Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1397 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Βούλευμα απαλλακτικό. Περίληψη: Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, του απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση, με το οποίο κρίθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία. Επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπερβάσεως εξουσίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς τον αποκλεισμό ορισμένων αποδεικτικών μέσων. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση. Αριθμός 1397/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 2600/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1)Χ1 και 2) Χ
(1995), γράφτηκε στο βιβλίο ασκούμενων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, ότι, στις 10.4.1998, πήρε το πτυχίο της από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, στις 15.6.1998, εγγράφηκε ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι, το Συμβούλιο Επικρατείας με την με αριθμό 1009/2004 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ακύρωσης, που υπέβαλε η κατηγορουμένη, και ακύρωσε την απόφαση πρόσληψης της εγκαλούσας, ως δικηγόρου, στο ΤΑΠ-ΟΤΕ. Με βάση τα περιστατικά αυτά, σύμφωνα με το 787/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δεν συνέτρεχε περίπτωση τέλεσης εκ μέρους της πρώτης κατηγορούμενης της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα όσα είχε διαδώσει με την παραπάνω επιστολή σε βάρος της μηνύτριας. Εξάλλου, κατά το ίδιο Βούλευμα, προέκυψε, ενόψει του τρόπου και των περιστάσεων, υπό τις οποίες η πρώτη κατηγορούμενη συνέταξε την επίμαχη επιστολή, και ενόψει του ότι αυτή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον παρέθεσε τα αναφερόμενα σε σχέση με τον παραπάνω διαγωνισμό και παραπάνω μηνύτρια, αποβλέποντας στην άσκηση δυσμενούς κριτικής για την επιλογή της τελευταίας από την ως άνω Επιτροπή (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ) δεν είχε σκοπό εξύβρισης αυτής και βλάβης της τιμής και της υπόληψής της. Ενόψει αυτών, ως προς την αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη Χ1 πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το Συμβούλιο αυτό αποφάνθηκε να μη γίνει . κατηγορία κατ' αυτής. Περαιτέρω, η Ψ1 υπέβαλε την από 10.1.2005 έγκληση και κατήγγειλε τους κατηγορούμενους για συκοφαντική δυσφήμηση, αναφέροντας στην έγκλησή της τα ακόλουθα: Ότι η πρώτη κατηγορούμενη, δια του από 12.2.2004 εγγράφου σημειώματος, διέδωσε ισχυρίστηκε και διέδωσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους ενώπιον των Εισαγγελικών και Δικαστικών Λειτουργών, που χειρίζονταν την υπόθεση, ως και των δικαστικών υπαλλήλων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και του Πταισματοδικείου Αθηνών -μεταξύ των άλλων- τα εξής: α) Ότι η προκριθείσα υποψήφια Ψ1 απέκρυψε (σ.σ: και από την Επιτροπή), (πράγμα που έπραξε και στο βιογραφικό σημείωμά της), ότι το δίπλωμα "Maitrise" του Πανεπιστημίου της Lille II, το επέτυχε μετά από σπουδές διαρκείας δύο ετών στην Ελλάδα (στο γνωστό κέντρο ελευθέρων σπουδών) και το υπόλοιπο στην έδρα του Πανεπιστημίου στη Γαλλία το έτος 1995). β) "Ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, απέκρυψε ότι ... το ΔΙ.ΚΑ.Τ.Σ.Α. αποφάνθηκε ότι ο τίτλος σπουδών της δεν ήταν ισότιμος με πτυχίο ελληνικού Πανεπιστημίου και της έδωσε μόνο δικαίωμα κατατάξεως στο 5° εξάμηνο σπουδών Τμήματος Νομικής ελληνικού Α.Ε.