← Ελλάδα

ΑΠ 1408/2008 — Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αποχή αποφάσεως, Εισαγγελική Πρόταση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1408 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αποχή αποφάσεως, Εισαγγελική Πρόταση. Περίληψη: Συνεκδίκαση αιτήσεων αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Εισαγγελική πρόταση μόνο για τη μία αίτηση. Απέχει να αποφανθεί. Αριθμός 1408/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26.6.2007 και 2.7.2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 30/28.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: "Ι. To Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων με το 110/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων τους κατηγορουμένους Χ1, δικηγόρο και Χ2, για να δικαστούν ο πρώτος για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συρροή και ο δεύτερος για άμεση συνεργεία στην πράξη αυτή. Παράλληλα το ίδιο Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του Χ1 για άλλη μια περίπτωση πλαστογραφίας με χρήση, κατά του κατηγορουμένου Χ2 για υπεξαγωγή εγγράφου και κατά της κατηγορουμένης Χ3 για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συρροή από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν έφεση ο κατηγορούμενος Χ1 κατά της παραπομπής του και ως πολιτικώς ενάγων Ψ1, για τις απαλλακτικές διατάξεις. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το 154/2005 βούλευμα, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του κατηγορουμένου Χ1, επικύρωσε τις παραπεμπτικές διατάξεις του πρωτόδικου βουλεύματος, μεταρρυθμίζοντας μερικώς ως προς κάποια σημεία την κατηγορία (βλ. βούλευμα). ΙΙΙ) Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο Χ1 η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο σας, που με την 2067/2006 απόφαση αναίρεσε το εφετειακό βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που εξέδωσε το πρωτόδικο βούλευμα γιατί συμμετείχε στη σύνθεση πρωτοδίκης που είχε ασκήσει καθήκοντα ανακριτή στην υπόθεση.( βλ. ΑΠ 2067/2006). ΙV. H υπόθεση τέθηκε εκ νέου στο σύνολο, ως προς την παραπομπή των κατηγορουμένων, υπό τη κρίση του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, που με το101/2007 βούλευμα, αφού εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα, λόγω της ακυρότητας που προέκυπτε από την κακή σύνθεση του Δικαστικού Συμβουλίου που το εξέδωσε, κράτησε την υπόθεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 316, 318 και 319 ΚΠΔ και κρίνοντας επί της ουσίας, παρέπεμψε εκ νέου στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 για να δικαστούν ως υπαίτιοι, ο μεν πρώτος πλαστογραφίας με χρήση κατά συρροή ,από την οποία το όφελος ή η ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για άμεση συνεργεία στην παραπάνω πράξη του πρώτου (βλ.101/2007 βούλευμα Συμβ. ΕΦ. Ιωαννίνων). V. Το τελευταίο αυτό βούλευμα επιδόθηκε νομοτύπως στους κατηγορουμένους και συγκεκριμένα στον Χ1 στις ..... και στον Χ2 στις ....... (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως). Και οι δύο κατηγορούμενοι άσκησαν αναίρεση κατά του βουλεύματος αυτού. Συγκεκριμένα στις 26-6-2007 εμφανίστηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων ο Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 101/2007 βουλεύματος για α) εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 , β' και , δ' ΚΠΔ) και έτσι συντάχθηκε η 2/26-6-2007 έκθεση αναίρεσης. Παράλληλα και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 εμφανίσθηκε στις 2-7-2007 στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, στην περιοχή του οποίου περιλαμβάνεται ο τόπος κατοικίας του και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του ίδιου παραπάνω 101/2007 βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, (άρθρο 484 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ.) και έτσι συντάχθηκε η 1/2-7-2007 έκθεση αναίρεσης. Οι αναιρέσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικα μέσα που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως από διαδίκους που είχαν το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται να δικαστούν για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482 παρ. 1 α' Κ.Π.Δ., σε συνδ. 46 § 1α, 94 και 216 παρ. 1, 3 Π.Κ.). VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1β και 484 § 1α' Κ.Π.Δ προκύπτει ότι λόγο για να αναιρεθεί το βούλευμα αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα, που προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο. Σύμφωνα εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 32 § § 1,4 του ίδιου Κώδικα, καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας, που έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε, προφορικά ή γραπτά προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στη κρίση του δικαστηρίου ή του ανακριτή. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 § 2 του ίδιου Κώδικα, το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμα να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Το δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου αποτελεί ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος ακροάσεως, κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 § 3 της ΕΣΔΑ, συνιστάμενο στην παροχή δυνατότητας του κατηγορουμένου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του Συμβουλίου, ενώ γίνεται δεκτό ότι με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται η κατ'αντιδικία διαδικασία στο Συμβούλιο και προωθείται η άμεση και ζωντανή επικοινωνία δικαστή και διαδίκου (βλ. Συμβ. Εφετών Κερκύρας 8/2002 και πρόταση Εισαγγελέα Φ. Μακρή, όπου περαιτέρω παραπομπές Ποιν. Δικ. 2002 σελ. 141). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τη διακρίβωση της βασιμότητας του προβληθέντος από τον δεύτερο κατηγορούμενο λόγο αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας του εκδοθέντος βουλεύματος, προκύπτει ότι το Συμβούλιον Εφετών Ιωαννίνων, μετά από αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού και των υπολοίπων διαδίκων στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ. Από το περιεχόμενο του προσβαλλομένου 101/2007 βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων συνήλθε στις 16-5-2007, παρουσία της Αντεισαγγελέως Εφετών Αριστέας Θεοδόση και της αρμόδιας Γραμματέως, για να διασκεφθεί και αποφασίσει για την ποινική υπόθεση, η οποία εισάγεται μετά από αναίρεση του 154/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου και η Εισαγγελέας Εφετών εισήγαγε προς το Συμβούλιο την 53/2007 γραπτή πρόταση του Αντεισαγγελέως Νικολάου Παπαδόπουλου. Πριν η παρισταμένη Εισαγγελέας αναπτύξει και προφορικά την γραπτή πρόταση και αποχωρήσει, από το βούλευμα προκύπτει ότι έλαβαν χώρα τα εξής γεγονότα: "Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκαν: ο κατηγορούμενος Χ1, μετά του συνηγόρου του Κων/νου Τζούμα, ο δικηγόρος Αθηνών Περικλής Σταυριανάκης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον Χ2, σύμφωνα με το 14-5-2007 πληρεξούσιο, ο δικηγόρος Ιωαννίνων Γεώργιος Μπιστιόλης, ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί την Χ3, σύμφωνα με το .... πληρεξούσιο και κατέθεσε και το από 16-4-2007 υπόμνημα, ο ...... και Ψ1, εκπρόσωποι του ..... και πολιτικώς ενάγοντες, μετά των συνηγόρων των Χρήστου Αναστασίου και Χρήστου Ψαράκη". Μετά την εμφάνιση και τις δηλώσεις των διαδίκων, το Συμβούλιο Εφετών, χωρίς να ζητήσει από την παρισταμένη Εισαγγελέα να προτείνει επί του ανακύψαντος ζητήματος περί του παραδεκτού ή μη της παρουσίας του δικηγόρου Περικλή Σταυριανάκη, ως εκπροσώπου του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2, αποφάσισε τα εξής: "Επειδή, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 309 Κ.Π.Δ., σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του διαδίκου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, η δια συνηγόρου παράσταση είναι απαράδεκτη. Ο συνήγορος συμπαρίσταται απλώς και δεν δύναται να αντιπροσωπεύσει τον διάδικο. Ο Νόμος καθιερώνοντας την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο Συμβούλιο για την παροχή διασαφήσεων προϋποθέτει άμεση και προσωπική επαφή Δικαστών με τους διαδίκους (βλ. Αθ. Κονταξής: Κ.Π.Δ. άρθρ. 309, όπου και παραπομπές σε νομολογία και θεωρία). Συνεπώς είναι απαράδεκτη η παράσταση των Περικλή Σταυριανάκη, δικηγόρου Αθηνών και Γεωργίου Μπιστιόλη, δικηγόρου Ιωαννίνων, ως εκπροσώπων των Χ2 και Χ3 αντίστοιχα....". (βλ. β'όψη του 7ου φύλλου του 101/2007 βουλεύματος). Από τα παραπάνω δεδομένα, προκύπτει, ότι ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση αυτή του Συμβουλίου είναι ορθή στην ουσία της, αφού, πέραν και ανεξάρτητα της θέσης που θα λάβει κανείς ως προς το ζήτημα αν η δυνατότητα του κατηγορουμένου να εκπροσωπείται δια συνηγόρου ισχύει, μόνον στο ακροατήριο ή και στην προδικασία (βλ. αντίθετες απόψεις στο 15/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την αντίθετη πρόταση του Εισ. Εφ. Π. Νικολούδη, Ποιν. Χρον. ΝΣΤ' 253 επ.), στην περίπτωση της "αυτοπρόσωπης" εμφάνισης των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ., αυτή η δυνατότητα δεν ισχύει, αφού πέραν του ότι από τον νόμο χρησιμοποιείται ο όρος "αυτοπρόσωπη εμφάνιση" και όχι "εκπροσώπηση" ή "παράσταση" ή άλλες ανάλογες, αυτό που κυρίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την ερμηνευτική προσέγγιση του θέματος, είναι