Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1413 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια, Ληστεία, Οργάνωση εγκληματική. Περίληψη: Δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση ο μη διάδικος στην έκκλητη δίκη. Οι εγκληματικές πράξεις που τελούνται από τρομοκράτες δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα. Η δημοσιότητα της δίκης δεν καταλύεται από τη διεξαγωγή της στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού και από τον προληπτικό έλεγχο των προσερχόμενων ακροατών, για λόγους ασφαλείας. Η ειδική διαδικασία κλήρωσης των συνθέσεων επί σοβαρών υποθέσεων που θα διαρκέσουν πολύ χρόνο δεν καταλύει την αρχή του φυσικού δικαστή. Αμερόληπτος δικαστής και τεκμήριο αθωότητας. Διάθεση αναγκαίων ευκολιών προς υπεράσπιση. Εγκληματική οργάνωση, πληρότητα περιγραφής της πράξεως συμμετοχής σ' αυτήν και κύρος της κλήσεως στο ακροατήριο. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν καταλύεται από την έλλειψη εκπροσώπησης κατηγορουμένου από συνήγορο διορισμένο εξ επαγγέλματος, μετά την εκούσια αποχώρησή του από τη διαδικασία, όταν αυτός αρνείται επίμονα να αποδεχθεί τους διοριζόμενους. Ομοίως, δεν καταλύεται από την παροδική στέρηση της δυνατότητας να εκπροσωπηθεί από συνήγορο της επιλογής του, εν όψει της προηγούμενης στάσης του κατηγορουμένου και της συνολικής διάρκειας της δίκης. Επαρκής αναφορά στα αποδεικτικά μέσα προς διαμόρφωση των επί της ουσίας παραδοχών. Προϋποθέσεις αποδεικτικής αξιοποίησης της απολογίας συγκατηγορουμένου, χωρίς την παροχή δυνατότητας εξέτασής του από τους κατηγορουμένους που επιβαρύνει. Δικαιώματα κατηγορουμένου στην προδικασία και αιτιολογία ως προς το κύρος και την αποδεικτική αξιοποίηση προανακριτικών και ανακριτικών απολογιών. Για το παραδεκτό του αναιρετικού λόγου εκ της αποδεικτικής αξιοποίησης απολογιών συγκατηγορουμένων, των οποίων το κύρος αμφισβητήθηκε, πρέπει αναφέρονται οι περιστάσεις που οδήγησαν στην ακυρότητα και τα σημεία που ενοχοποιούν τον αναιρεσείοντα. Δικαίωμα εξετάσεως μαρτύρων υπερασπίσεως και δίκαιη δίκη. Σύννομη η μη ανάγνωση ιδιωτικής γραφολογικής έκθεσης, που προσκομίσθηκε μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας. Συνοπτική απαγγελία αιτιολογιών στο ακροατήριο, η εκ των υστέρων σύνταξη εκτενών γραπτών αιτιολογιών δεν συνιστά πλαστότητα των πρακτικών. Εγκληματική οργάνωση, αιτιολογία ως προς τον ιδρυτικό ρόλο, την ένταξη και την παραμονή των κατηγορουμένων σ' αυτήν. Ηθική αυτουργία στην τέλεση πράξεων τρομοκρατίας, μορφές εκδήλωσης και αιτιολογία ως προς την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου. Μη χειροτέρευση της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου από παραδοχές που συμπληρώνουν ή διορθώνουν την περιγραφή της πράξεως, χωρίς να μεταβάλλουν την ταυτότητά της. Αιτιολογία σε έφεση εισαγγελέως. Ανθρωποκτονία και ληστεία, άμεση και απλή συνέργεια. Μαρτυρία συγκατηγορουμένου, προϋποθέσεις εφαρμογής ΚΠΔ 211Α. Προηγούμενος έντιμος βίος, περιστατικά που αξιολογούνται. Επαρκής αιτιολογία ως προς επιμέτρηση ποινών, κατά ΠΚ
- Απόπειρα και ενδεχόμενος δόλος, ενδείκτες διερεύνησης της συνδρομής του βουλητικού στοιχείου. Μέτρα επιείκειας υπέρ συνεργαζόμενων τρομοκρατών, έννοια "εξάρθρωσης" της εγκληματικής οργάνωσης. Εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει κατά το χρόνο εκδήλωσης της διάθεσης προς συνεργασία. Κατά τη μειοψηφία, εφαρμόζεται ο ηπιότερος νόμος, από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης του 7ου αναιρεσείοντα. Απορρίπτει ως αβάσιμες τις αιτήσεις των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου και 8ου αναιρεσειόντων. Δέχεται εν μέρει τις αιτήσεις των 5ου και 6ου αναιρεσειόντων ως προς την εφαρμογή των διατάξεων περί επιεικείας. Αναιρεί τις 1199/2007 και 1301/2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου επί των ελαφρυντικών και της αναστολής της ποινής μόνο ως προς τους 5ο και 6ο αναιρεσείοντες περί εφαρμογής μέτρων επιεικείας καθώς και τις 1265/2007 και 1299/2007 απόφαση για επιμέτρηση ποινής και τον καθορισμό εκτιτέας ποινής ως προς τους 5ο και 6ο αναιρεσείοντες. Παραπέμπει ως προς το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει ως αβάσιμες κατά τα λοιπά τις αιτήσεις των 5ου και 6ου των αναιρεσειόντων. ΑΡΙΘΜΟΣ 1413/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού) και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίες στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
- Χ1 κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά.