Ι. γ) Ότι, κατά τον ίδιο τρόπο επίσης, "παρέλειψε" να εκθέσει στην Επιτροπή ότι το ΣτΕ, εν Ολομελεία με την 3457/1998 απόφασή του, κατά της παραπάνω αποφάσεως του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α., απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της προκριθείσας υποψηφίας. δ) Ότι συνεπώς παρανόμως και απατηλώς επέτυχε το διορισμό της ... ως δικηγόρου η προκριθείσα υποψήφια με βάση μη ισότιμο "πτυχίο", του οποίου μάλιστα την έλλειψη ισοτιμίας απέκρυψε από όλες τις δημόσιες αρχές και ότι έτσι θεώρησε νομίμως και λογικώς ότι η Ψ1 ...... παραπλάνησε όλα τα αρμόδια όργανα προκειμένου παρανόμως να εγγραφεί ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας. ε) Ότι διερωτάται εν προκειμένω, δεν υπάρχει έδαφος για ανάκληση παράνομων διοικητικών πράξεων, όταν αυτές εκδόθηκαν με δόλο του διοικούμενου και στ) Ότι, έτσι, η εγκαλούσα επέτυχε το διορισμό της ως δικηγόρου στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας την 20.05.1998, ενώ το αρμόδιο κρατικό όργανο της είχε απορρίψει την αίτηση ισοτιμίας του "πτυχίου" της και με την 3457/1998 το ΣτΕ είχε απορρίψει και την σχετική αίτηση ακυρώσεώς της. Ότι, περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι εμφανίσθηκαν κατά την 11.10.2004 στην εκπομπή "......." (που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Γ1) του τηλεοπτικού σταθμού "......" και ανέφεραν το ιστορικό της διαμάχης μεταξύ της μηνύτριας και της πρώτης κατηγορουμένης. Ότι, ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, αφού επικαλέσθηκαν στην εκπομπή αυτή την επίμαχη επιστολή, που απηύθυνε η πρώτη κατηγορούμενη στους προαναφερόμενους δημοσίους φορείς, ανέφεραν ότι κατά τον διαγωνισμό ενώπιον του ΤΑΠ-ΟΤΕ, έλαβαν χώρα παρανομίες ως προς τον τίτλο σπουδών του Πανεπιστημίου της Lille και ότι περαιτέρω οι κατηγορούμενοι ανεπίτρεπτα εστράφησαν κατ' αυτής, θέτονταςτο θέμα της νομιμότητας της εγγραφής της, ως ασκούμενης δικηγόρου στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας. Ως προς τα παραπάνω επιμέρους κεφάλαια, που αναφέρει η εγκαλούσα στην υπό κρίση έγκληση της ως συκοφαντικά και δυσφημιστικά για την προσωπικότητά της, πρέπει να αναφερθούν τα ακολούθα: Ως προς τα περιστατικά, που κατήγγειλαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στην από 11.10.2004 τηλεοπτική και ενημερωτική εκπομπή του ....., "........" και τα όσα ανέφερε στο από 12-02-2004 απολογητικό της υπόμνημα - σημείωμα η 1η κατηγορουμένη ενώπιον του 5ου Πταισματοδίκη Αθηνών, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος "της συκοφαντικής δυσφημήσεως" σε βάρος της εγκαλούσας, καθώς αυτά ήταν αληθή στην ουσία τους. Ειδικότερα, είναι αληθές α) Ότι η μηνύτρια Ψ1, δεν ανέφερε στην Επιτροπή ούτε στο βιογραφικό σημείωμα της ότι το δίπλωμα "Μaitrise" του Πανεπιστημίου της Lille II, το επέτυχε μετά από σπουδές διαρκείας δύο ετών στην Ελλάδα (στα γνωστά Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών) και το υπόλοιπο στην έδρα του Πανεπιστημίου στη Γαλλία το έτος 1995), β) Ότι, κατά τον ίδιο τρόπο, παρέλειψε υπαιτίως ν' αναφέρει ότι... το ΔΙ.Κ.Α.Τ.ΣΑ. αποφάνθηκε ότι ο τίτλος σπουδών της δεν ήταν ισότιμος με πτυχίο ελληνικού Πανεπιστημίου και της έδωσε μόνο δικαίωμα κατατάξεως στο 5° εξάμηνο σπουδών Τμήματος Νομικής ελληνικού Α.Ε.