← Ελλάδα

ΑΠ 137/2015 — Παραγραφή, Ακυρότητα σχετική, Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 137 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Παραγραφή, Ακυρότητα σχετική, Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Περίληψη: Απλή Συνεργεία σε Ανθρωποκτονία με πρόθεση. 1 .Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

  1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, Αριθμός 137/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αθανάσιο Σανιδά και Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 386α/2013 34, 35, 36, 67, 77, 78, 125, 126, 127, 200, 201/2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 965/
  2. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί µε επίδοση σε αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισµό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να µπορεί να προετοιµάσει την υπεράσπισή του. Η κλήση για την εμφάνιση πρέπει να αναφέρεται στο προεπιδοθέν παραπεμπτικό βούλευμα και να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Κατά τις διατάξεις όµως, των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, και 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόµενα δικαιώµατα του κατηγορουµένου, η ακυρότητα από τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ), από μη κλήτευση ή από άκυρη κλήτευση, είναι σχετική, ως αναγόµενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν δεν ο κατηγορούμενος παραστεί στον πρώτο βαθμό και δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική αυτή ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όµως, ο κατηγορούµενος κατ' αυτή δεν εµφανίστηκε ή εµφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισµό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και µπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης, µόνο όµως, µε ειδικό λόγο έφεσης του κατηγορουμένου κατά της απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης, καλύπτεται. Γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου ή την όρκιση του πρώτου µάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ' άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 174 η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος και της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου καλύπτεται αν ο κατηγορούµενος εµφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου η μη επίδοση ή η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και εκ του λόγου αυτού προβληθεί αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούµενος, αν εµµένει σε αυτήν, πρέπει να επαναφέρει στο εφετείο την πρόταση της μη επίδοσης ή της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας ή να την προβάλλει το πρώτον, αν καταδικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διαλαµβάνοντας στην τυχόν ασκηθείσα έφεσή του ειδικό λόγο εφέσεως περί αυτού. Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για να µπορεί να προτείνει παραδεκτά και πάλι στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισµό του και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της έφεσής του από τον εισαγγελέα ή πριν την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Η μη έγκυρη δε επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης αυτού στο ακροατήριο, η οποία και πάλιν μπορεί να καλυφθεί κατά τα παραπάνω. Τούτο ισχύει, πολύ περισσότερο, και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή και η επίδοση του βουλεύματος είναι άκυρη. Το αμετάκλητο όμως του παραπεμπτικού βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Συνεπώς, εφόσον για έναν από τους συγκατηγορούμενους, που συμπαραπέμπονται, το βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο, κατά την παρ.2 του άρθρου 546 ΚΠΔ, νομίμως επιδίδεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο. Δεν δύναται δε να προβάλει ο παραπεμπόμενος κατηγορούμενος αντιρρήσεις ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τους συγκατηγορουμένους του ή