- X2, κατοίκου ..., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ουρανίας Καραμπλιάνη, Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου και Δημητρίου Λούβρη.
- Χ5, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στις Γυναικείες Φυλακές ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιπποκράτη Μυλωνά.
- X6 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αναστασίας Χριστοδουλοπούλου.
- Χ7, κρατουμένου στο Νοσοκομείο της Δικαστικής Φυλακής ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πρωτέκδικου.
- Χ8, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Κουνέλη.
- Χ3 , κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γερασιμούλας Σιμωνετάτου.
- Χ4, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Φραγκίσκου Ραγκούση και Νικολάου Μαυρομάτη. Επίσης, για να δικάσει και τους πρόσθετους λόγους, που κατέθεσαν εμπροθέσμως με αυτοτελές δικόγραφο οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους ως άνω αναιρεσείοντες. Με συγκατηγορουμένους τους:
- Φ1,,
- Φ2,
- Φ3,
- Φ4,
- Φ5,
- Φ7,
- Φ8,
- Φ6,
- Φ
- Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
- Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
- ...., κάτοικο Η.Π.Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή.
- Ψ2,
- Ψ3, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., χήρα Θ1, κάτοικο Μεγάλης Βρετανίας, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- Ψ4,
- Ψ5, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., κάτοικο ...Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- Ψ7, που δεν παραστάθηκε.
- ..., ατομικώς και για λογαριασμό ανήλικης κόρης, κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Γιαννίδη και Αριστομένη Τζαννετή.
- ..., χήρα Θ2, κάτοικο ....Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- Ψ8, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
- ..., κάτοικο Η.Π.Α. που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- Ψ9,
- Ψ10,
- Σ1,
- Ψ11,
- Ψ12,
- Ψ13,
- Ψ16 θυγατέρα Θ5,
- Ψ14, που δεν παραστάθηκαν.
- ...θυγατέρα Θ6, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- Ψ17,
- Ψ18 χήρα Θ7,
- Ψ6,
- Ψ27 χήρα Θ8,
- Ψ19,
- Ψ20, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
- Θ9, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη. 32.Ψ21,
- Ψ22 ...,
- Ψ23, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
- ... κάτοικο Αθηνών, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδιαμάντη.
- Θ11 ,
- Ψ25,
- Ψ28 θυγατέρα. Θ8, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
- ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελάκη.
- ...., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- Ψ24 χήρα Θ10, κάτοικο ...,
- ...χήρα Θ5,
- Θ12,
- Ψ26 θυγατέρα Θ5, που δεν παραστάθηκαν.
- ...., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
- Ψ15 χήρα Θ4,
- Ψ29,
- Ψ30, που δεν παραστάθηκαν.
- ...πρώην χήρα Θ6, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- Ψ31,
- Ψ33, κάτοικο ...,
- Ψ32,
- Ψ34,
- Ψ35, κάτοικο ...,
- Ψ36,
- Θ3,
- Ψ37,
- Ψ38, κάτοικο ...,
- Ψ39, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Τζούλη.
- Ψ40, που δεν παραστάθηκε.
- ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- Ψ41, που δεν παραστάθηκε.
- Ν.Π.Δ.Δ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΕΛΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Καπετανάκη.
- Ψ43,
- Ψ44, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθερίου Μοίρα.
- ..., κάτοικο ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Νεκταρίας Μυγιάκη.