Ι και γ) Ότι, κατά τον ίδιο τρόπο επίσης, παρέλειψε υπαιτίως να εκθέσει στην Επιτροπή ότι το ΣτΕ, εν Ολομέλεια, με την 345771998 απόφασή του, κατά της παραπάνω αποφάσεως του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α., απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως της προκριθείσας υποψηφίας. Ας σημειωθεί δε, ότι στην ουσία η εγκαλούσα είχε ένα τίτλο σπουδών και δη αυτόν της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνεπώς όφειλε αυτόν μόνον να εμφανίσει ως τίτλο σπουδών, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να κάνει μνεία του αλλοδαπού τίτλου, οφείλοντας όμως, να διευκρινίσει στην επιτροπή και με το βιογραφικό της ότι το πτυχίο Νομικής το απέκτησε βάσει διπλώματος του Πανεπιστημίου της Lille, δυνάμει του οποίου, με την ..... απόφαση του ΔΙΚΑΤΣΑ, κατατάχθηκε στο 5° εξάμηνο της Νομικής Αθηνών. Αντί αυτού, όμως, η μηνύτρια, προκειμένου να επαυξήσει τα τυπικά της προσόντα, ενεφάνισε ότι είχε δυο πτυχία, από τα οποία το ένα και δη αυτό του αλλοδαπού πανεπιστήμιου εσφαλμένα εκλήφθηκε ως μεταπτυχιακό, από υπαιτιότητα της Επιτροπής, η οποία όφειλε να ζητήσει βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ, για την αναγνώριση της αντιστοιχίας του αλλοδαπού τίτλου σε σχέση με τους τίτλους των ελληνικών ΑΕΙ. Όπως εκτέθηκε και παραπάνω, και η εγκαλούσα έχει υπαιτιότητα επίσης για την θεώρηση του αλλοδαπού τίτλου ως μεταπτυχιακού, δεδομένου ότι και αυτή παρέλειψε υπαίτιως, να προσκομίσει βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ για την αναγνώριση της ισοτιμίας του πτυχίου του Πανεπιστημίου της Lille II... Ενόψει αυτών, τα πλαίσια της κείμενης ελληνικής νομοθεσίας, ο αλλοδαπός τίτλος που κατείχε η εγκαλούσα απετέλεσε απλά την βάση για την εγγραφή στο 5° εξάμηνο της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τελικά, η εγκαλούσα έλαβε το πανεπιστημιακό της πτυχίο κατά την 10.4.
- Περαιτέρω, όσον αφορά τα παραπάνω υπό στοιχ. δ, ε και στ υποστηριζόμενα και περιλαμβανόμενα στο παραπάνω υπόμνημα, δηλαδή "δ) ότι παρανόμως.... επέτυχε το διορισμό της ...ως δικηγόρου η προκριθείσα υποψήφια με βάση, μη ισότιμο "πτυχίο", του οποίου μάλιστα την έλλειψη ισοτιμίας απέκρυψε από όλες τις δημόσιες αρχές και ότι έτσι θεώρησε νομίμως και λογικώς ότι η Ψ1 (εγκαλούσα) παραπλάνησε όλα τα αρμόδια όργανα προκειμένου παρανόμως να εγγραφεί ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας", ε) Ότι, διερωτάται εν προκειμένω, δεν υπάρχει έδαφος για ανάκληση παράνομων διοικητικών πράξεων, όταν αυτές εκδόθηκαν με δόλο του διοικούμενου και στ) Ότι έτσι η εγκαλούσα επέτυχε το διορισμό της ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας την 20-05-1998, ενώ το αρμόδιο κρατικό όργανο της είχε απορρίψει την αίτηση ισοτιμίας του "πτυχίου της και με την 3457/1998 το ΣτΕ είχε απορρίψει και την σχετική αίτηση-ακυρώσεώς της" πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως εκτέθηκε και παραπάνω, είναι αληθές αυτό, που ανέφερε τόσο η πρώτη κατηγορούμενη με το παραπάνω υπόμνημα και το επανέλαβαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στην παραπάνω εκπομπή του Γ1, ότι η εγκαλούσα, παρά το γεγονός ότι αποφοίτησε από το τμήμα Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 10-04-1998, διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Λάρισας περίπου δύο μήνες μετά. Οι κατηγορούμενοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεχθούν την άποψη ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας, με απόφαση του Δ.Σ. αυτού, αναγνώρισε αναδρομικά από τις 18-09-1995 (ημερομηνίας εγγραφής της στα βιβλία ασκουμένων), το χρόνο άσκησης της εγκαλούσας στον οικείο Σύλλογο, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε φοιτήσει κατά τα δύο πρώτα έτη των σπουδών της σε ίδρυμα - παράρτημα του Πανεπιστημίου της Lille στην Ελλάδα και όχι σε Τμήμα Νομικής ημεδαπού Πανεπιστημίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρακτική αυτή δεν είχε θεσμοθετηθεί και δεν συμφωνούσε με το τότε κρατούν νομικό καθεστώς της αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων. Μάλιστα, η παραπάνω στάση των κατηγορουμένων, που αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της αναδρομικής αυτής αναγνώρισης στο πρόσωπο της εγκαλούσας, κρίνεται δικαιολογημένη, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι επακολούθησε η απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας στις 04-12-1999, η οποία αποφάσισε να συνεχίσει την εγγραφή των πτυχιούχων ξένων κρατικών Πανεπιστημίων ως ασκουμένων στους δικηγορικούς συλλόγους, με εξαίρεση εκείνων των πτυχιούχων τέτοιων Πανεπιστημίων, ως εν προκειμένω αυτού της Lille Γαλλίας που φοίτησαν ένα μέρος των σπουδών τους, ήτοι ένα ή δύο έτη εκτός της έδρας τους και ειδικότερα στην Ελλάδα σε διάφορα παραρτήματα - κολέγια αυτού. Επομένως, οι κατηγορούμενοι εξέφρασαν την νομική τους άποψη ότι, αφού η μηνύτρια δεν είχε ισότιμο με το πτυχίο νομικής αλλοδαπό τίτλο, αλλά απλώς τίτλο κατάταξης στο 5° εξάμηνο, δεν μπορούσε να αρχίσει αναδρομικά ο απαιτούμενος 18μηνος χρόνος της άσκησης από την εγγραφή στο δικηγορικό σύλλογο Λάρισας (18.9.1995), αλλά από τότε που λήφθηκε το πτυχίο της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Την ίδια νομική άποψη υποστήριξαν και στην εκπομπή ".......", την οποία διηύθυνε ο δημοσιογράφος Γ
- Τέλος, θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι οι κατηγορούμενοι δικαιολογημένα ισχυρίσθηκαν ότι και από δική της υπαιτιότητα, δεν διευκρινίσθηκε το είδος του τίτλου και η ισοτιμία του, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε βεβαίωση ισοτιμίας του ΔΙΚΑΤΣΑ, ούτε μετάφραση του αλλοδαπού τίτλου στην ελληνική γλώσσα, αλλά ούτε και παρέθεσε στο βιογραφικό της ημερομηνίας απονομής των τίτλων. Μετά, από όλα όσα εκτέθηκαν, δεν συντρέχει περίπτωση τέλεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τα όσα διαδόθηκαν με το παραπάνω υπόμνημα και όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω τηλεοπτική εκπομπή σε βάρος της μηνύτριας. Τα όσα οι κατηγορούμενοι διέδωσαν σχετικά με την υπαιτιότητα της μηνύτριας για το ότι παρέλειψε να προσκομίσει πιστοποιητικό ισοτιμίας του αλλοδαπού τίτλου και περαιτέρω σχετικά με τη νομιμότητα του διορισμού της εγκαλούσας, ως δικηγόρου, έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και αποτελούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο για την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο. Εξάλλου, ενόψει των περιστάσεων υπό τις οποίες διέδωσαν τα παραπάνω αναφερόμενα και του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός τους, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε εκ μέρους των κατηγορουμένων σκοπός εξύβρισης της εγκαλούσας, αλλά να ασκήσουν δυσμενή κριτική στις ενέργειες της εγκαλούσας, που είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω στη μείζονα σκέψη (άρθρο 367 παρ. III, 14 παρ.1 Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ). Τέλος, θα πρέπει επιπρόσθετα να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Ο εξοβελισμός της 1ης κατηγορουμένης από την πρόσληψή της ως δικηγόρου με πάγια αντιμισθία στο Τ.Α.Π.- Ο.Τ.Ε., διήρκεσε επί μακρό, δηλαδή επί τρία περίπου έτη, λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή πρόσληψης του Τ.Α.Π.-Ο.Τ.Ε. συγκροτήθηκε μόλις στις 18-04-2005 για να ενεργήσει την πρόσληψη της σε συμμόρφωση της υπ' αριθμ. 1019/2004 απόφασης του ΣτΕ ... Τούτο δε γεννά αδιαφιλονίκητα στο πρόσωπο των κατηγορουμένων το δικαίωμα της να προβάλει σε μια τηλεοπτική εκπομπή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον στα πλαίσια της κατοχυρωμένης από τα άρθρα 14 και 15 του Συντάγματος, 10 παρ.1 ΕΣΔΑ ελευθερίας της έκφρασης δια του Τύπου και των Μ.