Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 138 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν.1882/1990). Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που πρέπει να αναφέρει η καταδικαστική απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Για χρέος που προέρχεται από καταπεσούσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία αυτό κατέβαλε στην ΕΤΒΑ, η βεβαίωση διενεργείται από τη ΔΟΥ με βάση τα στοιχεία της ΕΤΒΑ. Εφαρμογή του Ν.3220/2004, ο οποίος είναι ευμενέστερος ως προς την προθεσμία καταβολής του χρέους. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής για διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, δεν αναφέρεται ρητώς, αλλά προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών. Απορρίπτεται ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 138/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 828/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών
(3)συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στα εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4,500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένους αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και το υπ' αυτής προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Επίσης εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, όπως έχει υποχρέωση από το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 828/2009 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Στο σκεπτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο δέχτηκε τα παρακάτω: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην ..., την 1/4/2/2002 παραβίασε κατά τις ισχύουσες διατάξεις προθεσμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο ποσού μεγαλυτέρου των 5.896.41 ευρώ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις ανηκόντων στην κατηγορία των δανείων. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που είναι βεβαιωμένες σε αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και καταβάλλονται εφάπαξ της άνω παραβίασης συνισταμένης σε άπρακτη πάροδο διμήνου από τη λήξη του χρόνου καταβολής και συγκεκριμένα όντας διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ανώνυμος εταιρίας εμφιάλωσης αεριούχων ποτών" καίτοι στις 27/12/2001 βεβαιώθηκε στη ΔΟΥ ... σε βάρος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας οφειλή λόγω δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 987.755,02 ευρώ, καταβληθησόμενη ληξιπρόθεσμη μέχρι την 31/1/2002, εν τούτοις ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλλει αυτή και πέραν του διμήνου από την λήξη του χρόνου καταβολής της, έχοντας ανέλθει αυτή την 1/4/2002 μαζί με τις προσαυξήσεις σε 1.239.632,55 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις παραπάνω πράξεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτόμενων των προβληθέντων αυτοτελών του ισχυρισμών. Ειδικότερα, σχετικά με τον πρώτο εξ' αυτών: από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της και τελευταίως με αυτή του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι ένα από τα κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του αδικήματος της μη εμπρόθεσμης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, είναι η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, περαιτέρω στο άρθρο 2 του ν.δ/τος 356/1974 περί ΚΕΔΕ (ΦΕΚ Α 90) ορίζεται ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανατίθεται στα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίες, ενεργείται δε βάσει νομίμου τίτλου, στο δε άρθρο 51 του π.δ/τος 16/1989 περί κανονισμού λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κλπ (ΦΕΚ Α6) ορίζεται ότι: "Η βεβαίωση των εσόδων στις Δ.Ο.Υ. γίνεται με νόμιμους τίτλους είσπραξης, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 356/1974 περί Κώδικος Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων" (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ΦΕΚ 90/Α)", ενώ από την ρητή διατύπωση των ως άνω ειδικού περιεχομένου διατάξεων του ν. 2322/1995 και των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ν. 2362/1995, σαφώς συνάγεται ότι η βεβαίωση των απαιτήσεων του Δημοσίου από κατάπτωση εγγυήσεων του σε χορηγηθέντα δάνεια εκ μέρους των στο άρθρο 1 του ν. 2322/1995 αναφερόμενων νομικών προσώπων, καθώς και η έκπτωση των βεβαιωθέντων σχετικών ποσών σε περίπτωση κατά την οποία από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εγγυήσεως, διενεργείται από τις υπηρεσίες του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, βάσει δικαιολογητικών των οικείων πιστωτικών ιδρυμάτων, καθοριζομένων με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, μεταξύ των οποίων προφανώς πρέπει να περιληφθούν και έγγραφο του οικείου πιστωτικού ιδρύματος περί μη εξοφλήσεως του εγγυημένου δανείου και ως εκ τούτου καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, καθώς και αναλυτική κατάσταση του οφειλόμενου και καλυπτόμενου από την εγγύηση ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους, κλπ. Άλλωστε, με την με αρ. 2/478/0025/4.1.2006 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 16 - ΤΕΥΧ.Β') για την διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, καθορίσθηκαν με κάθε λεπτομέρεια τα της βεβαιώσεως των εγγυημένων χρεών από το Δημόσιο, που γίνεται από την 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με βάση ταμειακές καταστάσεις της υπηρεσίας αυτής, μετά από πλήρη έλεγχο των εγγράφων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση συντρέχει νόμιμη βεβαίωση χρέους στη ΔΟΥ, εφόσον στην υπό εξέταση βεβαίωση δεν προέβη η ΕΤΒΑ ΑΕ, δηλαδή πιστωτικό Ίδρυμα, αλλά νόμιμη Αρχή, όπως και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, ..., υπάλληλου ΔΟΥ ..., προέκυψε, η οποία (μάρτυρας) εξεταζόμενη κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι, η ΕΤΒΑ απέστειλε έγγραφο προς τη ΔΟΥ ... και χρηματικό κατάλογο με συνημμένο όλο το φάκελο, προκειμένου να προβεί στην βεβαίωση των χρεών, καθώς η ίδια μάρτυρας, περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθείται για την βεβαίωση της οφειλής, αναφέρει και ότι, γενικά