- Ψ45, κάτοικο ...., που δεν παραστάθηκε.
- ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
- ..., που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστομένη Τζανετή και Ιωάννη Γιαννίδη.
- Ψ46,
- Ψ47,
- Ψ48, κάτοικος ....
- ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ...ΑΕ, όπως εκπροσωπείται νομίμως.
- Ψ49, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
- Θ14,
- Ψ50, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
- Ψ52, που δεν παραστάθηκε.
- ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
- Ψ42,
- Ψ53 κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
- Ψ51, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Τριανταφύλλου.
- Ψ54,
- Ψ55, που δεν παραστάθηκαν.
- ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη.
- Ψ56, που δεν παραστάθηκε.
- ..., κάτοικο ..., Η.Π.Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Αναγνωστόπουλου.
- Ψ57,
- Ψ58,
- Ψ59 και
- ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση των αποφάσεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19-6-2008 δηλώσεις αναιρέσεως και στα συναφή δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/
- Η συζήτηση συνεχίσθηκε κατά την 21η, 22α, 23η, 26η και 27η Οκτωβρίου 2009 και κατά τη διάρκειά της εκδόθηκαν οι παρεμπίπτουσες 2015 και 2016/20-10-2009 αποφάσεις του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ανέπτυξαν τους προτεινόμενους λόγους και ζήτησαν την παραδοχή τους, τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων εκ των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν την απόρριψη των δηλώσεων αναιρέσεως και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε την παραδοχή των δηλώσεων μόνο ως προς την αναγνώριση μέτρων επιείκειας και την απόρριψή τους κατά τα λοιπά. Μετά τη δευτερολογία όσων από τους πληρεξουσίους των αναιρεσειόντων υπέβαλαν σχετικό αίτημα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠοινΔ. Κατά το άρθρο 515 παρ.1 ΚΠοινΔ, εάν η συζήτηση αναβληθεί σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή, χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήσαν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' ΚΠοινΔ, εάν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, οι όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως που αναφέρονται στη συνέχεια, παραπλεύρως του ονόματος του πολιτικώς ενάγοντος στον οποίο το καθένα αφορά, αυτοί κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 3-2-2009, κατά την οποία, με την 305/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η συζήτηση αναβλήθηκε ρητώς για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής (20-10-2009). Κατά τη νέα δικάσιμο, όμως, οι πολιτικώς ενάγοντες που αναφέρονται στη συνέχεια, ούτε εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με νόμιμο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Κατά συνέπεια, η συζήτηση θα διεξαχθεί όπως αν και αυτοί ήσαν παρόντες. Ειδικότερα, η κλήτευση έγινε προς τα εξής πρόσωπα (με μνεία του ονοματεπωνύμου ενός εκάστου από τους πολιτικώς ενάγοντες που δεν παραστάθηκαν και, εντός παρενθέσεως, της ημερομηνίας του αντίστοιχου αποδεικτικού επιδόσεως και του ονοματεπωνύμου του υπαλλήλου που διενήργησε την επίδοση): Ψ1 (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ2 (ομοίως), Ψ3 (ομοίως), Ψ4 (ομοίως), Ψ5(ομοίως), Ψ7 (ομοίως), Ψ8 (ομοίως), Ψ9 (5-11-2008, του ..., αρχ/κα του ΑΤ Τροχαίας ...), Ψ10 (24-10-2008, του Π1, επιμελητή ΕισΠρΠατρών), Σ1 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ11 (24-10-2008, του Π1, επιμελητή ΕισΠρΠατρών), Ψ12 (17-12-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ13 (22-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ16 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ14 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ17 (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ18 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ6 (27-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ27 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ19 (31-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ20 (2-12-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ....), Ψ21 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ22 (23-10-2008, του ..., ανθ/μου της ΑΔ ...), Ψ23 (23-10-2008, του ..., αστ/κα του ΑΣ ...), Θ11 (16-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ25 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ28 