Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1368 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεση της κατηγορουμένης- νυν αναιρεσείουσας, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αίτηση εξαιρέσεως, κατά των σε αυτή Εισαγγελικών Λειτουργών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι από την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Αριθμός 1368/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα-Σε συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 217/10. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 153/19.4.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναίρεσης της Χ κατοίκου ... επί της οδού τέρμα ... και στρέφεται κατά του υπ' αρίθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της κατά του υπ' αρίθμ. 223/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ως απαράδεκτη και εκθέτω τα ακόλουθα : Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ όπως αυτή αντικ. από το άρθρο 38 Ν. 3160 2003 η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβέρνησης, δηλ. την 30/6/2003 "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεση τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη (ΑΠ 2652/08, ΑΠ 805/08). Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αιτούσα με την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... αίτηση της ζήτησε να εξαιρεθούν από το χειρισμό των δικογραφιών με ΑΒΜ Η 08/1235, Α 08/3718, Γ 08/1196, Α 09/535 και 536, Δ 09/31 και 32 οι υπηρετούντες στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών Μαργαρίτης Κωστίμπας και Δημήτρης Νομικός. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 223/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η παραπάνω αίτηση εξαίρεσης των εν λόγω Εισαγγελικών λειτουργών. Κατά του βουλεύματος αυτού, η αιτούσα άσκησε την υπ' αριθμ. 39/7 Σεπτεμβρίου 2009 έφεση της η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αρίθμ. 2361/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού, η αιτούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ... επί της οδού τέρμα ... κατά του υπ' αριθμ. 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα, 19/4/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε η ίδια η αναιρεσείουσα ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι "το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα", ενώ στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, ορίζεται ότι "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το κατ' αυτού ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 223/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 20-7-2009 αίτηση εξαιρέσεως της κατηγορουμένης- νυν αναιρεσείουσας, κατά των σε αυτή Εισαγγελικών Λειτουργών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χαλκίδας .Κατά του εν λόγω βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία όμως, με το προσβαλλόμενο 2361/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του οικείου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, ειδοποιήθηκε η ιδία από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις της περί του άνω απαραδέκτου, στο Δικαστήριο (Συμβούλιο) τούτο, κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 12-5-2010, ότε, μετά από αίτησή της, με την 972/2010 απόφαση αναβλήθηκε η υπόθεση, για τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία αυτή δεν παραστάθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Η αιτούσα, πρέπει να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του 2361/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.