ο σκοπός που επιδιώκεται με τη ρύθμιση που είναι η άμεση και προσωπική επαφή των δικαστών με τους ίδιους του διαδίκους. Ανεξάρτητα όμως της ορθότητας της κρίσης του, ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της παράστασης του εκπροσώπου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2, το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να δώσει τον λόγο για να προτείνει στην παρισταμένη Εισαγγελέα Εφετών, αφού επρόκειτο να κριθεί ζήτημα που αφορούσε άσκηση δικαιώματος διαδίκου και μάλιστα κατηγορουμένου. Ούτε η σιωπή της παρισταμένης Εισαγγελέως νομιμοποιεί και ισχυροποιεί την απόφαση, αφού αυτή, πέραν του ότι δεν προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το έπραξε, δεν είχε το δικαίωμα να αφεθεί στην κρίση του Συμβουλίου. Συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 § 1 α', σε συνδ. με 32 § § 1,4 και 171 § ιβ Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναίρεσης περί απολύτου ακυρότητας, που προβάλλεται από τον δεύτερο κατηγορούμενο και για τον λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό του και για τον πρώτο κατηγορούμενο, λόγω της φύσεως της ακυρότητας, αφού από την παρουσία ή μη του δεύτερου κατηγορουμένου, κατά την εκτίμηση της υπόθεσης, θα μπορούσε να επηρεασθεί η κρίση του Συμβουλίου και για αυτόν (πρώτο), λόγω της συμμετοχικής δράσης του καθένα από αυτούς στις πράξεις που τους έχουν αποδοθεί, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας των περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής λόγων αναιρέσεων που προβάλλονται από τον πρώτο κατηγορούμενο. Για τους λόγους αυτούς Ι. Να αναιρεθεί το 101/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, κατ'αποδοχή της 1/2007 αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2 και ΙΙ. Να εισαχθεί η υπόθεση στο σύνολό της υπό την κρίση του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 17 Δεκεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Με τις από 26-6-2007 και 2-7-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, πλήττεται το υπ' αριθμ.101/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων με το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων παραπέμπεται να δικασθεί για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και ο δεύτερος για άμεση συνδρομή στην άνω πράξη. Με την αίτησή του ο Χ1 αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα 1) για τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 216 Π.Κ την οποία το Συμβούλιο εφάρμοσε 2) για τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος ως προς την συνδρομή των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν την περί παραπομπής κρίση του. Ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2 πλήττει το ίδιο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ εγκείμενη στο ότι α) ενώ κατόπιν αιτήματος του άνω συγκατηγορουμένου του, κάλεσε εκείνον (Χ1) ενώπιον αυτού (άρθρο 309 παρ.2), για την παροχή διασαφήσεων, στον ίδιο δε, υποχρεωτικώς κληθέντα κατά την άνω διάταξη, δεν επέτρεψε την εμφάνισή του και εκπροσώπησή του με πληρεξούσιο δικηγόρο την παράσταση του οποίου έκρινε απαράδεκτη και β) στην απορριπτική κατά τα άνω κρίση του χώρησε το συμβούλιο χωρίς προηγουμένως να ακούσει τον παριστάμενο εισαγγελέα. Στην προκείμενη περίπτωση, καθώς προκύπτει από την υποβληθείσα στο Συμβούλιο τούτο από 17-12-2007 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο προτείνων Εισαγγελέας, αντιμετωπίζει τους λόγους αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που προβάλλει ο αναιρεσείων Χ2 και προτείνει κατά παραδοχή αυτών την αναίρεση του βουλεύματος στο σύνολό του και για τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1, όμως, για τους λόγους αναιρέσεως του τελευταίου διαλαμβάνει ότι παρέλκει η έρευνα αυτών. Ενόψει τούτων και των ορισμών των άρθρων 32 παρ.1 και 138 παρ. 2,3 του Κ.Π.Δ οι οποίες για το κύρος του εκδιδόμενου βουλεύματος επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει το δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) να απόσχει να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή, κατά την νέα συζήτηση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τον παραπάνω λόγους αναιρέσεως και του αναιρεσείοντος Χ1, τους οποίους, άλλως, το δικαστήριο αδυνατεί να ερευνήσει, στην περίπτωση κατά την οποία ο εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2 ήθελε κριθεί αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 101/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί της αναφερομένης στο σκεπτικό αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου
  2. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.