Μ.Ε. την ένδικη διένεξή της με την εγκαλούσα, που συνιστά θέμα προς ενημέρωση του κοινωνικού συνόλου ως προς ορισμένες πτυχές και ιδίως αυτές που αφορούν το νομικό καθεστώς και πλαίσιο της αξιολόγησης διαγωνιζομένων σε δημόσιες ή με πάγια αντιμισθία θέσεις. Ειδικότερα, το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση τα κενά και οι ελλείψεις, που παρουσιάστηκαν κατά τη νομοτυπική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 11 του Ν.1649/86 και που επέφεραν ανεπιεική αποτελέσματα σε βάρος της 1ης κατηγορουμένης, λόγω της παράλειψής της, κατόπιν της αυθαίρετης αξιολόγησης των επιστημονικών προσόντων της εγκαλούσας ως υπέρτερων, αποτελεί ασφαλώς θέμα, που άπτεται του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου για την εξυγίανση των θεσμών και της δημόσιας διοίκησης. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με την ένδικη έφεση ελέγχονται αβάσιμα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση κατ' ουσία και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών". Με αυτά, που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφενός στέρησε το βούλευμα από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφετέρου δε, υπερέβη την εξουσία του, και οι, από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ' και στ' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Τούτο, γιατί, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όχι μόνο επεκτάθηκε, πέραν των ορίων της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά, και δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν από την ανάκριση, που διενεργήθηκε. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα, από την, με αριθμό 320/11-6-2007, έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκύπτει ότι αυτός άσκησε έφεση, κατά του εκκαλούμενου βουλεύματος, με αριθμό 1447/2007, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των ήδη αναιρεσειόντων, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα, γιατί, το πρωτόδικο βούλευμα, δεν εκτίμησε προσηκόντως, το με αριθμό 2026/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, σε βάρος της ήδη εγκαλούσας, Ψ1, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, και, εξ αυτού του λόγου, γνώριζαν πλέον οι κατηγορούμενοι, την αναλήθεια των περιστατικών, που αυτοί διέδωσαν ψευδώς, σε βάρος της. Από την παραδεκτή επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του, το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που συγκεντρώθηκαν και ειδικότερα, τα προαναφερθέντα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντίστοιχα, με αριθμούς 2026/2006 και 2954/
- Η παράλειψη αυτή, αναμφισβήτητα κατάδηλοι, ότι έγινε αποκλεισμός ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων και ταυτόχρονα, επιλεκτική χρήση ορισμένων άλλων. Πέραν αυτών, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένους, η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία ήταν αναγκαία η εμφάνιση των κατηγορουμένων- αναιρεσειόντων, σε τηλεοπτικό σταθμό, και συγκεκριμένα στην εκπομπή ".......", κατά την 11-10-2004, προκειμένου να αποκαλύψουν αυτοί, ορισμένα στοιχεία για μια ιδιωτική διαφορά, και συγκεκριμένα, μεταξύ αυτών (κατηγορουμένων) και της εγκαλούσας, χωρίς να αιτιολογείται, επίσης, ότι η αποκάλυψη των στοιχείων αυτών, ενδιέφερε σε κάθε περίπτωση το κοινωνικό σύνολο. Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρα 485 παρ. 1, 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμό 2600//2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