← Ελλάδα

ΑΠ 1385/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1385 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Πολιτική αγωγή. Έφεση Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών κατά αθωωτικής αποφάσεως. Ο πρωτοδίκως παραστάς πολιτικώς ενάγων μπορεί να παραστεί στο Εφετείο μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, όχι και για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αν παρά ταύτα επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση υπάρχει υπέρβαση εξουσίας του Εφετείου μόνον όμως για το επιδικασθέν ποσό. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό δεν απαλείφεται η διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αναιρέσεως της αποφάσεως για άλλο λόγο από το άρθρο 510 § 1 Δ ΚΠΔ. Άσκηση αγωγής στο πολιτικό δικαστήριο. Εφόσον υπήρξε επιφύλαξη για την απαίτηση των 44 € για την οποία δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν επιδρά στο νόμιμο της παραστάσεως η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και δεν παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 § 2 ΚΠΔ. Αντιφατικές αιτιολογίες αντίφαση μεταξύ σκεπτικού διατακτικού. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπομπή. Αριθμός 1385/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, περί αναιρέσεως της 7685/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια: "Ο κατηγορούμενος, στις 8-12-2004 και ώρα 22:10 περίπου, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, της ιδιοκτησίας του και κινούμενος, με κατεύθυνση προς ..., στη Λεωφόρο ... που βρίσκεται στην ..., καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής και τμήμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, πλησίαζε στον ισόπεδο οδικό κόμβο της ως άνω Λεωφόρου από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του, με την οδό ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος καθενός των δύο ρευμάτων πορείας έχει πλάτος 6,20 μέτρων και από αριστερά, πάλι σε σχέση με την πορεία του ίδιου αυτοκινήτου, με την οδό ..., που είναι μονής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από την από ... έκθεση αυτοψίας που αναφέρεται παραπάνω και αναγνώστηκε, η Λεωφόρος ... είναι ευθεία οριζόντια οδός, διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 4 μέτρων μεταξύ των δύο ρευμάτων της (προς ...) τα οποία έχουν πλάτος οδοστρώματος 10.50 μέτρων, το καθένα και από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές. Για τη ρύθμιση δε της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών στον παραπάνω οδικό κόμβο υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, όπως τούτο αποδεικνύεται από το από 7-12-2006 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, (περί της λειτουργίας της συγκεκριμένης σηματοδοτικής εγκατάστασης), ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο ... καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα και ορίζεται σε 60 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύκτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η δε κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή και η κίνηση των οχημάτων κανονική. Την ίδια ως άνω ημέρα και ώρα, ο Ψ, ηλικίας τότε 23 ετών, οδηγώντας την υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κινείτο στην οδό ..., με κανονική ταχύτητα, δηλαδή όχι ανώτερη του αναφερόμενου παραπάνω επιτρεπομένου ορίου, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο ... και με σκοπό να διασχίσει αυτή, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και εισερχόμενος στην οδό ... να κατευθυνθεί προς τη Λεωφόρο .... Όταν ο οδηγός Ψ πλησίασε στη διασταύρωση της οδού ... με τη Λεωφόρο ..., ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του έδειξε πράσινο φως και εκείνος συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του, διέσχισε το πλάτους 10.50 μέτρων ρεύμα της ... προς ..., καθώς και τη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων πορείας της Λεωφόρου, η οποία έχει πλάτος 4 μέτρα. Τη στιγμή δε που αυτός είχε ήδη εισέλθει, με τη μοτοσυκλέτα του, στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ..., στο οποίο όπως προαναφέρθηκε κινείτο