← Ελλάδα

ΑΠ 1398/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1398 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Μη απόδοση ΦΠΑ κατ' εξακολούθηση. Οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΑΡΙΘΜΟΣ 1398/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καπόλλα, περί αναιρέσεως της 1103/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 14/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 α του ν. 2523/1997, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του φόρου προστιθεμένης αξίας ..., διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτού δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τον άνω φόρο, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του ΦΠΑ, που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών ...". Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου ως άνω νόμου 2523/1997: α) η ύπαρξη βεβαιωμένου χρέους, β) το ύψος τούτου, γ) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, δ) ο τρόπος πληρωμής του, ε) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε, και στ) η μη πληρωμή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθμ. 1103/2008 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 α και 21 του ν. 2523/1997, δηλαδή για κατ'εξακολούθηση παραβίαση εκ δόλου της προθεσμίας καταβολής χρεών από ΦΠΑ προς το Δημόσιο, υπερβαίνοντος του ποσού των 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση και αφού αναγνώρισε τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.β ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλεν επί τριετία. Δέχθηκε ειδικότερα δε στο αιτιολογικό του ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω : "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αλλά και από όλη γενικά την διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σε αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος απασχολείται κατ' επάγγελμα υγιεινής, πλακιδίων και χρωμάτων, διατηρώντας ατομική επιχείρηση στην ... στην οδό .... το έτος 2000 παραβίασε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω δικαστικής εμπλοκής του ως θύμα απάτης με οικονομική του ζημία άνω των 10.000.000 δρχ. με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αποδώσει εισπραττόμενο ΦΠΑ αλλά και λόγω και οικονομικών δυσκολιών να πωλεί με πίστωση χωρίς εισπράττει τον ανάλογο ΦΠΑ. Έτσι τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 δεν απέδωσε τον ως άνω φόρο στο δημόσιο. Η οικονομική του δυσκολία να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις είναι πολύ μεγάλη ακόμη και σήμερα αρκεί δε να ληφθεί υπόψη ότι δεν μπόρεσε λόγω αδυναμία χρημάτων να τηρήσει τη ρύθμιση στην οποία υπήχθη για την καταβολή των ποσών που κατηγορείται στην ένδικη υπόθεση. Ο κατηγορούμενος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης για το λόγο ότι εκδόθηκε νέα υπουργική απόφαση με την οποία μπορεί να υπαχθεί σε νέα ρύθμιση προκειμένου να εξοφλήσει. Πράγματι όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες του δημοσίου από σήμερα ισχύει νέα υπουργική απόφαση ρύθμισης στην οποία μπορεί να υπαχθεί και ο κατηγορούμενος πλην όμως το δικαστήριο κρίνει ότι η αναβολή για το λόγο αυτό είναι άσκοπη για το λόγο ότι από τη προγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκύπτει αβίαστα ότι δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει την νέα υποχρέωση του και μία νέα αναβολή θα ήταν άσκοπη τη στιγμή μάλιστα που μέρος των αδικημάτων που κατηγορείται κινδυνεύουν να υποπέσουν σε παραγραφή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το αίτημα αναβολής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από έλεγχο που έγινε στα ίδια τα εμπορικά βιβλία που συνέτασσε ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Α' Καβάλας για τις διαχειριστικές περιόδους 1-11 έως 31-12-2001 και 1-6 έως 30-6-2002 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 3.827,28 ευρώ και 6.298,52 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης δεν υπέβαλε στην ίδια παραπάνω Δ.Ο.Υ. για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2003 έως 31-12-2003 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 20.437,03 ευρώ ενώ τέλος δεν υπέβαλε στην ίδια Δ.Ο.Υ. για τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2004 έως 31-12-2004 περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και δεν απέδωσε στο Δημόσιο φόρο ύψους 20.694,33 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της κατ' εξακολούθηση καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο χρεών από ΦΠΑ, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1, 98 του ΠΚ, 18 παρ. 1 α, 21 του Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω διωκόμενου φορολογικού εγκλήματος μη αποδόσεως ΦΠΑ. Επίσης στην απόφαση προσδιορίζονται: α) η φορολογική αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, β) το ύψος και το είδος κάθε χρέους ΦΠΑ, κατ'έτος αναλυτικά, από 1-11-2001 μέχρι 31-12-2004, γ) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει για κάθε χρέος που ήταν καταβλητέο εφάπαξ, με την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων ΦΠΑ και δ) ο ακριβής χρόνος που καθένα από τα μερικότερα χρέη κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και συνακόλουθα ο χρόνος τελέσεως καθεμιάς μερικότερης πράξεως. Διευκρινίζεται δε στην απόφαση ότι τα καθυστερούμενα χρέη από φόρους, είναι χρέη προς το Δημόσιο και όχι προς τρίτους, από άσκηση ατομικής επιχειρήσεως χωματουργικών εργασιών και εμπορίας δομικών υλικών, επίπλων κουζίνας, ειδών υγιεινής, πλακιδίων και χρωμάτων και ανήκουν στην κατηγορία παρακρατούμενων φόρων ΦΠΑ, ήταν καταβλητέα εφάπαξ, και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, λόγω καθυστέρησης καταβολής. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση συνάγεται από την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος είχε πολύ μεγάλη οικονομική δυσκολία να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις και την παραδοχή στο διατακτικό ότι δεν απέδωσε τον ΦΠΑ από δόλο, αφού η οικονομική αδυναμία και δυσχέρεια δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου, καθόσον, από τα ίδια τα εμπορικά βιβλία του κατηγορουμένου που ελέγχθηκαν, προκύπτει ότι ο ΦΠΑ εισπράχθηκε από τους πελάτες αγοραστές των προϊόντων της επιχειρήσεώς του και απλώς δεν αποδόθηκε στο Δημόσιο, καλύπτοντας προφανώς άλλες ανάγκες. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με εκ πλαγίου παράβαση είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1103/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.