γνωρίζει ότι όταν καταπέσει η εγγύηση, η τράπεζα στέλνει τον φάκελο στη ΔΟΥ και αφού γίνει η σχετική περιληπτική βεβαίωση χρεών στην 25η Δ/νση, το Υπουργείο πλήρωνε το εγγυημένο ποσό στην Τράπεζα. Κατά συνέπεια, απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του κρίνεται ο συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός. Περαιτέρω, αναφορικά με το δεύτερο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι δεν υπάρχει νόμιμο χρέος αυτού, διότι η απαίτηση έπρεπε να μειωθεί κατ' άρθρο 39 του ν. 3259/2004, κατά συνέπεια δε, η βεβαίωση ποσού 987.755 ευρώ, με τις προσαυξήσεις 1.239.632 ευρώ, είναι μη νόμιμη, διότι το χρέος δεν υπερέβαινε τις 359.000 ευρώ (το τριπλάσιο του αρχικώς ληφθέντος, αφαιρουμένου του συνόλου των καταβολών της εταιρίας), απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του κρίνεται ομοίως, διότι, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο έγγραφο από την μάρτυρα κατηγορίας και θεωρηθέν ως αναγνωστέο μετά από πρόταση του κ. Εισαγγελέως επί της οποίας ουδεμία αντίρρηση από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος τον εκπροσωπούσε, προβλήθηκε, συγκεκριμένα με ημερομηνία 24.11.2008 το υπ' αριθ. 2/83095/0025 έγγραφο του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Γενική Διεύθυνση θησαυροφυλακίου και προϋπολογισμού ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών ΤΜΗΜΑ: Δ', η συγκεκριμένη οφειλή του κατηγορουμένου "... δεν δύναται να υπαχθεί στα ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού ...". Περαιτέρω, αναφορικά με τον τρίτο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π Κ, δεν θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, διότι μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν είναι αρκεί από μόνη της για τη διαπίστωση του προτέρου εντίμου βίου, στην προκείμενη περίπτωση (πέραν της μη ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου), δεν εισφέρθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην αποδεικτική διαδικασία επαρκή στοιχεία σχετικά με την οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του κατηγορουμένου, τα οποία θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι διήγε έντιμο βίο, υπό την έννοια ότι οι πράξεις για τις οποίες δικάζεται συνιστούν εξαίρεση στο μέχρι τώρα βίο του. Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β', ουδόλως προέκυψε ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση, γεγονός το οποίο δεν αναιρείται από το ότι κατέβαλε, ως ισχυρίζεται, περί τα 500.000 ευρώ έναντι της οφειλής του και λόγω της οικονομικής καταστροφής της εταιρίας περιήλθε σε αδυναμία. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις του από αίτια, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως μη ταπεινά, δηλαδή ενδεικτικά από πίεση των βιοτικών περιστάσεων ή φιλανθρωπία ή γενικά θετική του στάση έναντι άλλων εννόμων αγαθών. Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: " Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην ... την 1/4/2/2002 παραβίασε κατά τις ισχύουσες διατάξεις προθεσμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο ποσού μεγαλυτέρου των 5.896.41 ευρώ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις ανηκόντων στην κατηγορία των δανείων. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που είναι βεβαιωμένες σε αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και καταβάλλονται εφάπαξ της άνω παραβίασης συνισταμένης σε άπρακτη πάροδο διμήνου από τη λήξη του χρόνου καταβολής και συγκεκριμένα όντας διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ανώνυμος εταιρίας εμφιάλωσης αεριούχων ποτών" καίτοι στις 27/12/2001 βεβαιώθηκε στη ΔΟΥ ... σε βάρος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας οφειλή λόγω δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 987.755,02 ευρώ, Καταβληθησόμενη ληξιπρόθεσμη μέχρι την 31/1/2002, εν τούτοις ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλλει αυτή και πέραν του διμήνου από την λήξη του χρόνου καταβολής της, έχοντας ανέλθει αυτή την 1/4/2002 μαζί με τις προσαυξήσεις σε 1.239,632,55 ευρώ". Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζει την Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους η οποία είναι η ΔΟΥ ... και όχι η ΕΤΒΑ όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, απλώς η ΕΤΒΑ απέστειλε στη ΔΟΥ ... πίνακα με τα χρέη της ανώνυμης εταιρίας της οποίας ο ανωτέρω είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος και με βάση τον πίνακα αυτόν η ΔΟΥ ... προέβη στη βεβαίωση των εν λόγω χρεών. Επίσης προσδιορίζει το ύψος του χρέους (1.239.632,55 Ευρώ), τον τρόπο καταβολής του (εφάπαξ), τον χρόνο που έπρεπε αυτό να καταβληθεί (31-1-2002) και τη μη καταβολή του μετά τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως το χρέος δεν είχε καταβληθεί και μάλιστα αντιμετώπισε στο σκεπτικό σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το χρέος έπρεπε να έχει μειωθεί στο 1/3 σύμφωνα με το Ν. 3259/2004, τον οποίο ισχυρισμό απέρριψε με την αιτιολογία ότι η συγκεκριμένη οφειλή δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου. Στην ως άνω παραδοχή εμπεριέχεται λογικώς ότι ο αναιρεσείων καθυστέρησε την καταβολή του χρέους καταβολής του, ήτοι και πέραν της 31-5-2002, έτσι ώστε συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την επιεικέστερη κατά τούτο διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, την οποία δεν αναφέρει μεν ρητώς στο σκεπτικό, πλην όμως σαφώς την υπονοεί, αναφέροντας ότι η πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 παρ. 1γ, 2 εδ. α του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, ως ισχύει, εννοώντας όπως ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, δηλαδή μετά την αντικατάσταση από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004. Τέλος το Δικαστήριο απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και β του ΠΚ, η οποία αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την κήρυξη της ενοχής όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-7-2009 αίτηση και τους από 16-11-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