οδηγώντας το όχημα του ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος, αν και ο φωτεινός σηματοδότης της Λεωφόρου ... έδειχνε ερυθρό φως για τα οχήματα που κινούνταν προς ... (όπως το όχημα του), ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αφού το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν ανώτερο του ενός γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (1γρ/λίτρο) και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, η οποία δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, κατά πολύ ανώτερη όμως του επιτρεπόμενου ορίου των 60χιλ/ώρα, φθάνοντας στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης δεν σταμάτησε, όπως όφειλε το όχημα του, αλλά συνέχισε την πορεία του, επιδιώκοντας να διασχίσει γρήγορα αυτή, ενώ λόγω της κατάστασης του (μέθης) ούτε καν είχε αντιληφθεί τη κινούμενη κανονικά δίκυκλη μοτοσυκλέτα του Ψ, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και στην λωρίδα κυκλοφορίας που αυτός κινείτο (εν μέρει στην αριστερή και εν μέρει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της Λεωφόρου ... προς .... Η απόλυτα αμελής αυτή οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, με το όχημα του στην πορεία της μοτοσυκλέτας και αιφνιδιάζοντας τον οδηγό της, να προσκρούσει με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτής με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του, να ωθήσει με δύναμη τη μοτοσυκλέτα προς τα πίσω, με συνέπεια αυτή συρόμενη διαγωνίως στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου ... προς ...τοποιηθεί τελικά πάνω σ' αυτό, σε απόσταση 23,40 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Ο δε οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ψ, λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης των οχημάτων και της ώθησης που δέχτηκε η μηχανή του εκτινάχθηκε, κατά την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ... της ..., σε απόσταση 16 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Από το αυτοκινητικό αυτό ατύχημα ο Ψ, τραυματίστηκε θανάσιμα αφού υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής και θώρακα, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατος του, όπως αποδεικνύεται και από την υπ' αριθ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Γ, η οποία αναγράφεται παραπάνω και αναγνώστηκε στο ακροατήριο. Από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Ψ οφείλονται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Χ ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, επέφερε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του το θάνατο του ως άνω οδηγού, χωρίς να προβλέψει όπως όφειλε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι αυτός αν και ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει το όχημα του πριν εισέλθει στη διασταύρωση της Λεωφόρου ... με τις οδούς ... και ..., αφού ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε ερυθρό κυκλικό φώς για τα οχήματα που κινούνταν με πορεία όπως το δικό του (προς ...), αυτός συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση, (άρθρο 6 § 1 β του Ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας του ως άνω θανόντος και να επιφέρει τις αναφερόμενες παραπάνω τραγικές συνέπειες. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε ότι ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επέδειξε οποιαδήποτε, έστω και ελαφρά αμέλεια κατά την οδήγηση της, δεδομένου ότι όταν αυτός πλησίασε με το όχημά του στη διασταύρωση της οδού ... στην οποία κινείτο με την Λεωφόρο ... ο εκεί φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο φως για την πορεία του και συνεπώς αυτός ορθά συνέχισε την πορεία του ενώ η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήταν επίσης κανονική. Η παραπάνω δικαστική κρίση θεμελιώνεται και ενισχύεται από το σύνολο των αναφερόμενων παραπάνω αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα : α) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ (Γεν. Γραμ. Δημ. Έργων Δ/νση ΚΕΣΟ) το οποίο αφορά τη λειτουργία της σηματοδοτικής εγκατάστασης του κόμβου ..., από το οποίο αποδεικνύεται με σαφήνεια η σειρά εναλλαγής