για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων από αυτόν. Το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της πολιτείας επιβάλλει την άμεση εκκαθάριση της εκκρεμούς ποινικής υποθέσεως και δεν έχει νόημα να αναμείνει ο εισαγγελέας να καταστεί το παραπεμπτικό βούλευμα αμετάκλητο, ως προς όλους τους συγκατηγορουμένους και ως προς αυτόν τον ίδιο, ως εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής, όταν μάλιστα επίκειται η παραγραφή του διωκόμενου εγκλήματος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Επομένως, σε περίπτωση αθώωσης στον πρώτο βαθμό του κατηγορουμένου και άσκησης εφέσεως εκ μέρους του εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, ο μη εκκαλών κατηγορούμενος, παραδεκτά μπορεί να επαναπροβάλει στο εφετείο αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως της μη κλήτευσης και της ακυρότητας της επιδόσεως της κλητεύσεώς του και του παραπεμπτικού βουλεύματος, όπως και της κατ'άρθρο 432 ΚΠΔ, όπως ίσχυεν, πριν την τροποποίηση με τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 3904/23.12.2010 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τα άρθρα 75 παρ. 1 και 3 του ν. 3994/2011, εκδοθείσας διάταξης του εισαγγελέα περί αναστολής της διαδικασίας, εφόσον τους ισχυρισμούς του αυτούς είχε προβάλλει εγκαίρως και παραδεκτά και στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αυτοί είχαν απορριφθεί ή αν δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την με αρ. 509-720/2012 απόφαση του ΜΟΔ Αθηνών, ο παριστάμενος στη δίκη κατηγορούμενος Δ. Σ., αθωώθηκε της αποδιδόμενης σε αυτόν με το με αρ. 1730/1991 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατηγορίας άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, με ψήφους τέσσερις των τεσσάρων ενόρκων, έναντι των τριών ψήφων των τακτικών δικαστών, που είχαν την γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονία αυτή με πρόθεση, ενώ απορρίφθηκαν ομόφωνα ως αβάσιμοι οι παραδεκτά προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για μη κλήτευση και για ακυρότητα της επιδόσεως σε αυτόν της κλήσης και του με αρ. 1703/1991 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως και της κατ'άρθρο 113 ΠΚ και 432 ΚΠΔ εκδοθείσας με αρ. 16/24-10-1991 διάταξης του εισαγγελέα εφετών Αθηνών περί αναστολής της διαδικασίας και της παραγραφής της πράξης, λόγω αγνώστου διαμονής αυτού ως κατηγορουμένου. Η υπόθεση εισήχθη σε δεύτερο βαθμό με την από 21-12-2012 παραδεκτά ασκηθείσα έφεση του εισαγγελέα εφετών Αθηνών, κατά της παραπάνω αθωωτικής απόφασης του ΜΟΔ Αθηνών και παραδεκτά πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο κατηγορούμενος επανυπέβαλε στο ακροατήριο του ΜΟΕ Αθηνών δια των συνηγόρων του, τους ίδιους ως παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί μη κλήτευσης, περί ακυρότητας της επίδοσης σε αυτόν του παραπεμπτικού βουλεύματος και περί ακυρότητας της προαναφερθείσας εισαγγελικής διάταξης περί αναστολής της ποινικής διαδικασίας και για μη επίδοση σε αυτόν των βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και του Αρείου Πάγου, τα οποία εκδόθηκαν επί ενδίκων μέσων των συμπαραπεμπομένων συγκατηγορουμένων του νυν αναιρεσείοντος και με τα οποία επικυρώθηκε το παραπάνω με αρ. 1703/1991 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ΜΟΕ Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση του κατηγορουμένου με αρ. 34-201/2014 καταδικαστική απόφασή του, απέρριψε, με παρεμπίπτουσα προηγηθείσα της ενοχής απόφασή του, τους εν λόγους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αβάσιμους με την παρακάτω, κατά πιστή αντιγραφή αιτιολογία: "Το Δικαστήριο των Τακτικών Δικαστών του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, απάγγειλε σε δημόσια συνεδρίαση την με αριθμό 78/2014 απόφασή του, με το εξής περιεχόμενο: Με το υπ'αριθμ. 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος για να δικασθεί για τις πράξεις: α) της αρπαγής ανηλίκου με σκοπό την είσπραξη λύτρων κατά συναυτουργία, β)της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, ιδιαιτέρως απεχθούς, από δράστη που είναι επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, γ) της σύστασης και συμμορίας κατά συναυτουργία και δ) της οπλοφορίας κατ'εξακολούθηση, δηλαδή για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 45, 46 §1β, 47 § 1 και 2, 86, 94 § 1, 98, 299 § 1, 324 §1 και 3, 187, - 1 §1α, 6 §1, 10 και 11, 9 ν. 495/
