπάνω λόγοι (πρώτος και τέταρτος - 2η αιτίαση - 2ο σκέλος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο. Εξάλλου η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως αφορώσα στην προστασία ιδιωτικών δικαιωμάτων είναι στην εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (ΟλΑΠ 1520/2010), δεν πληροί το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2γ ΚΠολΔικ, ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω η ένσταση αυτή αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και η μη εξέτασή της ιδρύει τον από την εν λόγω διάταξη αναιρετικό λόγο, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής της (ΟλΑΠ 2/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με αιτιάσεις από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και όχι από την επικαλουμένη διάταξη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε αυτεπάγγελτα υπόψη την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος "καθόσον οι επίδικοι δρόμοι δεν υπήρχαν μεν στην ίδια κατεύθυνση και στην ίδια θέση από αμνημονεύτων ετών, πλην όμως οι επίδικοι αυτοί χώροι είχαν αφεθεί για να χρησιμεύσουν ως κοινοτικοί δρόμοι μακροχρόνια με την ανοχή ή πολύ περισσότερο με τη επιθυμία του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα να καταστούν κοινόχρηστοι και το ασκούμενο δικαίωμα που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και που συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τους αναιρεσείοντες να ενέχει κατάχρηση". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, ούτε από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση της επίμαχης ενστάσεως και των περιστατικών που την στηρίζουν στα δικαστήρια της ουσίας (υποβολή στο πρωτοβάθμιο και νόμιμη επαναφορά της στο δευτεροβάθμιο - ΟλΑΠ 14-15-16/2005) και δεν συντρέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, καμμιά, από τις προβλεπόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔικ εξαιρετική περίπτωση. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στη ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι το Εφετείο α) "δεν απέδωσε στην από 2.10.1996 αίτηση του αναιρεσίβλητου προς την τότε Κοινότητα Αδάμαντα, τη νομική αξία και τη σημασία που της άρμοζε, αλλά αντίθετα της απέδωσε αυθαίρετα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που πραγματικά είχε" θεωρώντας ότι η αίτηση αυτή αφορούσε διαφορετικό δρόμο από τους επίδικους, ενώ από το συνδυασμό της αιτήσεως με τις αιτήσεις που έχουν υποβάλει άλλοι, κατονομαζόμενοι στην απόφαση ιδιοκτήτες και με την έκθεση της φωτοερμηνευτικής έρευνας του Χ. Ι., προκύπτει ότι αυτή (αίτηση) αφορά τους επίδικους δρόμους, β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../1942, .../1981, .../1979, .../1979, .../ 1980, .../1980, .../1990, .../1990, .../1988, .../1989 και 2960/1996 συμβολαίων των συμβ/φων Μήλου Αναστασίου Νοστράκη το πρώτο και Ιωάννη Νοστράκη τα υπόλοιπα, που αφορούν σε τίτλους ιδιοκτησίας των ομόρων με τα επίδικα ακινήτων, με το να δεχθεί ότι εφόσον στα συμβόλαια αυτά φέρεται ως όμορη ιδιοκτήτρια η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου Α. Μ., συνάγεται ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες δεν είχαν την μορφή δρόμου, καθόσον στην περίπτωση αυτή ως όριο θα αναφερόταν ο δρόμος. Ο λόγος αυτός αφορά σε εκτιμητικά και όχι σε διαγνωστικά λάθη και είναι απαράδεκτος και κατά τις δύο αιτιάσεις του και δη κατά την πρώτη γιατί αυτή αφορά στην αξιολόγηση της επίμαχης αιτήσεως και στο συμπέρασμα που προέκυψε από τη συνεκτίμησή της με τα λοιπά κατονομαζόμενα αποδεικτικά μέσα και κατά τη δεύτερη γιατί αφορά στην εκτίμηση του περιεχομένου των συμβολαίων και του εξαχθέντος από την εκτίμηση αυτή συμπεράσματος. Προσέτι οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και γιατί το δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτά. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.4.2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου
- ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