των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών του αναφερόμενου παραπάνω οδικού κόμβου και συγκεκριμένα καταδεικνύεται από το έγγραφο αυτό ότι όταν ο φωτεινός σηματοδότης του ρεύματος προς ... της ... (δηλαδή, εκείνος της πορείας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου) δείξει κόκκινο φως, την ίδια χρονική στιγμή ο φωτεινός σηματοδότης της οδού ... ( δηλαδή, εκείνος της πορείας της μοτοσυκλέτας) δείχνει πράσινο φως. Από αυτό συνάγεται ότι η μόνη περίπτωση να συναντηθούν στην παραπάνω διασταύρωση δύο οχήματα κατά την εναλλαγή των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών, είναι να περάσει με κόκκινο το κινούμενο στη ..., δηλαδή, στη κρινόμενη περίπτωση, το ΙΧΕ αυτοκίνητο και με πράσινο το εξερχόμενο από την οδό ..., δηλαδή η μοτοσυκλέτα. Αντίθετα όταν ανάβει πράσινο φως για τα οχήματα πους ρεύματος προς ... της ..., δεν υπάρχει ταυτόχρονη εναλλαγή σε κόκκινο στους άλλους σηματοδότες του οδικού κόμβου. Εξάλλου, πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρει στην από 8-12-2004 προανακριτική κατάθεση του ο φερόμενος στην έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτης μάρτυρας, Δ, λέγοντας κατά λέξη : "...Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας παραβίασε ερυθρό σηματοδότη που είχε στην πορεία του ,,.", οφείλονται αφενός μεν στο γεγονός το οποίο ο ίδιος ανέφερε στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του, ότι δεν είχε δεί τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ούτε το φανάρι της οδού ..., αλλά ούτε και το κρεμαστό φανάρι της Λεωφόρου ..., αλλά όντας πεζός κινούμενος από το ένα πεζοδρόμιο της οδού ... προς το άλλο, είδε το φανάρι που αφορούσε τη δική του πορεία ως πεζού, το οποίο έδειχνε πράσινο για τους πεζούς και κόκκινο για τα οχήματα και έτσι αγνοώντας ότι η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης σε αντίθεση με την οδό ... και ότι όταν το φανάρι της οδού ... του ενός ρεύματος πορείας αυτής, εκείνου προς ..., δείχνει κόκκινο φως, το φανάρι του άλλου ρεύματος πορείας της οδού αυτής προς ... και συνεπώς και εκείνο της οδού ..., είναι πράσινο, οδηγήθηκε συμπερασματικά και όχι εμπειρικά στην παραπάνω θέση του, ότι δηλαδή ο θανών πέρασε με κόκκινο, ενώ το αληθές είναι ότι όταν το φανάρι της οδού ..., έχει πράσινο για τα οχήματα, το φανάρι της οδού ... έχει επίσης πράσινο φως για τα οχήματα του ρεύματος πορείας αυτής προς .... Το εσφαλμένο του ως άνω αρχικού συμπεράσματος του, παραδέχτηκε και ο ίδιος ο ως άνω μάρτυρας στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη κατάθεση του. β) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της ΕΛΑΣ (Τμήμα Χημικών και Φυσικών εξετάσεων) από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού προκύπτει από το έγγραφο αυτό ότι κατά τη λήψη αίματος από τον κατηγορούμενο, που έγινε μετά από τέσσερεις περίπου ώρες (3 ώρες και 58 λεπτά) από το χρόνο του ατυχήματος, διαπιστώθηκε περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 0,60 γραμμαρίων κατά λίτρο. Τούτο, με βάση τον κοινά αποδεκτό συντελεστή ελάττωσης του οινοπνεύματος στους άνδρες, σε περίπτωση που κατά τη στιγμή του ατυχήματος είχε αρχίσει ο μεταβολισμός της αιθανόλης από τον οργανισμό του κατηγορουμένου, τότε κατά τον επίδικο χρόνο, εκείνο του ατυχήματος, η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του κυμαινόταν μεταξύ 1,14 γρ/λίτρο, δηλαδή ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Συνεπώς, ενόψει των προαναφερομένων στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στην ..., στις 8-12-2004, από αμέλεια του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του, τον θάνατο σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από λεωφόρο ..., δεν είχε τον επιβαλλόμενο πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς δεδομένου ότι ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του ποσότητα αλκοόλ σε ποσοστό 0,60%, δια της μεθόδου της αιμοληψίας, με αποτέλεσμα φθάνοντας στην διασταύρωση της άνω λεωφόρου με την οδό ... να μην αντιληφθεί εγκαίρως, ώστε, με κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να αποφύγει την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ψ, κινούμενος επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την λεωφόρο ... με συνέπεια να συγκρουσθεί με την άνω μοτοσυκλέτα και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός αυτής Ψ που υπέστη διάσπαρτες εκχυμώσεις και εκδορές-μικροδιασχίσεις, σε διάφορες ανατομικές περιοχές (τριχωτό κεφαλής, οπίσθια χώρα δεξιού αγκώνος, ραχιαία χώρα δεξιάς άκρας χειρός, πρόσθιες χώρες γονάτων, αριστερά τροχαντήριος χώρα, έξω σφυρών), τραυματικό υποδόριο κεφαλαιμάτωμα, γραμμοειδές κάταγμα δεξιού λιθοειδούς οστού, γραμμοειδές κάταγμα αριστερού λιθοειδούς οστού, 2,5 εκατ., προσπονδυλικό αιμάτωμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, αιμάτωμα μαλθακών μορίων, τραυματική διάσχιση της αορτής, στην ανατομική θέση του αορτικού ισθμού και συνεπόμενης διαφυγής - εξαγγειώσεως αίματος και δημιουργίας αιμοθώρακος και εστιακές θλάσεις σε αμφότερους τους πνεύμονες, εκ των ως άνω κακώσεων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού ". Με αυτά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την χωρίς συνείδηση αμέλεια που δέχθηκε ότι επέδειξε ο αναιρεσείων κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, η οποία και προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα που περιγράφεται στο σκεπτικό, κατά το οποίο προκλήθηκε ο συνδεόμενος αιτιωδώς με αυτό θανάσιμος τραυματισμός του Ψ, γιού του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι, ναι μεν το αίμα του αναιρεσείοντος, κατά τον χρόνο που έγινε η αιμοληψία, περιείχε αλκοόλη σε ποσότητα 0,60/λίτρο, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, πλην όμως, με δεδομένο ότι αυτή διενεργήθηκε μετά πάροδο 4 περίπου ωρών από του ατυχήματος και λαμβανομένης υπόψη της απορροφήσεως της αιθανόλης από τον οργανισμό του, η ποσότητα που περιείχε κατά την στιγμή του ατυχήματος ανερχόταν σε 1,14 γρ./λίτρο, με αποτέλεσμα να τελεί αυτός σε κατάσταση μέθης, η οποία επηρεάζει την ικανότητα προς οδήγηση και την ικανότητα αντίδρασης του οδηγού και έτσι, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό ότι η χωρίς συνείδηση αμέλεια του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, στην σύγκρουση κατ αυτό των δύο οχημάτων και στον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος οδηγού της μοτοσυκλέτας, συνίστατο στο ότι παραβίασε την ερυθρά ένδειξη, ως προς την πορεία του, του φωτεινού σηματοδότη παραβαίνοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 β του ΚΟΚ (Ν 2696/1999), εισήλθε παράνομα στη διασταύρωση της λεωφόρου ..., στο ρεύμα πορείας της οποίας με κατεύθυνση προς την ...ης αποφάσεως, εκινείτο, με τις οδούς ..., με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του κανονικά εισελθόντος στην διασταύρωση οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού ο σηματοδότης επί της οδού ..., στην οποία εκινείτο, είχε πράσινη ένδειξη, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί ο οδηγός της που υπέστη τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο διατακτικό πολλαπλές σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Στο διατακτικό όμως το Δικαστήριο δεν εξειδικεύει την ασυνείδητη, κατά την ανωτέρω έννοια, αμέλεια του αναιρεσείοντος στην παραβίαση της ερυθράς ενδείξεως του προς την κατεύθυνση του ερυθρού σηματοδότη, αλλ αντιθέτως την εντοπίζει στο ότι δεν ασκούσε, κατά την οδήγηση, τον επιβαλλόμενο έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διενεργήσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, φθάνοντας στην διασταύρωση της λεωφόρου .... με την οδό ... να μη αντιληφθεί εγκαίρως την δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε το θύμα κινούμενο επί της οδού ..., ώστε με τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να την αποφύγει, με συνέπεια να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δηλαδή του αποδίδει παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1 ΚΟΚ. Η ασάφεια των αιτιολογιών και η αντιφατικότητα μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αλλά και οι ελλιπείς κατά τα κατωτέρω αιτιολογίες, ως προς το περιεχόμενο της ασυνείδητης αμέλειας που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, βαρύνει τον αναιρεσείοντα