← Ελλάδα

ΑΠ 1408/2017 — Αναιρέσεως παραδοχή, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1408 / 2017 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως παραδοχή, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Αναιρέσεις κατά αποφάσεως που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για σωματική βλάβη από αμέλεια εργαζομένου και για μη λήψη προστατευτικών μέτρων και μέτρων ασφαλείας για τους εργαζομένους. Δέχεται αναιρέσεις για εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αριθμός 1408/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων:

  1. Ε. Π. του Γ.,
  2. Θ. Ε. του Κ.,
  3. Κ. Π. του Μ., κάτοικοι ... από τους οποίους οι πρώτος και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Βελάκη και ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κογκαλίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1071/
  4. απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Mε πολιτικώς ενάγων τον Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 και 28 Δεκεμβρίου 2016 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
  5. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προσκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι, 1) η από 22-12-2016 αίτηση του Κ. Π. του Μ., η οποία κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Καβάλας με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...12-2016, 2) η από 28-12-2016 (με αρ. πρωτ. .../29-12-16) αίτηση - δήλωση του Ε. Π. του Γ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-12-2016 και 3) η από 28-12-2016 (με αρ. πρωτ. .../29-12-16) αίτηση -δήλωση του Θ. Ε. του Κ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-12-2016, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 1071/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας που δίκασε κατ’ έφεση, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ’ αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1 Φεβρουαρίου 2017 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα Ζ. Ι. του Αστυνομικού Τμήματος …, ο πολιτικώς ενάγων Γ. Π. του Ι. κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. ...25-1-2017 κλήση της, νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 155 παρ. 1 εδ. α’ και β’ και 166 του Κ.Ποιν.Δ., για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε καθόλου κατ’ αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά την εμφάνιση και νομότυπη παράσταση των αναιρεσειόντων, πρέπει να συζητηθούν σαν να ήταν παρών και ο πολιτικώς ενάγων, αφού ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο.3 Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται, να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, τη κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπόχρεου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω από τις διατάξεις του Ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ο οποίος ισχύει από 1Π Ιουλίου 2010 και οι διατάξεις του οποίου αντικατέστησαν τις όμοιες διατάξεις του Ν.1568/1985 (βλ. άρθρο δεύτερο -ακροτελεύτιο- παρ. 1 και 3 Ν.3850/2010), ορίζονται τα εξής. "Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία" (άρθρ.1 εδ. α). "Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα" (αρθρ. 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως: α) ... β) Εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση" (αρθρ. 3 παρ. 1 περ. β). "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας, σύμφωνα και με το άρθρο 12 παράγραφος 4" (αρθρ. 8 παρ. 1). "Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο. Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας: α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχείρησης" (αρθρ. 14). "Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, β) ... γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων ατυχημάτων, .... Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους" (αρθρ. 15 παρ. 1 περ. α’ και γ’ και 2 περ. α’ ). "Ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία, στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάσταση τους" (αρθρ. 31 παρ. 1). "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. Αν ο εργοδότης προσφεύγει σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή σε ΕΞ.ΥΠ.Π. για την ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό. Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας, του ιατρού εργασίας και των εκπροσώπων των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη. ... Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. Ο εργοδότης υποχρεούται: α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων, β)... γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ... στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, ... Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία, δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο," (αρθρ. 42 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 περ. α’ , γ’ και στ’ και 7 περ. α’ , β’ , γ’ και δ’ ). "Ο εργοδότης οφείλει: α) ... β) Να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί" (αρθρ. 43 παρ. 1 περ. β’ ). "Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας, για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων ευρώ (900,00 Ε) ή και με τις δύο αυτές ποινές. ... Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή" (αρθρ. 72 παρ. 1 εδ. α’ και γ’ ). Και "Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται τα μέτρα υγιεινής, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων, που πρέπει να λαμβάνονται για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου κατά ειδικές εργασίες, είδη εργασιών ή δραστηριότητες για την εφαρμογή του παρόντος κώδικα. Τα προεδρικά αυτά διατάγματα μπορεί να προβλέπουν και σταδιακή εφαρμογή των μέτρων που καθορίζουν" (αρθρ. 73 παρ. 1). Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Π.Δ. 16/1996, που εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 1989 και που καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας (αρθρ. 1 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 16/1996), ορίζεται ότι: "Οι χώροι εργασίας που έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 πρέπει να πληρούν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που περιέχονται στο παράρτημα II του άρθρου 10 του παρόντος διατάγματος, το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία αυτή" και στο άρθρο 10 παράρτημα II ορίζονται, μεταξύ άλλων, "
  6. Προστασία από πτώσεις και πτώση αντικειμένων - Ζώνες κινδύνου 13.