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ24 (24-10-2008, του ...., επιμελητή ΕισΑΠ), ... (13-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Θ12 (24-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ26 (17-11-2008, του ...., επιμελητή ΕιρΚρωπίας), Ψ15 (14-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ29 (20-11-2008, του ..., ΕΦ του ΑΤ ...), Ψ30 (14-10-2008, της ..., επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ31 (20-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ33 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ32 (23-10-2008, του ..., Υ/Β' της ΔΑΚΑ/ΥΜΕΤ), Ψ34 (24-10-2008, της ...., αστ/κα της ΑΔ ...), Ψ35 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ36 (3-11-2008, του ..., αρχ/κα του ΑΤ ...), Θ3 (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ37 (26-10-2008, του ..., αρχ/κα του ΤΜΔ ...), Ψ38 (13-11-2008, του ..., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ39 (25-11-2008, του ..., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ40 (6-11-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ41 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ43 (29-10-2008, του ..., ανθ/μου του ΑΤ ...), Ψ44 (20-10-2008 του ..., επιμελητή ΕισΠρΑγρινίου), Ψ45 (18-10-2008, του ..., υπ/μου της ΔΑΕΑ), Ψ46 (22-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ47 (21-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ48(18-10-2008, του ...., Α/Β' του ΑΤ ...), "Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ...ΑΕ" (15-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ49 (20-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Θ14(14-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ, προς χήρα κληρονόμο), Ψ50 (17-10-2008, του Π4, επιμελητή ΕισΑΠ), Ψ52 (22-10-2008, του ..., αρχ/κα της ΥΠΕ/4), Ψ42 (16-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ53 (4-11-2008, του ...., ανθ/μου της Σχολής ΜΕΒΕ), Ψ54 (23-10-2008, του ...., αστ/κα του ΑΤ ...), Ψ55 (23-10-2008, της Π3, επιμελήτριας ΕισΑΠ), Ψ56 (12-12-2008, του Π5, αρχ/κα της ΔΑΕΕΒ), Ψ57 (12-12-2008, του Π5, αρχ/κα της ΔΑΕΕΒ), Ψ58 (27-10-2008, της ..., ανθ/μου Α' ΤΤ αυτ/μων ...), Ψ59 (17-10-2008, της Π2, επιμελήτριας ΕισΑΠ) και Ψ60 (30-10-2008, του .., αρχ/κα του ΤΑΕ ...). 2.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 469 ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους". Και περαιτέρω, "Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι, όμως, διατηρούν το δικαίωμα να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η συμμετοχή στην έκκλητη δίκη κατηγορουμένου, που ωφελείται από την άσκηση εφέσεως συγκατηγορουμένου του, είναι δικαίωμα. Εφ' όσον το εν λόγω δικαίωμα ασκηθεί, ο ωφελούμενος κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ασκήσει ο ίδιος έφεση, με τη συμμετοχή του στη δίκη λαμβάνει τη θέση που έχει και ο εκκαλών. Ως εκ τούτου, αποκτά και το δικαίωμα της προσβολής της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με αίτηση αναιρέσεως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 504 ΚΠοινΔ. Εάν, όμως, ο ωφελούμενος κατηγορούμενος δεν πάρει προσηκόντως μέρος στην έκκλητη δίκη, τότε, ανεξαρτήτως του ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της εφέσεως του συγκατηγορουμένου του θα πρέπει πάλι να επέλθουν και στο δικό του πρόσωπο, αυτός δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου και δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΑΠ 41/2003). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 497 παρ. 7 ΚΠοινΔ, η απόφαση, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου με αίτημα την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας κατά την έννοια του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ούτε υπάγεται σε κάποιο από τα άλλα είδη αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου ή σε άλλη, ειδική διάταξη νόμου που επιτρέπει την αναίρεση. Έτσι, αν κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση αναστολής εκτελέσεως ασκηθεί αναίρεση, αυτή είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατ' αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση και απορρίπτεται σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο δε αναιρεσείων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 516/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην από 19-6-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ3 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (ΚΠοινΔ 473 παρ.2), αλλά