για την σύγκρουση των δύο οχημάτων, δημιουργεί αβεβαιότητα ως το τι δέχθηκε τελικά το Δικαστήριο, αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά, που επέδειξε ο αναιρεσείων κατά την οδήγηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου του, η οποία και συνδέεται αιτιωδώς με την σύγκρουση, δηλαδή αυτή προκλήθηκε από την παραβίαση της ερυθράς ενδείξεως του προς την κατεύθυνση πορείας του φωτεινού σηματοδότη και την παράνομη είσοδό του στην διασταύρωση των ως άνω οδών, στην οποία βρισκόταν νομίμως η μοτοσυκλέτα την πορεία της οποίας και ανέκοψε, ή από την μη άσκηση του δέοντος ελέγχου επί του αυτοκινήτου του, ενώ πλησίαζε στην διασταύρωση, για να μπορέσει να διενεργήσει τους κατάλληλους και ενδεικνυόμενους από τις κυκλοφοριακές συνθήκες αποφευκτικούς ελιγμούς, με αποτέλεσμα να μη αντιληφθεί, λόγω και της καταστάσεως μέθης στην οποία τελούσε, εγκαίρως την μοτοσυκλέτα, να μη μπορέσει να διενεργήσει τους ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, προκειμένου να την αποφύγει, με συνέπεια, ενόψει και της μεγάλης ταχύτητας, όπως δέχθηκε, με την οποία εκινείτο, το ακριβές ύψος της οποίας και δεν προσδιορίζεται, να επέλθει η σύγκρουση, με τα ανωτέρω αποτελέσματα. Δεν προσδιορίζεται επίσης σε ποιο σημείο βρισκόταν η μοτοσυκλέτα όταν ο αναιρεσείων πλησίαζε στην διασταύρωση και αν η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα του επέτρεπε να διενεργήσει τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό και μάλιστα με επιτυχές αποτέλεσμα. Κατ ακολουθία τούτων η απόφαση στερείται της, κατά τα ανωτέρω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, τυγχάνει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Πλημμελειοδικείου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτήν ιδιότητα και στην κατ' έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων όμως δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο. Τούτο δε διότι, η έφεση του Εισαγγελέως προσβάλλει το ποινικό μέρος της υποθέσεως, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, πλην, η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολό της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς τη διάταξή της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στον πολιτικώς ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό προς την 71372/2008 πρωτόδικη, το Εφετείο, καίτοι επιλήφθηκε της υποθέσεως, συνεπεία εφέσεως του Εισαγγελέως Πλημ/κων κατά της αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, Αθηνών, επιδίκασε στον πρωτοδίκως παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα πατέρα του θύματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και νομίμως παρέστη με την ίδια ιδιότητα και στο δεύτερο βαθμό προς υποστήριξη της κατηγορίας, σαράντα τέσσαρα
(44)Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης (εσφαλμένα αναφέρεται ηθικής βλάβης) που υπέστη από την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του αναιρεσείοντος σε βάρος του γιού του. Έτσι όμως το Εφετείο, χωρίς να υπάρχει νόμιμη προς τούτο παράσταση της πολιτικής αγωγής, υπερέβη την εξουσία του, με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική απαίτηση και γι' αυτό, κατά μερική παραδοχή του τρίτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, και όχι καθολοκληρία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ήτοι μόνο κατά την περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως διάταξή της. Λόγω όμως της, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και της παραπομπής της υποθέσεως, κατ άρθρο 519 ΚΠΔ, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση για εκ νέου συζήτηση, δεν συντρέχει λόγος απάλειψης από το παρόν Δικαστήριο της διατάξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, αφού και η διάταξη αυτή εξαφανίζεται και ο πολιτικώς ενάγων θα μπορεί να παραστεί κατά την μετά την παραπομπή εκδίκαση της υποθέσεως προς υποστήριξη της κατηγορίας. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 66 παρ.1 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή, που έχει ασκηθεί σε πολιτικό δικαστήριο, μπορεί να εισαχθεί στο ποινικό δικαστήριο, αν δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση με την πολιτική διαδικασία. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 63, 64, 65 και 68 του ίδιου Κώδικα, καθώς και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο δικαιούχος από αδικοπραξία χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης άσκησε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησής του αυτής, επιφυλαχθείς να εισαγάγει και ένα μέρος της στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η εις το τελευταίο παράσταση του δικαιούχου, ως πολιτικώς ενάγοντος, για το μέρος της απαίτησής του, το οποίο δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο, έστω και αν, πριν ή μετά την δήλωση της ως πολιτικώς ενάγοντος παράστασής του στο ποινικό δικαστήριο, εκδόθηκε οριστική ή και τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία τούτο, κρίνοντας επί του καταχθέντος ενώπιόν του μέρους της απαίτησης αυτής και τελώντας εν γνώσει, ότι μέρος της αξίωσης αυτής θα εισαγόταν στο ποινικό δικαστήριο, επιδίκασε, είτε ολόκληρο το αιτηθέν ποσό, είτε μικρότερο του αιτηθέντος ή απέρριψε την αγωγή, αφού, για το μέρος της απαίτησης του δικαιούχου αυτής, το οποίο, εξαιτίας της γενομένης επιφυλάξεως, δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο, δεν έχει εκδοθεί απόφαση του τελευταίου (ΑΠ 2258/2004). Αν η αγωγή ασκήθηκε χωρίς να γίνει η κατά τα άνω επιφύλαξη, και επ αυτής είχε εκδοθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και παρά ταύτα ο δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, παραστάθηκε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 2 ΚΠΔ), που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, μόνον αν προβληθεί αντίρρηση ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για το λόγο αυτό ή αν από τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου περιστατικά προκύπτει ότι η παράσταση δεν ήταν νόμιμη, αφού άλλως το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (ΑΠΟλ 1282/1992). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλομένης, αλλά και των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων, πατέρας του θανατωθέντος από την αμέλεια του αναιρεσείοντος, κατά το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα, ο οποίος είχε παραστεί και πρωτοδίκως, άσκησε μετά των άλλων δικαιούχων αγωγή με την οποία ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής αυτής, ως και της αντίθετης του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 3144/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, καθόσον το δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος κατά το οποίο επήλθε ο θάνατός του ήταν ο γιός του πολιτικώς ενάγοντος. Η απόφαση αυτή αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης και της πρωτόδικης αποφάσεως τόσον πρωτοδίκως, όσον και στο Εφετείο. Στην αγωγή όμως εκείνη, ο πολιτικώς ενάγων επιφυλάχθηκε για το ποσό των 44 €, προκειμένου να το ασκήσει ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, για το ποσό δε αυτό παραστάθηκε, ως πολιτικώς ενάγων, κατά τη δικάσιμο της 5-11-2008, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δηλώσας ότι ασκεί την αξίωση αυτή με επιφύλαξη. Το δικαστήριο εκείνο, με την 71372/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, αθώο. Για το ίδιο ποσό δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και στο Εφετείο μετά την άσκηση εφέσεως από τον Εισαγγελέα Πλημ/κων. Εφόσον λοιπόν είχε επιφυλαχθεί με την αγωγή που απορρίφθηκε, κατά τα άνω, ως αβάσιμη, η αξίωση αυτή δεν είχε κριθεί από το πολιτικό δικαστήριο και νομίμως παρέστη στο πρωτόδικο δικαστήριο και κατ ακολουθία, όπως λέχθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη και στο Εφετείο προς υποστήριξη της κατηγορίας και δεν παρήχθη εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, σε συνδυασμό με 171 παρ. 2 ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά τα δύο μέρη του τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος καθολοκληρία και ο τρίτος εν μέρει ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συντεθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7685/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.