  7. θέσεις εργασίας, διάδρομοι, εξέδρες, πλατύσκαλα, πεζογέφυρες, κεκλιμένα επίπεδα και κάθε άλλο δάπεδο που έχουν πρόσβαση οι εργαζόμενοι και που βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του 0.75 μέτρα πρέπει να έχει σε κάθε ελεύθερη πλευρά προστατευτικό έναντι πτώσης προπέτασμα. Το προστατευτικό προπέτασμα πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστον 1.00 μέτρο από το δάπεδο, να είναι συμπαγές στηθαίο ή κιγκλίδωμα με χειρολισθήρα (κουπαστή), θωράκιο (σοβατεπί) ύψους τουλάχιστον 0.15 μέτρα και ράβδο μεσοδιαστήματος ή αντ’ αυτής να έχει πλέγμα ή άλλη κατάλληλη κατασκευή που να μην επιτρέπει την διαμέσου χειρολισθήρα και θωρακίου πτώση εργαζομένου. ...
  8. Εξωτερικοί χώροι εργασίας (ιδιαίτερες διατάξεις)... 23.
  9. περ. δ’ Εφόσον οι εργαζόμενοι απασχολούνται σε εξωτερικές θέσεις εργασίας, αυτές πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εργαζόμενοι: α) ... δ) Να μην κινδυνεύουν να γλιστρήσουν ή να πέσουν" και στο άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ. 2 ότι "Σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/94", το οποίο άρθρο 25 του Ν. 2224/94 ορίζει, όπως και το προαναφερθέν άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 3850/2010 που το αντικατέστησε (βλ. άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν.3850/2010), ότι "Κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων από αμέλεια οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός

(1)έτους ή με χρηματική ποινή". Ακόμη, από το Π.Δ. 395/1994, που εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ, ορίζεται στο άρθρο 9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι αριθ. 2.23 ότι: "Για την εκτέλεση των εργασιών παραγωγής, ρύθμισης και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν ασφαλή πρόσβαση και παραμονή σε όλα τα σημεία όπου χρειάζεται". Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις και κυρίως από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 εδ. α και γ του Ν. 3850/2010, αλλά και από τις διατάξεις των άρθρων 25 του Ν. 2224/1994 και 12 παρ. 2 του Π.Δ.16/1996 που ίσχυαν πριν καταργηθούν από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 3850/2010, ποινική ευθύνη για την παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της, έχει μόνον ο εργοδότης, δηλαδή το πρόσωπο που συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση και όταν αυτό είναι νομικό πρόσωπο, το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που το διευθύνουν και το διοικούν και έχουν την ευθύνη για την επιχείρηση του, όπως είναι επί νομικού προσώπου ανώνυμης εταιρείας ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και όχι και ο τεχνικός ασφάλειας της επιχειρήσεως που εργάζονται οι εργαζόμενοι, ο οποίος, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 3850/2010, επιβλέπει και ελέγχει την εφαρμογή και την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων, ο οποίος ευθύνεται ποινικά μόνον για σωματική βλάβη ή θάνατο που προκλήθηκε από αμέλεια του κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε εργαζόμενο στην επιχείρηση. Μάλιστα και η ποινική ευθύνη του εργοδότη για την παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της, αν μεν αυτή οφείλεται σε δόλο του τιμωρείται αυστηρότερα με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι
(6)μηνών μέχρι πέντε
(5)έτη και χρηματική ποινή τουλάχιστον 900 ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές, αν δε αυτή οφείλεται σε αμέλεια του τιμωρείται ελαφρότερα με ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός
(1)έτους ή με χρηματική ποινή ( αρθρ. 72 παρ. 1 εδ. α και γ του Ν. 3850/2010). Τέλος, με το άρθρο 8 παρ. 3.α. του Ν. 4198/2013, που ισχύει από 11-10-2013 (βλ. αρθρ. 10 Ν. 4198/2013), ορίζεται ότι: "Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’ αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη". Έτσι, ο εργοδότης που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της και που τιμωρείται με φυλάκιση από 6 μήνες μέχρι πέντε έτη δεν εμπίπτει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3.α. του Ν. 4198/2013 περί υφ’ όρον παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως του, ενώ ο εργοδότης που παραβαίνει από αμέλεια τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότηση της και που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος εμπίπτει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3.α. του Ν. 4198/2013 περί υφ’ όρον παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως του και εφόσον τέλεσε την πράξη του μέχρι 31-8-2013, παραγράφεται το αξιόποινο της πράξεως του υπό τον όρο ότι δεν θα υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του Ν. 4198/2013 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, οπότε συνεχίζεται η εναντίον του ποινική δίωξη που έπαυσε λόγω της υφ’ όρον παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε ενόχους όλους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο και της αξιόποινης πράξης της παραβάσεως του άρθρου 9 παράρτημα Ι περ. 2.23 του Π.Δ. 395/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2224/1994 και τους πρώτο και δεύτερο από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, δηλαδή τον Κ. Π. και Ε. Π., ενόχους και της παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 13.1 και 23.5δ παραρτήματος II του Π.Δ. 16/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2224/1994 και αφού αναγνώρισε σε όλους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους το ελαφρυντικό του προτέρου έντιμου βίου, καταδίκασε τον καθένα αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)μηνών για την σωματική βλάβη από αμέλεια και σε φυλάκιση τεσσάρων
(4)μηνών για κάθε μία από τις άλλες αξιόποινες πράξεις που τους έκρινε ενόχους και επέβαλε κατά συγχώνευση στον καθένα από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες Κ. Π. και Ε. Π. συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών και στον τελευταίο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Θ. Ε. συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε ως προς όλους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του το δίκασαν δικαστήριο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ’ είδος στην προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, τις απολογίες των κατηγορούμενων, αλλά και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τις απογευματινές ώρες της 18-12-2010, στη ... στην επιχείρηση με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία ασχολείται με την παραγωγή και επεξεργασία υδρογονανθράκων, της οποίας ο πρώτος κατηγορούμενος, Κ. Π. του Μ., τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Π. του Γ., πρόεδρος του Δ. Σ. αυτής και ο τέταρτος κατηγορούμενος Θ. Ε. του Κ., τεχνικός ασφαλείας της ιδίας εταιρείας, ο πολιτικώς ενάγων Γ. Π. του Ι., εργαζόμενος στις εγκαταστάσεις πετρελαίου αυτής ως χειριστής παραγωγής, έλαβε εντολή από το θάλαμο ελέγχου να μεταβεί στη μονάδα θείου για να ρυθμίσει χειροκίνητα βάνα που αφορούσε την παροχή αέρα. Η συγκεκριμένη βάνα από την έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου το έτος 1981 ρυθμιζόταν αυτόματα, αλλά τους τελευταίους δύο μήνες ρυθμιζόταν χειροκίνητα λόγω μείωσης των ροών πετρελαίου. Έτσι σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ανέβηκε μέσω σκάλας σε πατάρι ύψους τεσσάρων
(4)μέτρων και μετά σε σωλήνα που βρισκόταν σε ύψος πενήντα
(50)εκατοστών πάνω από το πατάρι διατομής δεκαπέντε