και σύμφωνα με τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού ή μη της δηλώσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής : Με τη 1136/23-12-2003 δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Γ' Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Αθηνών, το οποίο [μεταξύ άλλων] εξέδωσε τις 3244 και 3395/2003 καταδικαστικές αποφάσεις, ο κατηγορούμενος Χ3 παραιτήθηκε, νομοτύπως (ΚΠοινΔ 474 παρ.1 και 475 παρ.1, ΑΠ 1255/2002), από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτών. Εκ των υστέρων, κατά των εν λόγω αποφάσεων, άσκησε, εκπροθέσμως, την 343/16-3-2005 έφεση. Κατόπιν τούτων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που συνεδρίασε ως Συμβούλιο, με την 823/2005 απόφασή του κήρυξε την ασκηθείσα έφεση του Χ3 απαράδεκτη και διέταξε αφ' ενός την εκτέλεση των αποφάσεων που είχαν προσβληθεί και αφ' ετέρου την καταδίκη του [τότε] εκκαλούντος στα έξοδα (ΚΠοινΔ 476 παρ.1). Η εκδοθείσα 823/2005 απόφαση κατέστη αμετάκλητη, διότι ο Χ3 δεν άσκησε εναντίον της αίτηση αναιρέσεως (ΚΠοινΔ 476 παρ. 2). Όταν, αργότερα, άρχισε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η εκδίκαση των εφέσεων που είχαν ασκήσει οι συγκατηγορούμενοι του Χ3, αυτός, χωρίς να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπούμενος από συνήγορο με περιορισμένη εντολή και πληρεξουσιότητα, υπέβαλε τα εξής αιτήματα : α) να γίνει τυπικά δεκτή η ως άνω 343/16-3-2005 έφεσή του και β) να διαταχθεί εκ μέρους του δικαστηρίου η εισαγωγή του σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα, προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του και να καταστεί ικανός για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και συμμετοχή στην έκκλητη δίκη. Επί του πρώτου (α) αιτήματος, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απάντησε ότι στερείται δικαιοδοσίας να ασχοληθεί εκ νέου με το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, δοθέντος ότι η απόφαση περί κηρύξεως αυτής ως απαράδεκτης είχε καταστεί αμετάκλητη. Επί του δευτέρου (β) αιτήματος το ίδιο δικαστήριο απάντησε ότι η φροντίδα της υγείας του κατηγορουμένου, ως κρατουμένου σε δημόσιο σωφρονιστικό κατάστημα, δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό του έργο, αλλά στην αρμοδιότητα της διοίκησης. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε αμφότερα τα αιτήματα, αναγνώρισε ρητώς, όμως, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παραστεί ενώπιον αυτού στο πλαίσιο λειτουργίας του επεκτατικού αποτελέσματος των εφέσεων που είχαν ασκήσει οι συγκατηγορούμενοί του (βλ. την 2363/2.12.2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Στη συνέχεια, ο δικηγόρος, που ως εκπρόσωπος του Χ3 είχε θέσει στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τα ως άνω αιτήματα, δήλωσε ότι α) ο ίδιος δεν έχει εντολή και πληρεξουσιότητα για να παραστεί κατά την ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, β) ο κατηγορούμενος Χ3 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα όρασης και ακοής, τα οποία καθιστούν αδύνατη την εκ μέρους αυτού αυτοπρόσωπη παρακολούθηση της δίκης και γ) ο κατηγορούμενος Χ3 δεν επιθυμεί τον εξ επαγγέλματος διορισμό συνηγόρου για την εκπροσώπησή του προς συμμετοχή στη δίκη με το επεκτατικό αποτέλεσμα των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του, διότι, κατά την άποψή του, "δεν είναι δυνατόν να υπάρξει δικηγόρος που να μπορεί, υποκαθιστώντας [τον], να [τον] εκπροσωπήσει επαρκώς" (βλ. σελ. 60 της δηλώσεως αναιρέσεως). Κατόπιν αυτών, ο Χ3 δεν συμμετέσχε στην έκκλητη δίκη. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε υπέρ αυτού το επεκτατικό αποτέλεσμα των εφέσεων των συγκατηγορουμένων του, ο ίδιος δεν απέκτησε την ιδιότητα του εκκαλούντος και απώλεσε τη δυνατότητα να ζητήσει την αναίρεση των ήδη προσβαλλόμενων αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα, ο [τότε] εμφανισθείς δικηγόρος είχε υποβάλει για λογαριασμό του Χ3, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατ' άρθρο 497 παρ.7 ΚΠοινΔ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [κακουργημάτων] Αθηνών, δυνάμει της οποίας ήταν κρατούμενος. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη, διότι, εκτός των άλλων, δεν υπήρχε εκκρεμής έφεση του αιτούντος, ως θετική προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής (βλ. την 115/19-1-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών). Όπως προαναφέρθηκε, κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως δεν επιτρεπόταν αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, η από 19-6-2008 δήλωση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ3, η οποία αφ' ενός ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η επί της κατηγορίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) και αφ' ετέρου κατά αποφάσεως μη δεκτικής αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η απόρριψη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πρωτοβαθμίου αποφάσεως), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ ο ίδιος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 476 παρ.1 και 513 παρ.1 εδ. α'), καθώς και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης όσων από τους πολιτικώς ενάγοντες παραστάθηκαν στην αναιρετική δίκη. 3.Οι από 19-6-2008 (ημερομηνία επίδοσης) δηλώσεις αναιρέσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΚΠοινΔ 473 παρ.2), οι οποίες έγιναν από τους καταδικασθέντες κατηγορουμένους α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ5, δ) Χ6, ε) Χ7, στ) Χ8 και ζ) Χ4 και στρέφονται κατά των με αριθμό 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορούν στην ίδια υπόθεση, καθώς και καθ' όλων των λοιπών προπαρασκευαστικών ή άλλων αποφάσεων του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν και πάλι επί της αυτής υποθέσεως (ΚΠοινΔ 504 παρ.4), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η καταχώρηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων στο ειδικό βιβλίο του εν λόγω Δικαστηρίου συντελέσθηκε την 30-5-
- Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υφίσταται μεταξύ τους, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών. Με τις δηλώσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν και οι πρόσθετοι λόγοι, που κατέθεσαν εμπροθέσμως με αυτοτελές δικόγραφο οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους ως άνω αναιρεσείοντες ΚΠοινΔ 509 παρ.2). 4.Στο άρθρο 97 παρ.1 εδ.α' του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από τα μικτά ορκωτά δικαστήρια, που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, όμως, στην παρ.2 εδ.α' του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων". Και ακόμη, στην παρ.2 εδ.β' του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι "Με νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα". Σε συμφωνία προς τις διατάξεις αυτές, στο άρθρο 109 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Το μικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό : α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των πενταμελών [ήδη: τριμελών] εφετείων και β) τα πολιτικά πλημμελήματα". Και στο άρθρο 111 αρ.5 ΚΠοινΔ, όπως ίσχυσε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 4 του ν. 2928/2001, ορίζεται ότι "Το δικαστήριο των εφετών δικάζει [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] τα κακουργήματα που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα". Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της, διότι, ως ρυθμιστική της αρμοδιότητας, είναι δικονομικού περιεχομένου, αποσκοπεί στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και δεν προσκρούει στο άρθρο 2 ΠΚ (πρβλ. ΟλΑΠ 390/1992). Τέλος, στο άρθρο 187 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2928/2001, ορίζεται ότι "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] στα άρθρα 270 (έκρηξη), 272 (παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες), 299 (ανθρωποκτονία με πρόθεση), 310 (βαριά σωματική βλάβη), 374 (διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής) και 380 (ληστεία)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου να θεμελιωθεί καθ' ύλη αρμοδιότητα του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, πρέπει να πρόκειται είτε για πολιτικό έγκλημα είτε για κακούργημα, εκτός από εκείνα τα οποία, κατ' εξαίρεση, έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου. Νομοθετικός ορισμός της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος δεν έχει διατυπωθεί. Ερμηνευτικώς, συνάγεται ότι ως πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο στρέφεται άμεσα εναντίον της συνταγματικής τάξεως της Χώρας και επιδιώκει την ανατροπή ή, έστω, την αλλοίωσή της. Η επιδίωξη αυτή, όμως, δεν αρκεί να αναφέρεται, υποκειμενικώς, ως στόχος της πολιτικής ιδεολογίας του δράστη, αλλά απαιτείται, πέραν αυτού, να αναδύεται, αντικειμενικώς, από την πραγματική συμβολή, την οποία η εκάστοτε εγκληματική συμπεριφορά είχε