Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1406 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παράλειψη συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση. Περίληψη: Μάμαλης: Παράβαση άρθρου 232Α § 1 ΠΚ. (Η συμμόρφωση σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία υποχρεώθηκαν να επαναπροσλάβουν την απολυθείσα εργαζομένη τους, ως διαχειριστές της ΟΕ). Ναι ειδική αιτιολογία και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ενώ δεν υπερέβη την εξουσία του (ΟΧΙ ισχυρισμός περί παύσεως ισχύος άνω αποφάσεως), εντεύθεν απορριπτέοι οι λόγοι Δ΄, Ε΄ και Η΄. Ναι δημόσια απαγγελία απόφασης (απορριπτέος λόγος Γ΄). ΟΧΙ αυτεπαγγέλτως ο λόγος για άσκηση δικαιωμάτων 358 ΚΠΔ (απορριπτέος λόγος Α΄). ΟΧΙ λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντων εγγράφων, αλλ’ αναγνώστηκαν πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και τα εν αυτής αναφερόμενα έγγραφα (απορριπτέος λόγος Α΄). Απορρίπτει. Αριθμός 1406/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη- Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων
- Χ1 και
- Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 1491/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2006 αίτησή τους καθώς και στους από 5 Μαρτίου 2007 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1968/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 232 Α παρ. 1 του ΠΚ, "'Οποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΟινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τους τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1491/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη ... στις 7-2-2006 οι κατηγορούμενοι, ως διαχειριστές της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ", όπου και ανήκει η επιχείρηση "......", καίτοι υποχρεώθηκαν με την υπ'αριθμ. 52/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) να προβούν άμεσα στην επαναπρόσληψη της μηνύτριας ψ1 στην εργασία της στην ανωτέρω επιχείρηση "....", όπου απασχολείτο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, παρά ταύτα με πρόθεση αρνήθηκαν να την επαναπροσλάβουν, μη εκτελώντας την ανωτέρω δικαστική απόφαση. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε κατά τα ανωτέρω σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες, Χ1 και Χ2 για την αποδιδόμενη σ'αυτούς πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 232 Α παρ.1 του ΠΚ και, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ.β' του ΠΚ, επέβαλε σε καθένα απ'αυτούς ποινή φυλακίσεως δέκα ημερών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 232 Α παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Μάλιστα δε από την αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την εξέταση της μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο...", σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ανώμοτη κατάθεση της μοναδικής μάρτυρα (πολιτικώς ενάγουσας ψ1), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, εντεύθεν δε είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, στην αιτιολογία (αλλά και στο διατακτικό) της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι δεν συμμορφώθηκαν σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκαν, ως διαχειριστές της ειρημένης ομόρρυθμης εταιρείας, να προβούν άμεσα στην επαναπρόσληψη της εργαζομένης πολιτικώς ενάγουσας στην άνω επιχείρησή τους ".....", και συγκεκριμένα της υπ'αριθ. 52/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), η δε αναφορά στην αρχή του διατακτικού της αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι "δεν συμμορφώθηκαν σε προσωρινή διαταγή δικαστή .." (σελ. 3, στιχ.6), οφείλεται, ενόψει των προεκτεθέντων, σε πρόδηλη παραδρομή. Προς τούτοις, η αιτίαση των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης ερμηνεία και εφαρμογής της άνω διατάξεως του άρθρου 232 Α παρ.1 ΠΚ, ενόψει του ότι η ανωτέρω υπ'αριθ. 52/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου είχε παύσει να ισχύει, για τους αναφερόμενους στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως λόγους, πράγμα το οποίο είχε διαπιστώσει και κρίνει η υπ'αριθμ. 346/2006 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία, κατόπιν αιτήσεώς τους, ανακλήθηκε η άνω 52/2006 απόφασή του και την οποία (346/2006 απόφαση) δεν έλαβε υπόψη το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο και έτσι αυτό υπερέβη την εξουσία του, λύσαν προκαταρκτικό ζήτημα υπαγόμενο, κατά νόμο, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους τέτοιος ισχυρισμός κατά την εκδίκαση της εφέσεώς τους στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αλλ'ούτε και ζητήθηκε απ'αυτούς η ανάγνωηση της ανωτέρω υπ'αριθμ. 346/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε' και Η' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) της υπερβάσεως εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και προεχόντως όταν το δικαστήριο αποφαίνεται με βάση τα στοιχεία που του υποβάλλονται προς κρίση ή μετά από αίτημα των διαδίκων μερών αναζητήσει και επισυναφθούν στη δικογραφία. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Γ' του ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε από το διευθύνοντα τη συζήτηση σε δημόσια συνεδρίαση, σύμφωνα με το άρθρο 371 παρ.1 του ΚΠοινΔ, Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσει και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγινα ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοβούλως. 'Αρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος από το συνήγορο των κατηγορουμένων από το διευθύνοντα τη συζήτηση για να ασκήσει από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, σχημάτισε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων και από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων (της δικογραφίας), προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο όλα ανεξαρτήτως τα έγγραφα της δικογραφίας, όπως αυτά προσδιορίζονται στα εν λόγω πρακτικά, αφού ειδικότερα η αναφορά αυτή του Δικαστηρίου έχει την προφανή έννοια ότι, εκτός από την ανάγνωση του εν γένει περιεχομένου των πρακτικών, αναγνώσθηκε το περιεχόμενο των προσδιοριζομένων σε αυτά εγγράφων, δηλαδή εκείνων που αποτελούσαν και το σύνολο των αναγνωσθέντων εγγράφων της δίκης, δεδομένου ότι μόνη η αναφορά της αναγνώσεως των πρακτικών, χωρίς τη μνεία για τα έγγραφα που κάνει το Δικαστήριο, δεν θα απέδιδε και την ανάγνωση του περιεχομένου των προσδιοριζομένων σε αυτά εγγράφων. Επομένως, ο κατ'εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, στο ακροατήριο, γιατί το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν προσδιορίζονται και δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5-3-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5-3-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, των χ1 και χ2 για αναίρεση της 1491/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