(15)εκατοστών με μόνωση που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού και βρέθηκε στην εξωτερική πλευρά του παταριού έμπροσθεν της βάνας, προκειμένου να ρυθμίσει αυτή (βάνα), η οποία ήταν στραμμένη προς την εξωτερική πλευρά του παταριού, στηριζόμενος με την πλάτη του σε μεταλλικό σωλήνα πάχους δύο
(2)ιντσών που βρισκόταν σε ύψος 1,5 μέτρων από την επιφάνεια του παταριού. Σημειωτέον ότι ο πολιτικώς ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, δεν προέβαιναν σε ρύθμιση της βάνας χειροκίνητα, η οποία γινόταν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του ωραρίου τους, από την εσωτερική πλευρά του παταριού καθόσον από τη θέση αυτή οι ενδείξεις ήταν αντίστροφες και δυσχέραιναν αυτούς στο χειρισμό της βάνας αλλά από την εξωτερική πλευρά προκειμένου ευκολότερα να ρυθμίζουν αυτή (βάνα). Επίσης προέβαιναν σε χειρισμό της βάνας όχι με βανόκλειδο, το οποίο ήταν μεγάλο και δύσχρηστο, αλλά με μικρό κάβουρα, προκειμένου με λεπτούς χειρισμούς να επιτύχουν ακριβή ρύθμιση αυτής. Στο σημείο αυτό μόλις ο πολιτικώς ενάγων έβγαλε από τη τσέπη του μικρό κάβουρα προκειμένου να ρυθμίσει τη βάνα, υποχώρησε ο μεταλλικός σωλήνας (τσέρκι) στον οποίο στηριζόταν με την πλάτη του, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο έδαφος από ύψος τεσσάρων
(4)μέτρων. Από τη πτώση του αυτή, ο πολιτικώς ενάγων υπέστη κάταγμα του 8ου θωρακικού σπονδύλου λόγω πτώσεως εξ ύψους μετά συνοδού τραυματισμού του νωτιαίου μυελού, επιπλοκή από λοίμωξη της μήνιγγος, θλάση πνευμόνων, διενεργηθείσα χειρουργική επέμβαση αποσυμπιέσεως του μυελού διά επεκτάσεως της αρχικής πεταλεκτομής, διενεργηθείσης σπονδυλοδεσίας και τοποθετήσεως οστικού αλλομοσχεύματος, παραπληγία από τη μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από τη μέση και κάτω και φυσικά των άκρων, υποδόριο οίδημα κατά το δεξιό κάτω άκρο άνευ θρομβώσεως. Σημειωτέον ότι το πατάρι πάνω στο οποίο βρισκόταν η βάνα δεν διέθετε στην εξωτερική του πλευρά προστατευτικό προπέτασμα. Επομένως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, με τις ανωτέρω ιδιότητες τους, επέτρεψαν στον πολιτικώς ενάγοντα να πάει στη μονάδα του θείου και να ρυθμίσει χειροκίνητα βάνα για παροχή αέρα ανεβαίνοντας σε πατάρι ύψους τεσσάρων
(4)μέτρων, χωρίς να έχουν λάβει όλα τα προστατευτικά μέτρα για να μπορεί να εκτελεστεί η ως άνω εργασία με ασφάλεια, καθώς, παρά το γεγονός ότι ο ως άνω πολιτικώς ενάγων εκτελούσε επικίνδυνη εργασία, δεν φρόντισαν για την ασφαλή παραμονή του στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος από πτώση ήταν ορατός και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε το πιο πάνω αναφερόμενο πατάρι να διαθέτει και σε εκείνο το τμήμα του που χρησιμοποιούνταν για τη χειροκίνητη ρύθμιση της βάνας προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, με αποτέλεσμα αυτός (πολιτικώς ενάγων) για να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση, που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού, και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό, για να φτάσει την βάνα, να ακουμπήσει σε έναν οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 2 ιντσών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει ο σωλήνας από τη στήριξη του και ο παθών πριν προλάβει να αντιδράσει να πέσει και να βρεθεί στο έδαφος κατά παράβαση των άρθρων 9 παρ. 2.23 παραρτ. ΠΔ 395/1994 και αρθρ. 9 παρ. 13.1 σε συνδ. παρ.23.5δ’ παραρτ. II ΠΔ 16/
