Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1390 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Χρέη προς το Δημόσιο. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1390/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δάβαλου, περί αναιρέσεως της 41778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1591/
- Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτό ίσχυε πριν να τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, αφού αξιώνει επιπρόσθετα στοιχεία για τη συγκρότηση της αξιόποινης πράξεως, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις των χρεών προς το δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)...β...) και γ)... Με τη διάταξη αυτή, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση του δράστη να διαφοροποιείται κατά το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υποχρέου, αλλά και κατά το ύψος της προβλεπόμενης ποινής, ενόψει του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα από τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι της μη καταβολής χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και β) της μη καταβολής εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις απαιτεί διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Με την αντικατάσταση δε του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, αφ' ενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής και έτσι οι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τον χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στο αιτιολογικό της ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος μνημονεύει, αποδείχθηκαν τα εξής: "ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, δεν κατέβαλε στο Δημόσιο τα χρέη που είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Αγίου Στεφάνου, τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, και τα οποία υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ. Τα χρέη αυτά αναφέρονται στο με αριθμό ειδικού βιβλίου 20/2005 πίνακα χρεών, που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την με αριθμό πρωτ. ...... αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της προαναφερθείσας ΔΟΥ. Από τα χρέη που αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα χρεών, εκείνα που μαζί με τις προσαυξήσεις μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ και συνεπώς είναι αξιόποινα, είναι: α) το αναφερόμενο με αύξοντα αριθμό .., με στοιχεία βεβαίωσης ...., που αφορά πρόστιμο ΦΠΑ συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 101.325,04 ευρώ και που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30.6.2000 και β) το αναφερόμενο με αύξοντα αριθμό ... με στοιχεία βεβαίωσης ......, που αφορά πρόστιμο ΦΠΑ συνολικού ποσού, μαζί με τις προσαυξήσεις 256.172,95 ευρώ και που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30.6.
- Ο κατηγορούμενος με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των παραπάνω χρεών, που συνολικά ανέρχονται σε 357.497,99 ευρώ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Σχετικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το αξιόποινο των παραπάνω πράξεών του έχει παραγραφεί, λόγω του ότι είχαν παρέλθει περισσότερα από πέντε χρόνια από την τέλεσή τους μέχρι την 23.6.2005, που του επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Τα προεκτεθέντα χρέη του κατηγορουμένου προς το δημόσιο έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ την 30.6.2000 και έγιναν αξιόποινα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, η λήξη δε προθεσμίας καταβολής τους ήταν την 31.10.
- Αλλά και αν θεωρηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή ο ν. 3220/2004, κατ' άρθρο 2 του ΠΚ, αλλά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 23 ν. 2523/1997, η λήξη προθεσμίας καταβολής των παραπάνω χρεών του κατηγορουμένου είναι την 31.8.
- Επομένως, από το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 όπως σήμερα ισχύει (31.10.2000 κατά το κλητήριο θέσπισμα ή έστω 31.8.2000) μέχρι την 23.6.2005 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα, δεν είχαν παρέλθει πέντε χρόνια. Επομένως, ο περί παραγραφής του αξιοποίνου ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα λοιπόν με όσα αποδείχθηκαν, ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κλητήριο θέσπισμα και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Ακολούθως, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό για το ότι "στην Αθήνα, την 31.10.2000, με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη ΔΟΥ Αγίου Στεφάνου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμ. ειδ. βιβλίου ....) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την με αριθ. πρωτ. .... αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της συγκεκριμένης ΔΟΥ, ο κατηγορούμενος ηθελημένα δεν κατέβαλε συνολικά το ποσόν των τριακοσίων πενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (357.497,99 ευρώ), που αφορά: α) το χρέος που αναφέρεται με αύξοντα αριθμό .., με στοιχεία βεβαίωσης ...., αφορά πρόστιμο ΦΠΑ συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 101.325,04 ευρώ και έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30.6.2000 και β) το χρέος που αναφέρεται με αύξοντα αριθμό .. με στοιχεία βεβαίωσης ..., αφορά πρόστιμο ΦΠΑ συνολικού ποσού μαζί με τις προσαυξήσεις 256.172,95 ευρώ και που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30.6.2000". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με τον χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν τα παραπάνω χρέη, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τα χρέη του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ την 30ή Ιουνίου 2000, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς και αναλυτικώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, και η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙ Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 41778/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