  3. Μετά την έκδοση του ως άνω βουλεύματος συντάχθηκε το υπ'αριθ. πρωτ. 15025/17-4-1991 και στοιχ. ΑΔ 148/91, έγγραφο του Τμήματος Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, απευθυνόμενο προς το Α.Τ. Ι Πειραιώς, με το οποίο δίδεται η παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών να προβούν οι αστυνομικοί 1) στη νόμιμη επίδοση του παραπάνω βουλεύματος στον Δ. Σ. και 2) στην άμεσο σύλληψη αυτού, σε εκτέλεση σχετικής διατάξεως του ως άνω βουλεύματος, στην περίπτωση που η επίδοση γίνει στον ίδιο. Επί του ως άνω εγγράφου, υπάρχει χειρόγραφη υπενθύμιση ότι η παραγγελία είναι εξαιρετικά επείγουσα και εάν δεν ευρεθεί ο ίδιος ή συγγενής του να επιδοθεί το βούλευμα ως αγνώστου διαμονής. Επιπλέον, από το Τμήμα Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών συντάχθηκε το υπ' αριθ. πρωτ.15025/18-4-1991 έγγραφο, απευθυνόμενο προς τη διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, στο οποίο αναφέρεται η αποστολή αποσπάσματος του υπ' αριθ. 1703/91 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το αίτημα να διαταχθεί η σύλληψη και προσαγωγή του Δ. Σ. και στη περίπτωση που δεν γίνει σύλληψή του να επιμεληθούν για την εγγραφή του στα Δ.Ε.Α. Ακολούθως, το ΙΣΤ Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά με το από 6-5-1991 και με αρ. πρωτ. 1016/93/515 α έγγραφό του με θέμα "αποστολή αποδεικτικού", απευθυνόμενο προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών τμήμα Βουλευμάτων, υπογεγραμμένο από το διοικητή του παραπάνω Α.Τ., υπέβαλε συνημμένα ένα αποδεικτικό επίδοση του υπ'αρ. 1703/1991 βουλεύματος στο Σ. Δ., κάτοικο …, αναφέροντας ότι το βούλευμα παρελήφθη από τη μητέρα του Α. συζ. Ν. Σ.. Στη συνέχεια, βάση του από 6-5-1991 ως άνω εγγράφου και του συνημμένου σ'αυτό αποδεικτικού επίδοσης, εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (Τμήμα ΜΟΔ) η υπ'αριθμ. 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο του ΜΟΔ κατά του κατηγορουμένου μέχρι συλλήψεως ή εμφανίσεώς του. Η ως άνω διάταξη στηρίχθηκε, όπως σ'αυτή αναφέρεται, στα γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε τελεσίδικα με το 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, ότι είναι ήδη απών από το τόπο της κατοικίας του και αγνώστου διαμονής και ότι δεν προσήλθε, ούτε συνελήφθηκε μέσα στο μήνα από τη γενομένη την 4.5.1991 νόμιμη επίδοση του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος. Στο τέλος της ως άνω διάταξης υπάρχει παραγγελία του εκδόσαντος τη διάταξη Εισαγγελέως Εφετών για τοιχοκόλληση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 156 § 2 του ΚΠΔ. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι έγινε έγκυρη επίδοση του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος στον παρόντα κατηγορούμενο την 4-5-1991 στο τόπο της κατοικίας του (...) και τούτο παραλήφθηκε από τη μητέρα του, που διέμενε μαζί του, καθώς δεν αμφισβητήθηκε από κανένα ότι η διεύθυνση της κατοικίας του ήταν εκείνη και ότι η μητέρα του έμενε εκεί. Για την επίδοση αυτή, στο παραπάνω τόπο και χρόνο, το Δικαστήριο δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία. Το γεγονός της μη ύπαρξης του αποδεικτικού μέσου εντός της δικογραφίας, σε καμμία περίπτωση δεν συνιστά μη νόμιμη επίδοση ή ανυπαρξία επίδοσης του Βουλεύματος, καθώς σε δύο έγγραφα βεβαιώνεται, αντίστοιχα η σύνταξη του αποδεικτικού επίδοσης και η επίδοση του βουλεύματος (στο από 6-5-1991 έγγραφο του ΙΣΤ ΑΤ Πειραιά και στην από 24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών). Κατά του 1703/1991 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο από τον κατηγορούμενο. Επί ενδίκων μέσων των συγκατηγορουμένων του κατ'αυτού, εκδόθηκαν τα βουλεύματα 2159/1991, 2638/1991 και 1346/1991, 1616/1991 του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, με τα οποία επικυρώθηκε το ως άνω 1703/1991 βούλευμα. Συνεπώς, το ως άνω 1703/1991 βούλευμα είναι αμετάκλητο για το κατηγορούμενο. Η μη επίδοση στο κατηγορούμενο των ως άνω βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου, δεν επηρεάζει το κύρος της επίδοσης και κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι από τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ δεν προβλέπεται η υποχρέωση τέτοιας επίδοσης. Περαιτέρω, από την υπ'αριθμ. 67/2012 κλήση του Εισαγγελέως Εφετών, που υπάρχει στη δικογραφία, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών για να δικασθεί σύμφωνα με το 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την επ'αυτής επισημείωση του επιδόσαντος στον κατηγορούμενο γραμματέως των φυλακών Κορυδαλλού, προκύπτει ότι η επίδοση αυτής έγινε στις 9-4-
  4. Συνεπώς, οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου κατά της προόδου της δίκης, που προβάλλει επικαλούμενος ότι ήταν άκυρη η επίδοση της υπ'αριθμ. 67/2012 κλήσης προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διότι είχε γίνει πριν καταστεί αμετάκλητο το 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Οι άλλοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, με τους οποίους αντιλέγει στη πρόοδο της δίκης: α) ότι στο παραπεμπτικό βούλευμα και στη κλήση προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν αναφέρεται αν η λήψη της απόφασης και η εκτέλεση της πράξης του αυτουργού και συμμετόχου τελέσθηκαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και β) η 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών εκδόθηκε μη νομίμως λόγω μη επιδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος και επί πλέον αυτή είναι άκυρη γιατί δεν τοιχοκολλήθηκε, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν: α) διότι οι αιτιάσεις κατά του βουλεύματος θα έπρεπε να έχουν προβληθεί με ένδικο μέσο κατ'αυτού, η δε κλήση έχει πλήρη τα κατ'άρθρ. 321 §1, 2 και 4 ΚΠΔ στοιχεία της και β)η 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών εκδόθηκε μετά την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο. Η μη ανεύρεση δε του εγγράφου βεβαίωσης της τοιχοκόλλησης εντός της δικογραφίας δεν σημαίνει τη μη τήρηση της εισαγγελικής παραγγελίας, η ολοκλήρωση και η ισχύς της οποίας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη της βεβαίωσης τοιχοκόλλησης. Κατόπιν αυτών, οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου κατά της προόδου της δίκης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους". Το ΜΟΕ στη συνέχεια, κατάρτισε και αμέσως δημοσίευσε με την Πρόεδρό του, που απάγγειλε σε δημόσια συνεδρίαση, την με αριθμό 127/2014 απόφασή του, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 § 1 και 2 και 112 ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με τη παραγραφή, η οποία για τα κακουργήματα είναι είκοσι έτη αν ο νόμος προβλέπει γι'αυτά τη ποινή του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 113 § 1, 2 και 3 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, επίσης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η δικαστική απόφαση και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη για τα κακουργήματα. Περίπτωση του άρθρου 113 § 1 ΠΚ συντρέχει, κατά το άρθρο 432 ΠΚ, όταν ο παραπεμφθείς στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για κακούργημα απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, δεν παρουσιασθεί δε ούτε συλληφθεί μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατ'αρθρ. 156, οπότε αναστέλλεται η διαδικασία στο ακροατήριο με διάταξη του εισαγγελέα του εφετείου μέχρι της συλλήψεως ή εμφανίσεώς του. Η έκδοση της ανωτέρω εισαγγελικής διατάξεως συνεπάγεται την αναστολή της διαδικασίας και της παραγραφής (ΑΠ 1150/1988 ΠΧρ 1989.94). Στη προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 1703/1991 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο ακροατήριο του ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικασθεί, μεταξύ άλλων αξιόποινων πράξεων, για το κακούργημα της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που φέρεται τελεσθείσα στα Σκούρτα Βοιωτίας τις νυκτερινές ώρες της 21-22 Μαρτίου