  1. Επίσης και ο τέταρτος κατηγορούμενος ως τεχνικός ασφαλείας της επιχείρησης στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η τακτική επιθεώρηση των θέσεων εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, η αναφορά στη διοίκηση οποιασδήποτε παράλειψης των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και οι προτάσεις προς αυτή για λήψη μέτρων ασφαλείας, παρά το γεγονός ότι με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης παροχής αέρα με χειροκίνητη βάνα, γνώριζε για τον κίνδυνο πτώσης από το σημείο του παταριού που δεν είχε προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης δεν ενημέρωσε τη διοίκηση για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας, προκειμένου να ληφθούν όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία μέτρα (τοποθέτηση κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο) κατά παράβαση του άρθρου 48 παρ.1, 2δ Ν.3850/
  2. Το γεγονός ότι είχαν γίνει οι σχετικοί έλεγχοι και είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά ασφαλούς λειτουργίας από ελεγκτικούς μηχανισμούς δεν αναιρεί την ευθύνη του πρώτου των κατηγορουμένου, ο οποίος παρά το γεγονός ότι κατά το τελευταίο δίμηνο προ του ατυχήματος λάμβανε χώρα η διαδικασία χειροκίνητης ρύθμισης της βάνας, δεν προέβλεψε τη δυνατότητα κινδύνου για τους εργαζόμενους από τη χρήση της νέας θέσης εργασίας, απορριπτόμενου του ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Όσον αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο, αντιπρόεδρο του Δ. Σ. της εταιρείας, αυτός δεν υπέχει ποινική ευθύνη καθόσον κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν αναπλήρωνε τον πρόεδρο του Δ.Σ., ο οποίος εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 του κωδικοποιημένου της εταιρείας, τον πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος. Τέλος, αποδείχτηκε ότι η ανωτέρω εταιρεία δια του διευθυντή του εργοστασίου της προέβη σε αναγγελία εργατικού ατυχήματος στο ΣΕΠΕ την Δευτέρα 20-12-2010.Δεν ήταν δε δυνατό το ατύχημα να αναγγελθεί εντός 24ωρου στο ΣΕΠΕ καθόσον έλαβε χώρα απογευματινές ώρες του Σαββάτου 18-12-2010 και η ανωτέρω υπηρεσία κατά τις ημέρες και ώρες του Σαββατοκύριακου δεν είναι ανοιχτή στο κοινό και επομένως δεν υπήρξε πρόθεση των τριών πρώτων κατηγορουμένων να μην προβούν σε αναγγελία εντός 24ωρου από την τέλεση του εργατικού ατυχήματος και επομένως για την πράξη αυτή (υπό στοιχείο 2) πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των κατηγορουμένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της σωματικής βλάβης από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, της παράβασης του άρθρου 9 παρ. 2.23 παραρτ. ΠΔ 395/1994,48 παρ. 1,2δ Ν.3850/2010 και αρθρ. 9 παρ. 13.1 σε συνδ. παρ. 23.5δ’ παραρτ. II ΠΔ 16/1996 σε συνδ. με αρθ. 25παρ.1α’ Ν.2224/1994, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος αθώος αυτών". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, επί λέξει, ως εξής: " Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο (Π. Κ. του Μ.), τον 2° κατηγορούμενο (Π. Ε. του Γ.) και τον 4° κατηγορούμενο (Ε. Θ. του Κ.) ένοχους για την 1η και 3η πράξη, ήτοι του ότι: 1) την 18-12-2010, στη ... και συγκεκριμένα στην επιχείρηση με την επωνυμία "... Α.Ε.", από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις λόγω του επαγγέλματος τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και προκάλεσαν σωματική βλάβη σε άλλο άτομο. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Κ. Π. του Μ., ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Π. του Γ., ως πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ο τέταρτος κατηγορούμενος Θ. Ε. του Κ., ως τεχνικός ασφαλείας της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις λόγω του επαγγέλματος τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και προκάλεσαν σωματική βλάβη στον Γ. Π. του Ι., χειριστή παραγωγής στην ως άνω εταιρεία και συγκεκριμένα ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων επέτρεψαν στον παθόντα, Γ. Π. του Ι., να πάει στη μονάδα του θείου και