Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1385 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Πολιτική αγωγή. Έφεση Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών κατά αθωωτικής αποφάσεως. Ο πρωτοδίκως παραστάς πολιτικώς ενάγων μπορεί να παραστεί στο Εφετείο μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, όχι και για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Αν παρά ταύτα επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση υπάρχει υπέρβαση εξουσίας του Εφετείου μόνον όμως για το επιδικασθέν ποσό. Αναιρείται εν μέρει η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό δεν απαλείφεται η διάταξη περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αναιρέσεως της αποφάσεως για άλλο λόγο από το άρθρο 510 § 1 Δ ΚΠΔ. Άσκηση αγωγής στο πολιτικό δικαστήριο. Εφόσον υπήρξε επιφύλαξη για την απαίτηση των 44 € για την οποία δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν επιδρά στο νόμιμο της παραστάσεως η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης και δεν παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 § 2 ΚΠΔ. Αντιφατικές αιτιολογίες αντίφαση μεταξύ σκεπτικού διατακτικού. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπομπή. Αριθμός 1385/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, περί αναιρέσεως της 7685/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φυτράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Ενόψει της διακρίσεως αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια: "Ο κατηγορούμενος, στις 8-12-2004 και ώρα 22:10 περίπου, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, της ιδιοκτησίας του και κινούμενος, με κατεύθυνση προς ..., στη Λεωφόρο ... που βρίσκεται στην ..., καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής και τμήμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, πλησίαζε στον ισόπεδο οδικό κόμβο της ως άνω Λεωφόρου από δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του, με την οδό ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος καθενός των δύο ρευμάτων πορείας έχει πλάτος 6,20 μέτρων και από αριστερά, πάλι σε σχέση με την πορεία του ίδιου αυτοκινήτου, με την οδό ..., που είναι μονής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από την από ... έκθεση αυτοψίας που αναφέρεται παραπάνω και αναγνώστηκε, η Λεωφόρος ... είναι ευθεία οριζόντια οδός, διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα πλάτους 4 μέτρων μεταξύ των δύο ρευμάτων της (προς ...) τα οποία έχουν πλάτος οδοστρώματος 10.50 μέτρων, το καθένα και από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διακεκομμένες γραμμές. Για τη ρύθμιση δε της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών στον παραπάνω οδικό κόμβο υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που κατά τον προαναφερόμενο χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, όπως τούτο αποδεικνύεται από το από 7-12-2006 έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ, (περί της λειτουργίας της συγκεκριμένης σηματοδοτικής εγκατάστασης), ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην Λεωφόρο ... καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα και ορίζεται σε 60 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο ήταν νύκτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η δε κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή και η κίνηση των οχημάτων κανονική. Την ίδια ως άνω ημέρα και ώρα, ο Ψ, ηλικίας τότε 23 ετών, οδηγώντας την υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του, κινείτο στην οδό ..., με κανονική ταχύτητα, δηλαδή όχι ανώτερη του αναφερόμενου παραπάνω επιτρεπομένου ορίου, με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο ... και με σκοπό να διασχίσει αυτή, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και εισερχόμενος στην οδό ... να κατευθυνθεί προς τη Λεωφόρο .... Όταν ο οδηγός Ψ πλησίασε στη διασταύρωση της οδού ... με τη Λεωφόρο ..., ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του έδειξε πράσινο φως και εκείνος συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του, διέσχισε το πλάτους 10.50 μέτρων ρεύμα της ... προς ..., καθώς και τη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων πορείας της Λεωφόρου, η οποία έχει πλάτος 4 μέτρα. Τη στιγμή δε που αυτός είχε ήδη εισέλθει, με τη μοτοσυκλέτα του, στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ..., στο οποίο όπως προαναφέρθηκε κινείτο οδηγώντας το όχημα του ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος, αν και ο φωτεινός σηματοδότης της Λεωφόρου ... έδειχνε ερυθρό φως για τα οχήματα που κινούνταν προς ... (όπως το όχημα του), ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αφού το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν ανώτερο του ενός γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος (1γρ/λίτρο) και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, η οποία δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, κατά πολύ ανώτερη όμως του επιτρεπόμενου ορίου των 60χιλ/ώρα, φθάνοντας στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης δεν σταμάτησε, όπως όφειλε το όχημα του, αλλά συνέχισε την πορεία του, επιδιώκοντας να διασχίσει γρήγορα αυτή, ενώ λόγω της κατάστασης του (μέθης) ούτε καν είχε αντιληφθεί τη κινούμενη κανονικά δίκυκλη μοτοσυκλέτα του Ψ, που εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του και στην λωρίδα κυκλοφορίας που αυτός κινείτο (εν μέρει στην αριστερή και εν μέρει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της Λεωφόρου ... προς .... Η απόλυτα αμελής αυτή οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα να παρεμβληθεί, με το όχημα του στην πορεία της μοτοσυκλέτας και αιφνιδιάζοντας τον οδηγό της, να προσκρούσει με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα αυτής με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του, να ωθήσει με δύναμη τη μοτοσυκλέτα προς τα πίσω, με συνέπεια αυτή συρόμενη διαγωνίως στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου ... προς ...τοποιηθεί τελικά πάνω σ' αυτό, σε απόσταση 23,40 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Ο δε οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ψ, λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης των οχημάτων και της ώθησης που δέχτηκε η μηχανή του εκτινάχθηκε, κατά την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας προς ... της ..., σε απόσταση 16 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Από το αυτοκινητικό αυτό ατύχημα ο Ψ, τραυματίστηκε θανάσιμα αφού υπέστη βαρείες κακώσεις κεφαλής και θώρακα, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατος του, όπως αποδεικνύεται και από την υπ' αριθ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Γ, η οποία αναγράφεται παραπάνω και αναγνώστηκε στο ακροατήριο. Από την εκτίμηση όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το επίδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Ψ οφείλονται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Χ ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, επέφερε με το όχημα του και κατά την οδήγηση του το θάνατο του ως άνω οδηγού, χωρίς να προβλέψει όπως όφειλε το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι αυτός αν και ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει το όχημα του πριν εισέλθει στη διασταύρωση της Λεωφόρου ... με τις οδούς ... και ..., αφού ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε ερυθρό κυκλικό φώς για τα οχήματα που κινούνταν με πορεία όπως το δικό του (προς ...), αυτός συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση, (άρθρο 6 § 1 β του Ν. 2696/1999), με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας του ως άνω θανόντος και να επιφέρει τις αναφερόμενες παραπάνω τραγικές συνέπειες. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε ότι ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επέδειξε οποιαδήποτε, έστω και ελαφρά αμέλεια κατά την οδήγηση της, δεδομένου ότι όταν αυτός πλησίασε με το όχημά του στη διασταύρωση της οδού ... στην οποία κινείτο με την Λεωφόρο ... ο εκεί φωτεινός σηματοδότης έδειξε πράσινο φως για την πορεία του και συνεπώς αυτός ορθά συνέχισε την πορεία του ενώ η ταχύτητα με την οποία κινείτο ήταν επίσης κανονική. Η παραπάνω δικαστική κρίση θεμελιώνεται και ενισχύεται από το σύνολο των αναφερόμενων παραπάνω αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα : α) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ (Γεν. Γραμ. Δημ. Έργων Δ/νση ΚΕΣΟ) το οποίο αφορά τη λειτουργία της σηματοδοτικής εγκατάστασης του κόμβου ..., από το οποίο αποδεικνύεται με σαφήνεια η σειρά εναλλαγής των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών του αναφερόμενου παραπάνω οδικού κόμβου και συγκεκριμένα καταδεικνύεται από το έγγραφο αυτό ότι όταν ο φωτεινός σηματοδότης του ρεύματος προς ... της ... (δηλαδή, εκείνος της πορείας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου) δείξει κόκκινο φως, την ίδια χρονική στιγμή ο φωτεινός σηματοδότης της οδού ... ( δηλαδή, εκείνος της πορείας της μοτοσυκλέτας) δείχνει πράσινο φως. Από αυτό συνάγεται ότι η μόνη περίπτωση να συναντηθούν στην παραπάνω διασταύρωση δύο οχήματα κατά την εναλλαγή των ενδείξεων των φωτεινών σηματοδοτών, είναι να περάσει με κόκκινο το κινούμενο στη ..., δηλαδή, στη κρινόμενη περίπτωση, το ΙΧΕ αυτοκίνητο και με πράσινο το εξερχόμενο από την οδό ..., δηλαδή η μοτοσυκλέτα. Αντίθετα όταν ανάβει πράσινο φως για τα οχήματα πους ρεύματος προς ... της ..., δεν υπάρχει ταυτόχρονη εναλλαγή σε κόκκινο στους άλλους σηματοδότες του οδικού κόμβου. Εξάλλου, πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τα όσα αναφέρει στην από 8-12-2004 προανακριτική κατάθεση του ο φερόμενος στην έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτης μάρτυρας, Δ, λέγοντας κατά λέξη : "...Ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας παραβίασε ερυθρό σηματοδότη που είχε στην πορεία του ,,.", οφείλονται αφενός μεν στο γεγονός το οποίο ο ίδιος ανέφερε στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του, ότι δεν είχε δεί τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ούτε το φανάρι της οδού ..., αλλά ούτε και το κρεμαστό φανάρι της Λεωφόρου ..., αλλά όντας πεζός κινούμενος από το ένα πεζοδρόμιο της οδού ... προς το άλλο, είδε το φανάρι που αφορούσε τη δική του πορεία ως πεζού, το οποίο έδειχνε πράσινο για τους πεζούς και κόκκινο για τα οχήματα και έτσι αγνοώντας ότι η οδός ... είναι μονής κατεύθυνσης σε αντίθεση με την οδό ... και ότι όταν το φανάρι της οδού ... του ενός ρεύματος πορείας αυτής, εκείνου προς ..., δείχνει κόκκινο φως, το φανάρι του άλλου ρεύματος πορείας της οδού αυτής προς ... και συνεπώς και εκείνο της οδού ..., είναι πράσινο, οδηγήθηκε συμπερασματικά και όχι εμπειρικά στην παραπάνω θέση του, ότι δηλαδή ο θανών πέρασε με κόκκινο, ενώ το αληθές είναι ότι όταν το φανάρι της οδού ..., έχει πράσινο για τα οχήματα, το φανάρι της οδού ... έχει επίσης πράσινο φως για τα οχήματα του ρεύματος πορείας αυτής προς .... Το εσφαλμένο του ως άνω αρχικού συμπεράσματος του, παραδέχτηκε και ο ίδιος ο ως άνω μάρτυρας στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ένορκη κατάθεση του. β) από το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της ΕΛΑΣ (Τμήμα Χημικών και Φυσικών εξετάσεων) από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αφού προκύπτει από το έγγραφο αυτό ότι κατά τη λήψη αίματος από τον κατηγορούμενο, που έγινε μετά από τέσσερεις περίπου ώρες (3 ώρες και 58 λεπτά) από το χρόνο του ατυχήματος, διαπιστώθηκε περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 0,60 γραμμαρίων κατά λίτρο. Τούτο, με βάση τον κοινά αποδεκτό συντελεστή ελάττωσης του οινοπνεύματος στους άνδρες, σε περίπτωση που κατά τη στιγμή του ατυχήματος είχε αρχίσει ο μεταβολισμός της αιθανόλης από τον οργανισμό του κατηγορουμένου, τότε κατά τον επίδικο χρόνο, εκείνο του ατυχήματος, η περιεκτικότητα σε οινόπνευμα στο αίμα του κυμαινόταν μεταξύ 1,14 γρ/λίτρο, δηλαδή ο κατηγορούμενος τελούσε σε κατάσταση μέθης. Συνεπώς, ενόψει των προαναφερομένων στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.