← Ελλάδα

ΑΠ 138/2012 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 138 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης. Περίληψη: Απορρίπτει αιτήσεις ως απαράδεκτες, διότι αφ' ενός μεν δεν συντάχθηκαν οι σχετικές εκθέσεις και αφ' ετέρου διότι είναι εκπρόθεσμες. ΑΡΙΘΜΟΣ 138/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις1 Νοεμβρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1) Μ. Μ. του Ε. και 2) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2289/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου. Με κατηγορουμένους τους: 1) Π. Π. του Ν. και 2) Μ. Π. του Π., κάτοικους ... . Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2011 αίτησή αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό171/27.6.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ, την από 24-3-2011 αίτηση αναιρέσεως των: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1 ) και από εκείνον που τη δέχεται ...". Από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει, κατά γενική αρχή, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από αυτήν οργάνων και ότι επί ποινή απαραδέκτου, πρέπει να συντάσσεται σχετική έκθεση γι' αυτήν, στην οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473§1,2 και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, η προθεσμία δε αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου, είναι εικοσαήμερη, σε κάθε όμως περίπτωση οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση, γίνεται επίκληση των περιστατικών που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε". Στην προκειμένη περίπτωση, οι: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κάτοικοι ..., άσκησαν με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 εδάφιο β του ΚΠΔ (βλ. σχετ. ΑΠ 1199/1983 ΠοινΧρον ΛΔ.157) την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου η οποία εκδόθηκε με την παρουσία τους, με την οποία αθωώθηκαν οι καταμηνυθέντες από αυτούς κατηγορούμενοι Π. και Μ. Π. από τις κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, καταδικάστηκαν δε αυτοί (μηνυτές) κατά το άρθρο 71 του ΚΠΔ στην καταβολή αποζημίωσης 2.000 ευρώ σε κάθε αθωωθέντα κατηγορούμενο. Η αναίρεση ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες με αυτοτελές δικόγραφο για το οποίο δεν συντάχθηκε έκθεση, το οποίο στο τέλος του κειμένου του φέρει την ημερομηνία 24-3-2011, υπογράφεται δε από τους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καθώς και από την δικαστική γραμματέα Μαρούλα Καπάκα, χωρίς καμία άλλη ειδικότερη σημείωση. Οι κατ' αυτόν τον τρόπο ασκηθείσες αναιρέσεις, είναι διττώς απαράδεκτες, αφ' ενός μεν γιατί δεν συντάχθηκαν περί αυτών οι οικείες εκθέσεις, στις οποίες, θα μπορούσε έστω, να γίνει παραπομπή στο αυτοτελές δικόγραφο που περιείχε και τους λόγους άσκησής τους, αφ' ετέρου δε γιατί είναι εκπρόθεσμες, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφονται, εκδόθηκε με την παρουσία των αναιρεσειόντων που παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώ καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων του την 23-11-2010, όπως αυτό πιστοποιείται από την υπάρχουσα επί τους σώματός της βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου. Κατά συνέπεια οι αναιρέσεις περί των οποίων γίνεται λόγος, είναι εκπρόθεσμες, αφού η προθεσμία άσκησής τους έληξε την 3-12-
  2. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §1, 513§1α και 583 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 24-3-2011 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Μ. Μ. του Ε., και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ... (Μενεκλέους 147Η Παλαιά Πόλη), κατά της υπ' αριθμ. 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου και β) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24 Ιουνίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οργάνων που ορίζονται από αυτήν (διάταξη) και ότι με ποινή το απαράδεκτο πρέπει να συντάσσεται σχετική έκθεση γι' αυτήν, στην οποία πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ως άνω ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοση της αποφάσεως που εκδόθηκε με παρόντα τον διάδικο, διαφορετικά δε από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση. Η προθεσμία της αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που ασκείται με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου είναι εικοσαήμερη, όμως σε κάθε περίπτωση, οι προθεσμίες αυτές δεν αρχίζουν πριν την καταχώριση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, ενώ η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συντασσόμενη έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση είναι απαράδεκτη. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 του ίδιου Κώδικα "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό ή σε κάθε άλλη περίπτωση, που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε". Εν προκειμένω, ο Μ. Μ. του Ε. και η Χ. Μ. του Ε., κάτοικοι ..., άσκησαν με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 εδ. β' του Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 2298/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία τους. Με την ως άνω απόφαση αθωώθηκαν οι καταμηνυθέντες από αυτούς κατηγορούμενοι Π. και Μ. Π. από τις κατηγορίες της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, καταδικάστηκαν δε αυτοί (μηνυτές) κατά το άρθρο 71 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σε καταβολή αποζημιώσεως 2.000 ευρώ σε κάθε αθωωθέντα κατηγορούμενο. Η αναίρεση ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες με αυτοτελές δικόγραφο, για το οποίο, όμως, δεν συντάχθηκε έκθεση, το οποίο στο τέλος του κειμένου του φέρει την ημερομηνία 24.3.2011, υπογράφεται δε από τους αναιρεσείοντες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καθώς και από τη δικαστική γραμματέα Μαρούλα Καπάκα, χωρίς καμία άλλη ειδικότερη σημείωση. Η κατ' αυτόν τον τρόπο ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι αφ' ενός μεν δεν συντάχθηκε γι' αυτήν η οικεία έκθεση, αφ' ετέρου δε διότι είναι εκπρόθεσμη, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, εκδόθηκε με την παρουσία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν παραστεί ως πολιτικώς ενάγοντες, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικων αποφάσεων στις 23 Νοεμβρίου 2010, όπως αυτό πιστοποιείται από την υπάρχουσα επί του σώματός της βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου. Κατά συνέπεια η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, αφού η προθεσμία ασκήσεώς της έληξε στις 3 Δεκεμβρίου
  3. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, οι δε αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 583 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Κηρύσσει απαράδεκτη την από 24 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων α) Μ. Μ. του Ε. και β) Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., κατά της 2289/2010 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου
  4. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου
  5. - Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.