← Ελλάδα

ΑΠ 137/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 137 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση κατά συρροή. 1) Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης της πρώτης ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης της νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθείσας αναιρεσείουσας. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως των τριών λοιπών αναιρεσειόντων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 137/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1 του Χ2, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε,

  1. Χ2 του Χ3, 3.Χ3 του Χ2 και
  2. Χ4 συζ. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βωβό, περί αναιρέσεως της 2648/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιουλίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 16 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους του δευτέρου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1219/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 20 Ιουλίου 2009 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας καθώς να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων και των υπολοίπων αναιρεσειόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά των αυτών αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 2648/2009), οι υπό κρίση, από 20.7.2009, τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 του Χ2, Χ2 του Χ3, Χ3 του Χ2 και Χ4 συζ. Χ2, καθώς και ο παραδεκτώς ασκηθείς από τον δεύτερο, με το από 16.11.2009 δικόγραφο, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου
  4. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σε αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από ... και από ... αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάννας Σκορδάκη αντίστοιχα, η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1 και ο αντίκλητος δικηγόρος της κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 2 - 12- 2009, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 20-7-2009 αίτηση - δήλωσή της. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Απαιτείται δηλαδή υποκειμενικώς δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται, εκτός από τη γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή η καταμήνυση είναι ψευδής με την έννοια της βεβαιότητας( επίγνωσης) και στο σκοπό αυτό, ενώ δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1002,1003/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώ-νονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι την 22-1-2002 εν γνώσει τους κατεμήνυσαν τους μηνυτές ενώπιον αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη τους γι' αυτές τις πράξεις. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο μετέβησαν στο ΙΑ Αστυνομικό Τμήμα ... και υπέβαλαν την με την ίδια ημερομηνία έγκληση τους που στρεφόταν κατά των εγκαλούντων. Στην έγκληση τους αυτή κατεμήνυσαν ψευδώς τον πρώτο εγκαλούντα Ψ ότι τέλεσε τα εγκλήματα της εξυβρίσεως κατά συρροή και της απειλής σε βάρος του πρώτου Χ2 και τρίτου Χ3 κατηγορουμένων, απευθύντοντας προς τον μεν πρώτο τις φράσεις "μαλάκα θα σου γαμήσω την Παναγία και το σπίτι ολόκληρο τώρα, θα σου κάνω τον τάφο εδώ μη τυχόν και τολμήσεις και έρθεις στο σπίτι του πατέρα σου θα σε ξεκοιλιάσω και θα σου βγάλω τα έντερα", προς δε τον τρίτο τις φράσεις: "εγώ εσένα ρε κωλόπαιδο πουτάνας γιε θα σου γαμήσω την Παναγία, εγώ ρε πουσταριό θα σου κάνω να μη γίνεις ποτέ παπάς για να με θυμάσαι". Επίσης κατεμήνυσαν ψευδώς τη δεύτερη εγκαλούσα (...συζ. Ψ) για το ότι τέλεσε και αυτή το έγκλημα της εξυβρίσεως κατά συρροή σε βάρος όλων και ξεχωριστά σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης απευθύνοντας προς αυτήν τις φράσεις: "παλιοπατσαβούρα, ψωμολυσσα". Τέλος κατεμήνυσαν ψευδώς και την Τρίτη εγκαλούσα (... του Ψ) για το ότι τέλεσε και αυτή το έγκλημα της εξυβρίσεως κατά συρροή και την όλως ελαφρά σωματική βλάβη απευθύνοντας προς μεν τη δεύτερη κατηγορουμένη (Χ4 συζ. Χ2) τη λέξη "παλιογαμιόλα" και γρονθοκοπώντας αυτήν, προς δε την τέταρτη κατηγορουμένη Χ1 τις φράσεις: "παλιοπουτάνα που πηδιέσαι με όλους τους ...". Παράλληλα δε της κατέφερε ράπισμα πάνω από τον αριστερό οφθαλμό στη μετωποκροταφική χώρα. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην ανωτέρω ψευδή καταμήνυσή τους με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική δίωξη των τώρα μηνυτών για τα παραπάνω αδικήματα. Το ότι η προαναφερθείσα μήνυση των κατηγορουμένων (εναντίον των ήδη εγκαλούντων) ήταν ψευδής προέκυψε με σαφήνεια από την ανώμοτη κατάθεση του μηνυτού και πολιτικώς ενάγοντος Ψ καθώς και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος .... Και οι δύο κατέθεσαν με κατηγορηματικότητα ότι κανένας από τους εγκαλούντες δεν εξύβρισε ούτε απείλησε αλλά ούτε και προκάλεσε οιαδήποτε σωματική βλάβη στους κατηγορουμέ-νους. Απεναντίας κατέθεσαν ότι οι μηνυτές δέχθηκαν απειλές και ύβρεις από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της κηδείας του πεθερού του πρώτου εγκαλούντος στο χώρο των νεκροταφείων ... . Επομένως, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτουν στη μήνυση τους οι κατηγορούμενοι είναι ψευδή και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.2 , 94 παρ.1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: 1) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Από τη μη ειδική αναφορά της 28/3-1-2002 ιατροδικαστικής εξετάσεως και των από 22-1-2004 Υπευθύνων Δηλώσεων των μηνυτών, με τις οποίες αυτοί δηλώνουν ότι ανακαλούν τις σε βάρος των κατηγορουμένων μηνύσεις τους, δε σημαίνει ότι δε συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στη γενική αναφορά του αιτιολογικού ότι συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, 2) το αιτιολογικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, περιλαμβάνει ίδιες σκέψεις και αναφέρονται σε αυτό ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη κατά συρροή, η υποβολή, δηλαδή, μηνύσεως, τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και τα οποία ήταν ψευδή καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο άνω συμπέρασμα και 3) αιτιολογείται ιδιαιτέρως το στοιχείο της γνώσεως από μέρους των κατηγορουμένων της αναλήθειας των αναφερομένων περιστατικών που διέλαβαν στη μήνυσή τους, ο άμεσος δηλαδή δόλος τους, καθώς και ο σκοπός τους να προκληθεί η δίωξη των εγκαλούντων με την άσκηση εναντίον τους ποινικής διώξεως για τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, εξυβρίσεως, απειλής και όλως ελαφράς σωματικής βλάβης. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, κύριος όλων των κρινομένων αιτήσεων και πρόσθετος του Χ2, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά δε το μέρος που βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Υπάρχει όμως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αν από τη συγκεκριμένη μη ορισμένη αναφορά του τίτλου και της ταυτότητάς του δημιουργείται αμφιβολία ποίο έγγραφο ακριβώς αναγνώσθηκε και έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν το έγγραφο αυτό συνεκτιμήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται κα τα ακόλουθα με τους εξής τίτλους: " ... 5) υπεύθυνες δηλώσεις, 6) Η σελ. 5 της αίτησης του Χ2 και 12) οι 2 ιατροδικαστικές εκθέσεις". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον, μάλιστα, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, ενώ δε δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για να ενεργηθεί από τον Άρειο Πάγο ο αναιρετικός έλεγχος. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν και το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, για έλλειψη ομοίως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά του προσθέτου λόγου, στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 20-7-2009 αιτήσεις - δηλώσεις των : 1.Χ1 του Χ2, 2) Χ2 του Χ3 και τους από 16-11-2009 προσθέτους λόγους αυτού, 3) Χ3 του Χ2 και 4) Χ4 συζ. Χ2, περί αναιρέσεως της 2648/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.