να ρυθμίσει με χειροκίνητη βάνα την παροχή αέρα ανεβαίνοντας σε πατάρι ύψους 4 μέτρων, χωρίς να έχουν ληφθεί όλα τα προστατευτικά μέτρα για να μπορεί να εκτελεστεί η ως άνω εργασία με ασφάλεια, καθώς παρά το γεγονός ότι ο ως άνω παθών εκτελούσε επικίνδυνη εργασία, δεν φρόντισαν για την ασφαλή παραμονή του ως άνω εργαζομένου - παθόντα στη συγκεκριμένη θέση εργασίας, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος από πτώση ήταν ορατός και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε το πιο πάνω αναφερόμενο πατάρι να διαθέτει και σε εκείνο το τμήμα προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, με αποτέλεσμα ο παθών για να φτάσει στη χειροκίνητη βάνα, να πατήσει πάνω σε οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών με μόνωση, που διέρχεται παράλληλα με το άκρο του παταριού, και με την πλάτη γυρισμένη στο κενό, για να φτάσει την βάνα, να ακουμπήσει σε έναν οριζόντιο σωλήνα παροχής αέρα, διαμέτρου 5 εκατοστών, που υπήρχε σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, να υποχωρήσει ο σωλήνας από τη στήριξη του και ο παθών πριν προλάβει να αντιδράσει να πέσει και να βρεθεί στο έδαφος και να υποστεί από την πτώση του αυτή, κάταγμα του 8ου θωρακικού σπονδύλου λόγω πτώσεως εξ ύψους μετά συνοδού τραυματισμού του νωτιαίου μυελού, επιπλοκή από λοίμωξη της μήνιγγος, θλάση πνευμόνων, διενεργηθείσα χειρουργική επέμβαση αποσυμπιέσεως του μυελού δια επεκτάσεως της αρχικής πεταλεκτομής, διενεργηθείσης σπονδυλοδεσίας και τοποθετήσεως οστικού αλλομοσχεύματος, παραπληγία από τη μεσότητα του κορμού και κάτω με πλήρη έκπτωση της κινητικής και αισθητικής λειτουργίας από τη μέση και κάτω και φυσικά των άκρων, υποδόριο οίδημα κατά το δεξιό κάτω άκρο άνευ θρομβώσεως, ενώ ο τέταρτος των κατηγορουμένων με αφορμή την αλλαγή της διαδικασίας ρύθμισης παροχής αέρα με χειροκίνητη βάνα παρά το γεγονός ότι γνώριζε για τον κίνδυνο πτώσης από το σημείο του παταριού που δεν είχε προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης δεν ενημέρωσε τη διοίκηση για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η νέα θέση εργασίας προκειμένου να ληφθούν όλα τα προαναφερθέντα αναγκαία μέτρα (τοποθέτηση κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο). 2) Στη ..., στις 18-12-2010, δεν έλαβαν τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων σε πατάρι ύψους τεσσάρων
(4)μέτρων στο όπου βρισκόταν βάνα ρυθμιζόμενη χειροκίνητα, στην οποία ο κίνδυνος ατυχήματος από πτώση ήταν ορατός και συγκεκριμένα το πατάρι δεν διέθετε και σε εκείνο το τμήμα προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέτρο". Και " Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο (Π. Κ. του Μ.) και τον 2° κατηγορούμενο (Π. Ε. του Γ.) ένοχους για την 4η πράξη, ήτοι του ότι: Ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Κ. Π. του Μ. και Ε. Π. του Γ., στη ..., στις 18-12-2010, ως εργοδότες, δεν εξασφάλισαν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Κ. Π. του Μ., ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Π. του Γ., ως πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών ρύθμισης με χειροκίνητη βάνα της παροχής αέρα στη μονάδα του θείου, που θα απέτρεπαν τον κίνδυνο πτώσης κάθε εργαζομένου σε αυτό και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε το πατάρι να διαθέτει και σε εκείνο το τμήμα της βάνας προστατευτικό προπέτασμα έναντι πτώσης (κουπαστή- ράβδο μεσοδιαστήματος) με επαρκές ύψος ή άλλο ισοδύναμο μέσο, ώστε να είναι ασφαλής η πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων στη συγκεκριμένη θέση εργασίας". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, αφενός μεν κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 1 εδ. α’ και γ’ του Ν. 3850/2010, αλλά και της όμοιας διατάξεως του άρθρου 25 του Ν.2224/1994 που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και που είχε καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν. 3850/2010, κήρυξε ένοχο και καταδίκασε και τον τρίτο αναιρεσείοντα και τεχνικό ασφαλείας Θ. Ε. για το ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων σε πατάρι ύψους τεσσάρων
