← Ελλάδα

ΑΠ 1376/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1376 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 § 1 Ν. 1882/1990 όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004). Έφεση Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απόλυτη ακυρότητα διότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε. Αριθμός 1376/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, περί αναιρέσεως της 1705/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/09. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει καταρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19β του Ν. 2408/1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1664/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κηρύχθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθησιν (παράβαση 25 § 1γ του Ν. 1882/1990). Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, άσκησε έφεση ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, την οποία δέχθηκε τυπικά το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη 1705/2009 απόφασή του, για την άνω πράξη και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση στον αρμόδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με αριθμό 128/13-4-2009, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλόμενου με την αίτηση λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω εισαγγελέας ασκεί έφεση "Επειδή το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τον κήρυξε αθώο για την ανωτέρω πράξη. Ειδικότερα από το προανακριτικό υλικό, αλλά και την στο ακροατήριο εξέταση του μάρτυρα και ανάγνωση των εγγράφων, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι 1-8-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στο ... εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ" καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή χρεών της ως άνω εταιρίας προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ .... Περαιτέρω προέκυψε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ' αριθμόν 4/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η οποία όρισε ως ημέρα παύσης πληρωμών την 20-8-2003. Από τα παραπάνω προκύψαντα γεγονότα το Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική απόφαση σε βάρος του Χ, τουλάχιστον με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ. Παρά ταύτα τον αθώωσε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της παράβασης του άρθρου 25 § 1α ν. 1882/1990 κατ' εξακολούθηση ως ισχύει μολονότι θεμελιώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, ενόψει και του λόγου απαλλαγής του κατηγορουμένου με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε έλλειψη δόλου του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι αυτός κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως πριν από το χρόνο βεβαίωσης των άνω χρεών, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 § 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλούμενης αθωωτικής αποφάσεως και προσδιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, πόρισμα και στην απαλλαγή του κατηγορουμένου. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, ο δε περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεσή του, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις όπως τόκοι και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για την μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (25 Ν. 1882/1990), οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ΑΕ, στους Προέδρους του ΔΣ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές αυτών. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 επ. του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Επίσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος "στο .... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι και την 1-8-2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω -βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία- χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους -συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων- μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω πίνακα χρεών του προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην ΔΟΥ ..., τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 Ν. 3220/2004, ήτοι ότι "στο ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2004 μέχρι και την 1-8-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των κατωτέρω -βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία- χρεών του προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους -συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων- μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, και συγκεκριμένα ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της εδρεύουσας στο ... εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ", καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών την καταβολή των αναφερομένων στον κατωτέρω πίνακα χρεών της εταιρίας αυτής προς το Δημόσιο συνολικού ύψους 31.086,84 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στην ΔΟΥ ..., ήτοι δεν κατέβαλε ποτέ τα εξής χρέη: 1) στις 10-11-2003 το ποσό των 712,71 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 2 μηνιαίες δόσεις, 2) στις 10-11-2003 το ποσό των 712,71 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 3) στις 10-11-2003 το ποσό των 777,55 ευρώ, μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 4) στις 18-11-2003 το ποσό των 1396,30 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 5) στις 21-11-2003 το ποσό των 567,42 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 6) στις 21-11-2003 το ποσό των 777,51 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 7) στις 8-12-2003, το ποσό των 5533,23 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 8) στις 17-12-2003 το ποσό των 672,15 ευρώ, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 9) στις 30-2-2004, το ποσό των 826,65 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 10) στις 12-11-2004, το ποσό των 18.640,25 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, 11) στις 20-1-2005, το ποσό των 6,12 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-2-2005, 12) στις 20-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 13) στις 21-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 14) στις 21-11-2005 το ποσό των 30,84 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 15) στις 21-11-2005 το ποσό των 57,85 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-12-2005, 16) στις 17-3-2006 το ποσό των 74,77 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 17) στις 17-3-2006 το ποσό των 37,39 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 18) στις 17-3-2006 το ποσό των 37,39 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 28-4-2006, 19) στις 7-2-2007 το ποσό των 71,74 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις, βεβαιωθέν από τη ΔΟΥ ..., μολονότι η λήξη του χρόνου της εφάπαξ καταβολής του ήταν στις 30-3-2007, ήτοι συνολικά το ποσό των 31.086,84 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη της εταιρίας με την επωνυμία "Χ - Ζ ΑΕ", της οποίας διευθύνων σύμβουλος ήταν ο παρών κατηγορούμενος, προς το Δημόσιο". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι προκύπτει ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως του αδικήματος ήτοι από ποιο σημείο και εντεύθεν προσετέθη το τετράμηνο της καθυστέρησης που στοιχειοθετεί την ποινική του ευθύνη και ότι εσφαλμένως δεν εφαρμόσθηκε η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, εκ της εφαρμογής της οποίας οι επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος από 1 έως 6 και 8 ήταν μη αξιόποινες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες για τους εξής λόγους. Η διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, αναφορικά με το χρόνο τελέσεως του εν λόγω ποινικού αδικήματος, ο οποίος είναι εκείνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, άσχετα αν η καταβολή των χρεών γίνεται εφάπαξ ή με δόσεις, είναι ευμενέστερη της προηγούμενης ρύθμισης του άρθρου 23 ν. 2523/1997, η οποία προέβλεπε, προκειμένου για χρέος που έχει ρυθμισθεί να καταβληθεί σε δόσεις, να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και προκειμένου για χρέος καταβαλλόμενο εφάπαξ, να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως το επί μέρους πρώτο χρέος (σε δόσεις) έπρεπε να καταβληθεί την 10-11-2003 τα δε λοιπά χρέη μεταγενέστερα. Ο χρόνος συμπληρώσεως του τετραμήνου, οπότε αρχίζει η ποινική του ευθύνη είναι η 10-3-2004 και εντεύθεν. Η αναγραφείσα στην αρχή του σκεπτικού και διατακτικού ημερομηνία 1-4-2004 ως ημέρα ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος αντί της 11-3-2004 προδήλως εκ παραδρομής ετέθη, η οποία όμως δεν επηρεάζει τον χρόνο παραγραφής της πράξεως. Όσον αφορά την δεύτερη αιτίαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 Ν. 3220/2004 λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους που υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ και όχι το ύψος του κάθε επί μέρους χρέους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', κατ' εκτίμησιν και Ε' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρεται, μεταξύ άλλων και το από τον αριθμό 5 "απόσπασμα της 369/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός του άνω εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτό το έγγραφο αναγνώσθηκε, ο δε κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του. Επομένως, ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ τρίτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι καταλείπεται αμφιβολία για το εάν το ανωτέρω έγγραφο αναγνώσθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα διά του αυτού λόγου προβαλλόμενα, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο φέρεται στα πρακτικά της δίκης, με τον αριθμό 5, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και "αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου και του εισαγωγικού της έφεσης", μολονότι αυτό δεν αποτελούσε αναγνωστέο έγγραφο ούτε του κατηγορητηρίου ούτε του εισαγωγικού της έφεσης, ούτε της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού κρίσιμο σχετικώς είναι το ότι το εν λόγω έγγραφο αναγνώσθηκε, η δε παράθεσή του στα πρακτικά μεταξύ των ως άνω εγγράφων, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή, δεν δημιουργεί, αντίθετη προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, οποιαδήποτε ασάφεια ή λογικό κενό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/12 Νοεμβρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1705/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.