← Ελλάδα

ΑΠ 139/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 139 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Η αναίρεση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, τέτοια δε απόφαση δεν είναι αυτή που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) γιατί ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΑΡΙΘΜΟΣ 139/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 717/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 293/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 §§ 1,4, 138 § 2β και 476 § 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 3349/21-4-09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 2009/9-3-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 17073/08 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 23877/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, για κλοπή και πλαστογραφία και εκθέτω τ' ακόλουθα. Κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κ.λ.π., μεταξύ άλλων και όταν ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 474 § 1 και 473 § 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στο άρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ και με σύνταξη σχετικής έκθεσης, αλλά και με δήλωση η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όμως η απόφαση που απορρίπτει έφεση του κατ/νου ως εκπρόθεσμη δεν είναι καταδικαστική απόφαση και δεν είναι νόμιμη η κατ' αυτής άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. (Α.Π. 536/2003 Ποιν. Δ. 2003, 1014 Α.Π. 754/2005 Ποιν. Χρ. ΝΕ'1019). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με την από 22-4-09 επίδοση σχετικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ασκήσαντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3349/21-4-09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 2009/9-3-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημ/των). Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα. Αθήνα 20 - 9 - 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση, η οποία επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18-4-2009 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 21-4-2009, ο ... άσκησε αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης η έφεση που άσκησε κατά της υπ' αριθ. 23877/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αλλά απορριπτική έφεσης, έπρεπε, για να είναι παραδεκτή, να ασκηθεί με τις διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 18-4-2009 αίτηση του ...., για αναίρεση της 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  2. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου
  3. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.