  5. Μετά την έκδοση του ως άνω βουλεύματος συντάχθηκε το υπ'αριθ. πρωτ. 15025/17-4-1991 και στοιχ. Α.Δ. 148/91 έγγραφο του Τμήματος Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, απευθυνόμενου προς το ΑΤ Ι Πειραιώς, με το οποίο δίδεται η παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών να προβούν οι αστυνομικοί στη νόμιμη επίδοση του παραπάνω βουλεύματος στον Δ. Σ. και 2) στην άμεσο σύλληψη αυτού, σε εκτέλεση σχετικής διατάξεως του ως άνω βουλεύματος, στη περίπτωση που η επίδοση γίνει στον ίδιο. Επί του ως άνω εγγράφου, υπάρχει χειρόγραφη υπενθύμιση ότι η παραγγελία είναι εξαιρετικά επείγουσα και εάν δεν ευρεθεί ο ίδιος ή συγγενής του να επιδοθεί το βούλευμα ως αγνώστου διαμονής. Επί πλέον, από το τμήμα Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών συντάχθηκε το υπ'αριθ. πρωτ. 15025/18-4-1991 έγγραφο απευθυνόμενο προς τη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής στο οποίο αναφέρεται η αποστολή αποσπάσματος του 1703/91 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το αίτημα να διαταχθεί η σύλληψη και προσαγωγή του Δ. Σ. και στη περίπτωση που δεν γίνει σύλληψή του να επιμεληθούν για την εγγραφή του στα Δ.Ε.Α. Ακολούθως, το ΙΣΤ Αστυνομικό Τμήμα Πειραιά με το από 6-5-1991 και με αρ. πρωτ. 1016/93/515-α έγγραφό του με θέμα "αποστολή αποδεικτικού" απευθυνόμενο προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών - τμήμα Βουλευμάτων, υπογεγραμμένο από το διοικητή του παραπάνω Α.Τ., υπέβαλε συνημμένα ένα αποδεικτικό επίδοσης του υπ'αριθμ. 1703/1991 βουλεύματος, στο Σ. Δ., κάτοικο περιφέρειάς του, αναφέροντας ότι το βούλευμα παρελήφθη από τη μητέρα του Α. συζ. Ν. Σ.. Στη συνέχεια, βάσει του από 6-5-1991 ως άνω εγγράφου και του συνημμένου σ'αυτό αποδεικτικού επίδοσης, εκδόθηκε από την Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (τμήμα ΜΟΔ) η υπ'αριθμ. 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο του ΜΟΔ κατά του κατηγορουμένου μέχρι συλλήψεως ή εμφανίσεώς του. Η ως άνω διάταξη στηρίχθηκε, όπως σ'αυτή αναφέρεται, στα γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε τελεσίδικα με το 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, ότι είναι ήδη απών από το τόπο της κατοικίας του και αγνώστου διαμονής και ότι δεν προσήλθε, ούτε συνελήφθηκε μέσα στο μήνα από τη γενομένη την 4-5-1991 νόμιμη επίδοση του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος. Στο τέλος της ως άνω διάταξης υπάρχει παραγγελία του εκδόσαντος τη διάταξη Εισαγγελέως Εφετών για τοιχοκόλληση αυτής σύμφωνα με το άρθρο 156 § 2 του ΚΠΔ. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι έγινε έγκυρη επίδοση του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος στον παρόντα κατηγορούμενο την 4-5-1991 στο τόπο της κατοικίας του (...) και τούτο παραλήφθηκε από τη μητέρα του, που διέμενε μαζί του, καθώς δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν ότι η διεύθυνση της κατοικίας του ήταν εκείνη και ότι η μητέρα του έμενε εκεί. Για την επίδοση αυτή, στο παραπάνω τόπο και χρόνο, στο Δικαστήριο δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία. Το γεγονός της μη ύπαρξης του αποδεικτικού επίδοσης εντός της δικογραφίας, σε καμμία περίπτωση δεν συνιστά μη νόμιμη επίδοση ή ανυπαρξία επίδοσης του ως άνω βουλεύματος, καθώς και σε δύο έγγραφα βεβαιώνεται, αντίστοιχα, η σύνταξη του αποδεικτικού επίδοσης και η επίδοση του βουλεύματος (στο από 6-5-1991 έγγραφο του ΙΣΤ ΑΤ Πειραιά και στην από 24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών). Κατά του ως άνω 1703/1991 