(4)μέτρων, αφού όπως προαναφέρθηκε για τη μη λήψη των μέτρων προστασίας και ασφάλειας των εργαζομένων που ορίζονται από το νόμο ευθύνονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 72 του Ν. 3850/2010, που καθιερώνουν ιδιαίτερα εγκλήματα, κάθε εργοδότης, καθώς και κάθε κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής και όχι και ο τεχνικός ασφαλείας της επιχειρήσεως, αφετέρου δε δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αλλά η αιτιολογία της περιέχει ασάφειες, ελλείψεις και λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 του Π.Κ., 72 παρ. 1 εδ. α’ και γ’ του Ν. 3850/2010, αλλά και της όμοιας διατάξεως του άρθρου 25 του Ν.2224/1994 που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και που είχε καταργηθεί με το άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν. 3850/2010, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3.α. του Ν. 4198/2013. Ειδικότερα, ως προς την σωματική βλάβη από αμέλεια, ενώ δέχεται ότι την τέλεσαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, οι δύο πρώτοι, Δ/νων Σύμβουλος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας στην οποία εργαζόταν ο παθών, παραλείποντας να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που ως εργοδότες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν με βάση τους προαναφερθέντες επιτακτικούς κανόνες και συγκεκριμένα παραλείποντας να τοποθετήσουν προστατευτικό προπέτασμα (κουπαστή-ράβδο μεσοδιαστήματος) στο κατάλληλο ύψος που να αποτρέπει την πτώση των εργαζομένων από το πατάρι, το οποίο πατάρι δέχεται ότι αποτελούσε τη θέση εργασίας για τη ρύθμιση με βανόκλειδο της βάνας παροχής αέρα χειροκίνητα και ο τρίτος, τεχνικός ασφάλειας της επιχειρήσεως, παραλείποντας να ασκήσει τα καθήκοντα του ως τεχνικός ασφάλειας για να διαπιστώσει και να ενημερώσει τους ως άνω εργοδότες, όπως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο από τους προαναφερθέντες επιτακτικούς κανόνες, για το ότι έπρεπε για την ασφάλεια των εργαζομένων και την προστασία τους να τοποθετηθεί προστατευτικό προπέτασμα (κουπαστή-ράβδος μεσοδιαστήματος) στο κατάλληλο ύψος που να αποτρέπει την πτώση των εργαζομένων από το πατάρι, ταυτόχρονα, εντελώς αντιφατικά, δέχεται και ότι ο παθών εργαζόμενος δεν έπεσε από το πατάρι εξαιτίας του ότι έλειπε και δεν είχε τοποθετηθεί προστατευτικό προπέτασμα (κουπαστή-ράβδος μεσοδιαστήματος) στο κατάλληλο ύψος που να αποτρέπει την πτώση των εργαζομένων από αυτό, αλλά από έναν οριζόντιο σωλήνα με μόνωση, που βρισκόταν έξω από το πατάρι και διερχόταν παράλληλα με αυτό, διαμέτρου 15 εκατοστών, στον οποίο ανέβηκε με την πλάτη γυρισμένη στο κενό και ακουμπώντας με αυτήν σε έναν άλλο οριζόντιο σωλήνα διαμέτρου πέντε εκατοστών (2 ιντσών) που βρισκόταν και αυτός εκτός παταριού και σε ύψος περίπου 1,5 μέτρου από το πατάρι, ο οποίος υποχώρησε, με συνέπεια να πέσει αυτός από το σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών στον οποίο είχε ανέβει και πατούσε για να ρυθμίσει τη βάνα παροχής αέρα, δεχόμενο επίσης ότι ο παθών, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, προς διευκόλυνση του, δεν ρύθμιζε την βάνα παροχής αέρα από το πατάρι με βανόκλειδο, επειδή το βανόκλειδο είναι βαρύ και οι ενδείξεις της βάνας από το πατάρι φαινόντουσαν ανάποδα, αλλά με μικρό κάβουρα βγαίνοντας από το πατάρι και ανεβαίνοντας και πατώντας πάνω στον σωλήνα