ή θα μπορούσε να έχει στην προσβολή της κατεστημένης εξουσίας. Και περαιτέρω, ως συναφές προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο, το οποίο, με την προσβολή που επιφέρει σε κάποιο άλλο έννομο αγαθό, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την προπαρασκευή των μέσων για την τέλεση πολιτικού εγκλήματος με την ως άνω έννοια. Για την κατάφαση της συνάφειας αυτής, το πολιτικό έγκλημα πρέπει να έχει συντελεσθεί. Υπό την έννοια αυτή, ως πολιτικό έγκλημα νοείται μόνο η εσχάτη προδοσία και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτής (ΠΚ 134 επ.). Αντιθέτως, η συγκρότηση δομημένης ομάδας με διαρκή δράση ή η συμμετοχή σ' αυτήν με σκοπό τη διάπραξη διαφόρων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, μη δυναμένων να επηρεάσουν τη συνταγματική τάξη της Χώρας και στρεφομένων κατά προσώπων ή πραγμάτων διαφορετικών από αυτά, τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 134 επ. ΠΚ, δεν συνιστά πολιτικό έγκλημα, ασχέτως προς τον τρόπο, με τον οποίο οι φερόμενοι ως δράστες προσδιορίζουν ιδεολογικά τις ενέργειες αυτές.Εν προκειμένω, ύστερα από τις ως άνω νομικές παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2661/20-12-2005 παρεμπίπτουσα απόφαση, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, οι ενώπιον αυτού εκκαλούντες κατηγορούμενοι είχαν παραπεμφθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, μετά την καταδίκη τους από εκείνο, δικάζονταν ενώπιον αυτού ως υπαίτιοι του ότι με περισσότερες πράξεις διέπραξαν, υπό διάφορες μορφές συμμετοχικής δράσης, τα εγκλήματα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, της κατοχής εκρηκτικών υλών και πυροβόλων όπλων, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της εκρήξεως κλπ. Ότι οι πράξεις αυτές δεν συνιστούν πολιτικά εγκλήματα ή συναφή προς αυτά, αλλά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, διότι, άσχετα προς τον εκ μέρους των κατηγορουμένων πολιτικό προσδιορισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης συμπεριφοράς ως "αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με στοιχεία άμεσης δημοκρατίας", τα επιλεγέντα μέσα επιδίωξης του επικαλούμενου σκοπού ήσαν καταφανώς απρόσφορα προς χρήση σε μια συντεταγμένη, δημοκρατική κοινωνία. Κατόπιν αυτών, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους υπάγονται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου (ΚΠοινΔ 111 αρ.5) και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό τους ότι αυτοί θα έπρεπε να είχαν παραπεμφθεί σε πρώτο βαθμό ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών αφ' ενός διέλαβε στην απόφασή του την εκ του νόμου ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αφ' ετέρου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Γ1) του αναιρετηρίου και ο τρίτος λόγος (με στοιχείο Β7) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ4 και ο ενδέκατος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ8, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 5.Στο άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων". Ομοίως, αλλά με λεπτομερέστερο τρόπο, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974 και, έκτοτε, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος της Ελλάδος, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] δημοσία" και ότι "Η απόφασις δέον να εκδοθή δημοσία, η είσοδος όμως εις την αίθουσαν των συνεδριάσεων δύναται να απαγορευθεί εις τον τύπον και το κοινόν καθ' όλην ή μέρος της διαρκείας της δίκης προς το συμφέρον της ηθικής, της δημοσίας τάξεως ή της εθνικής ασφαλείας εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνυται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων ή εν τω κρινομένω υπό του Δικαστηρίου ως απολύτως αναγκαίω μέτρω, όταν υπό ειδικάς συνθήκας η δημοσιότης θα ηδύνατο να παραβλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης". Στην ποινική διαδικασία, οι εγγυήσεις αυτές εξειδικεύονται στις διατάξεις των άρθρων 329 και 330 ΚΠοινΔ, όπου μεταξύ άλλων ορίζεται ότι "Η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης, γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις". Παρά ταύτα, "Απαγορεύεται η παρουσία στο ακροατήριο προσώπων που, κατά την ελεύθερη κρίση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, δεν συμπλήρωσαν το 17ο έτος της ηλικίας τους", ενώ "Αν πρόκειται για δίκες που είναι πιθανό να προσελκύσουν μεγαλύτερο αριθμό ακροατών από το συνηθισμένο, οι οποίοι μπορεί εξαιτίας της