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο από τον κατηγορούμενο. Επί ενδίκων μέσων των συγκατηγορουμένων του, κατ'αυτού εκδόθηκαν τα βουλεύματα 2159/1991, 2638/1991 και 1346/1991, 1616/991 του Εφετείου Αθηνών και τον Αρείου Πάγου αντίστοιχα, με τα οποία επικυρώθηκε το ως άνω 1703/1991 βούλευμα. Η μη επίδοση στον κατηγορούμενο των ως άνω βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών και του Αρείου Πάγου δεν επηρεάζει το κύρος της επίδοσης της κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι από τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, δεν προβλέπεται η υποχρέωση τέτοιας επίδοσης. Συνεπώς το 1703/1991 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είναι αμετάκλητο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, από την υπ'αριθμ. 67/2012 κλήση του Εισαγγελέως Εφετών, που υπάρχει στη δικογραφία, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών για να δικασθεί σύμφωνα με το ως άνω 1703/1991 βούλευμα για την επ'αυτής επισημείωση του επιδόσαντος στον κατηγορούμενο γραμματέως των φυλακών Κορυδαλλού, προκύπτει ότι η επίδοση αυτής έγινε σ'αυτόν στις 9-4-
  6. Η έκδοση της 16/24-10-1991 διάταξης του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και η επίδοση της κλήσης στον κατηγορούμενο για εμφάνιση στο ακροατήριο, ανέστειλαν την παραγραφή του επιδίκου εγκλήματος και μέχρι της εκδικάσεως της υποθέσεως στο Δικαστήριο τούτο και προβολή της ενστάσεως παραγραφής (6-3-2014) δεν παρήλθε 25ετία (20+5), Την αναστολή της παραγραφής με την 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών δεν επηρεάζει το γεγονός της μη ανεύρεσης στη δικογραφία του εγγράφου βεβαίωσης της τοιχοκόλλησης αυτής (τούτο δεν σημαίνει ότι δεν τηρήθηκε η εισαγγελική παραγγελία) η ολοκλήρωση και η ισχύς της οποίας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη της βεβαίωσης αυτής. Συνεπώς, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές και όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ειδικών λόγων αναιρέσεως περί ακυροτήτων και παραγραφής, το παραπάνω με αρ. 1703/1991 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατέστη αμετάκλητο πλέον, κατά τα προαναφερθέντα, και για τον συμπαραπεμπόμενο με αυτό αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Δ. Σ., διότι κατά το άρθρο 469 του ΚΠΔ, δεν προβλέπεται υποχρέωση επίδοσης των βουλευμάτων αυτών, του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκαν επί ενδίκων μέσων των συγκατηγορουμένων του, στον μη ασκήσαντα ένδικο μέσο συμπαραπεμπόμενο κατηγορούμενο και επομένως η μη επίδοση στον νυν αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των ως άνω βουλευμάτων, δεν επηρεάζει το κύρος της κλήσης αυτού στο ακροατήριο. Επίσης, από τη με αρ. 67/2012 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών που υπάρχει στη δικογραφία, με την οποία κλήθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών, για να δικασθεί σύμφωνα με το με αρ. 1703/1991 προεπιδοθέν παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και της επ'αυτής σημείωσης του επιδόσαντος στον κατηγορούμενο γραμματέα των Φυλακών Κορυδαλλού, προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης στον νυν αναιρεσείοντα έγινε στις 9-4-2012 και ο παραπεμπόμενος αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε αντίθεση με τους συγκατηγορουμένους του, δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο κατ'αυτού, ήτοι η επίδοση έγινε σε αυτόν μετά το αμετάκλητο του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος και πριν την παραγραφή της αποδιδόμενης ως άνω πράξης, με χρόνο τελέσεως την 21/22-3-1990, καθόσον η έκδοση της με αρ. 16/24-10-1991 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών μετά το αμετάκλητο του άνω παραπεμπτικού βουλεύματος ανέστειλε την παραγραφή του κακουργήματος αυτού. Το γεγονός δε της μη ανεύρεσης στη δικογραφία του εγγράφου της βεβαίωσης της τοιχοκόλλησης της άνω εισαγγελικής διάταξης περί αναστολής της εκδίκασης και της διαδικασίας και αναστολής της παραγραφής, λόγω άγνωστης διαμονής του παραπεμπόμενου κατηγορουμένου, δεν σημαίνει και ότι δεν τηρήθηκε η εισαγγελική παραγγελία τοιχοκόλλησης, η ολοκλήρωση και η εκτέλεση της οποίας, κατ'άρθρο 156 παρ.2 ΚΠΔ, με τοιχοκόλληση σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη της βεβαίωσης αυτής, ως αποκλειστικού αποδεικτικού μέσου. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα και σε περίπτωση παράλειψης της άνω τοιχοκόλλησης της εισαγγελικής διάταξης αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής του εγκλήματος, εφόσον έχει επιδοθεί νομότυπα στον κατηγορούμενο το παραπεμπτικό βούλευμα. Η επίδοση βεβαίως αυτή πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ΚΠΔ, να αποδεικνύεται από το αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου οργάνου. Η επίδοση όμως του άνω με αρ. 1703/1991 παραπεμπτικού βουλεύματος προκύπτει ότι έγινε νομίμως, συνταχθείσας σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, αφού ναι μεν δεν υπάρχει στη δικογραφία, για άγνωστο λόγο, το συνταγέν πριν από 23 χρόνια αποδεικτικό επίδοσης ή το έγγραφο παραλαβής, η σύνταξη όμως του αποδεικτικού αυτού εγγράφου και το περιεχόμενό του, που σημειωτέον δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, αποδεικνύονται, κατά τα άρθρα 155, 156 παρ.4, 159, 161 και 162 ΚΠΔ, από τα ρητώς αναφερόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως άλλα δημόσια έγγραφα, που αναφέρονται σε αυτό και υπάρχουν στη δικογραφία, όπως, α) από το με αρ. πρωτ. 1016/93/515α/6-5-1991 έγγραφο του ΙΣΤ' Αστυνομικού Τμήματος Πειραιώς απευθυνόμενο στην εισαγγελία εφετών Αθηνών που επέστρεψε εκτελεσθείσα την με αρ. 15025/18-4-1991 παραγγελία επίδοσης της εισαγγελίας εφετών Αθηνών, από το οποίο προκύπτει συγκεκριμένα ότι υποβάλλεται στις 6-5-1991 ένα αποδεικτικό επιδόσεως της 4-5-1991 του με αρ. 1703/1991 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στον Δ. Σ., αναφέροντας μάλιστα ότι το βούλευμα παραλήφθηκε από την μητέρα αυτού Α. συζ. Ν. Σ. και β) από την άνω με αρ. 16/24-10-1991 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που αναφέρεται στην προηγηθείσα νόμιμη επίδοση αυτή και που ανέστειλε την παραγραφή του κακουργήματος αυτού, με συνέπεια να είναι νόμιμη και η βάσει του αποδεικτικού αυτού επακολουθήσασα κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του ΜΟΔ Αθηνών και η αναστολή της διαδικασίας κατά το άρθρο 432 ΚΠΔ και δεν πρόκειται για ανυπαρξία επίδοσης, για μη επίδοση του βουλεύματος ή για απώλεια εγγράφου, ώστε να έπρεπε να είχε γίνει μετά είκοσι τρία χρόνια η νόμιμη διαδικασία του ν. 3400/1927 περί ανασύστασης δικογραφίας και ανασύσταση των άνω προαναφερθέντων εγγράφων αποδεικτικών επίδοσης και τοιχοκόλλησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατ'ακολουθίαν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και τα παραπάνω εκτεθέντα, το ΜΟΕ Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με πλήρη και επαρκή ειδική αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 111 και 113 ΠΚ, λόγω αναστολής της παραγραφής, αφού κατά τα παραπάνω είχε γίνει αμετάκλητη η παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ορθά απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους συναφείς αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως και εκείνους περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας μη καλυφθείσας, περί μη αναστολής της διαδικασίας και περί παραγραφής της πράξεως και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως αυτού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε'του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επομένως, ελλείψει άλλου λόγου αναίρεση για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-09-2014 αίτηση - δήλωση του Δ. Σ. του Ν., για αναίρεση της με αρ. 386Α/2013, 34, 35, 36, 67, 77, 78, 125, 126, 127, 200, 201/2014 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα

(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.