διαμέτρου 15 εκατοστών που διερχόταν εκτός παταριού, σε ύψος 50 εκατοστών απ’ αυτό και παράλληλα μ’ αυτό, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει αν οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι η ρύθμιση της βάνας χειροκίνητα γινόταν όχι από το πατάρι με βανόκλειδο, αλλά και με τον ως άνω αναφερόμενο τρόπο προς διευκόλυνση των εργαζομένων και παρά ταύτα το επέτρεπαν, αλλ’ ούτε και αν η τοποθέτηση στο πατάρι προστατευτικού προπετάσματος (κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος) στο κατάλληλο ύψος θα εμπόδιζε τους εργαζομένους να ανεβαίνουν στο σωλήνα που βρισκόταν έξω και παράλληλα με το πατάρι για να ρυθμίζουν ευκολότερα τη βάνα παροχής αέρα με κάβουρα και θα τους ανάγκαζε να την ρυθμίζουν με βανόκλειδο από το πατάρι, που ήταν και η θέση εργασίας για τη ρύθμιση της, για να κριθεί αν δέχεται ότι το αποτέλεσμα της πτώσης και της σωματικής βλάβης του παθόντος τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψη των κατηγορουμένων να μεριμνήσουν για την τοποθέτηση στο πατάρι προστατευτικού προπετάσματος (κουπαστής-ράβδου μεσοδιαστήματος). Επίσης και ως προς τα πλημμελήματα της μη λήψεως των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων προστασίας και ασφάλειας των εργαζομένων από μέρους των δύο πρώτων αναιρεσειόντων Κ. Π., Διευθύνοντος Συμβούλου της εργοδότριας εταιρείας και Ε. Π., Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, που είχαν την ευθύνη για την επιχείρηση της εργοδότριας και για τις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεως της και κατά το νόμο θεωρούνται εργοδότες (βλ. αρθρ. 3 παρ. 1 περ. β Ν. 3850/2010), η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει στην αιτιολογία της ασάφεια και έλλειψη, αφού δεν προσδιορίζει και δεν διασαφηνίζει αν τα ως άνω πλημμελήματα τέλεσαν οι ως άνω δύο πρώτοι αναιρεσείοντες με πρόθεση ή από αμέλεια, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του αν ορθά το δίκασαν δικαστήριο εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 1 εδ. α’ και γ’ του Ν. 3850/2010 (όμοιο με το προϊσχύσαν άρθρο 25 του Ν. 2224/1994) και 8 παρ. 3.α. του Ν. 4198/2013 και τους καταδίκασε ή αν αυτό έπρεπε να παύσει την ποινική δίωξη εναντίον τους λόγω παραγραφής του αξιοποίνου τους υφ’ όρον και υπερέβη την εξουσία του καταδικάζοντας τους. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου ως προς την καταδίκη του τρίτου αναιρεσείοντος Θ. Ε. για το πλημμέλημα της μη λήψεως των καταλλήλων προστατευτικών μέτρων για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή των εργαζομένων σε πατάρι ύψους τεσσάρων
(4)μέτρων και της ελλείψεως πλήρους ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερήσεως νομίμου βάσεως ως προς την καταδίκη όλων των αναιρεσειόντων για τα υπόλοιπα πλημμελήματα είναι βάσιμοι, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων των συνεκδικαζόμενων αναιρέσεων, πρέπει αυτές να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Ποιν.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι, 1) την από 22-12-2016 αίτηση του Κ. Π. του Μ., η οποία κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Καβάλας με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...12-2016, 2) την από 28-12-2016 (με αρ. πρωτ. .../29-12-16) αίτηση - δήλωση του Ε. Π. του Γ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-12-2016 και 3) την από 28-12-2016 (με αρ. πρωτ. .../29-12-16) αίτηση - δήλωση του Θ. Ε. του Κ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-12-2016. Δέχεται τις συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις. Αναιρεί ως προς όλους τους αναιρεσείοντες την 1071/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2017. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.