ανεπάρκειας του χώρου στον οποίο διεξάγεται η δίκη να εμποδίσουν την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα ορίζουν τον αριθμό των ακροατών, οπότε επιτρέπεται χωρίς διάκριση η είσοδος στον καθένα, ωσότου συμπληρωθεί αυτός ο αριθμός". Και, ακόμη, καθορίζονται οι προϋποθέσεις της κατ' εξαίρεση διεξαγωγής κάποιας δίκης ή μέρους αυτής με πλήρη αποκλεισμό της δημοσιότητας, οπότε η σχετική διαδικασία προσδιορίζεται εννοιολογικά με το νομοτεχνικό όρο "συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών". Από το σύνολο των διατάξεων αυτών αναδύεται η επιθυμία της ισόρροπης προστασίας αφ' ενός του ατομικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να δικασθεί δημόσια, για την πληρέστερη διαφύλαξη των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και αφ' ετέρου του γενικού συμφέροντος του λαού να απονεμηθεί η δικαιοσύνη όχι μόνο με διαφάνεια, αλλά και με εύρυθμο τρόπο, χωρίς βλάβη ούτε ως προς τα ήθη ή τα δικαιώματα των κοινωνών ούτε ως προς την ουσιαστική ανακάλυψη της αλήθειας (ΕΔΔΑ: De Biagi κατά Αγίου Μαρίνου της 15-7-2003). Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προστασίας, ο πλήρης αποκλεισμός της δημοσιότητας αποτελεί ένα έκτακτο και εξαιρετικό μέτρο, του οποίου η λήψη πρέπει να αιτιολογείται ειδικά. Η θέσπιση, όμως, περιορισμών, όπως η εκ του νόμου προβλεπόμενη απαγόρευση της παρουσίας στο ακροατήριο ανηλίκων ή ατόμων περισσότερων από όσα μπορούν να εισέλθουν σ' αυτό χωρίς να διαταραχθεί η ευταξία της συνεδρίασης, δεν θεωρείται μέτρο που επηρεάζει αρνητικά το δημόσιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Ομοίως, η διεξαγωγή της δίκης σε χώρο, του οποίου οι πύλες κλείνουν ύστερα από την είσοδο ή την έξοδο κάθε ενδιαφερόμενου, για λόγους ευταξίας της συνεδρίασης, δεν καταλύει τη δημοσιότητα, αφού γνώρισμα της ύπαρξής της δεν είναι η ανοικτή θύρα, στην κυριολεξία, αλλά η παροχή της δυνατότητας εισόδου στην αίθουσα του ακροατηρίου, χωρίς διακρίσεις. Για την προστασία των ίδιων δικαιωμάτων, η διεξαγωγή μιας δίκης σε χώρο, που δεν είναι ο συνήθης τόπος των συνεδριάσεων ενός δικαστηρίου, αλλά επιλέγεται, διότι ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες μιας τρομοκρατικής ενέργειας ή η ανάγκη εφοδιασμού των προσερχόμενων ακροατών με ειδικό δελτίο εισόδου κατόπιν προσωρινής παραδόσεως του δελτίου της αστυνομικής τους ταυτότητας αποτελούν δικαιολογημένα μέτρα ασφάλειας σε μια δημοκρατική κοινωνία, όταν υπάρχουν, λόγω της φύσεως της υποθέσεως όπως αυτή περιγράφεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, σοβαρές ενδείξεις διακινδύνευσης. Η εφαρμογή των μέτρων αυτών, παρά το γεγονός ότι υποβάλλει σε πρόσθετες διατυπώσεις τους προσερχόμενους ακροατές, δεν καταλύει τη δημοσιότητα της διαδικασίας, εφ' όσον αφορά σε όλους τους προσερχόμενους, χωρίς διάκριση και εξυπηρετεί τον υπέρτερο σκοπό της αδιατάρακτης απονομής της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται ως πλημμέλεια στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών το ότι, χωρίς να εκδώσει ιδιαίτερη απόφαση και χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία στις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, ανέχθηκε τη διεξαγωγή της δίκης κατά των αναιρεσειόντων σε ειδικώς διαμορφωμένο χώρο των Γυναικείων Φυλακών ...., όπου, προκειμένου να διαβούν οι προσερχόμενοι ακροατές την κλειστή και φυλασσόμενη πύλη της Φυλακής, ήσαν υποχρεωμένοι κατά μεν την έλευσή τους να παραδίδουν στον αρμόδιο υπάλληλο το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας και να παραλαμβάνουν ειδικό δελτίο εισόδου, κατά δε την αποχώρησή τους να υποβάλλονται στην ακριβώς αντίθετη διαδικασία, με άμεσο αποτέλεσμα, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, να δυσχεραίνεται η παρακολούθηση της δίκης από τον καθένα και, εμμέσως, να καταλύεται η δημοσιότητα αυτής. Η προσαπτόμενη πλημμέλεια, κατά το μέρος με το οποίο αναφέρεται στην έλλειψη αποφάσεως ή ειδικής αιτιολογίας περί του ζητήματος αυτού, είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, αφού δεν συνοδεύεται από επίκληση του ότι είχε υποβληθεί τέτοιο παράπονο στο ως άνω δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά το μέρος που αναφέρεται στην παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας καθ' εαυτή, δεν βρίσκει επαρκές νομικό έρεισμα, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις και τις προκύπτουσες από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης περιστάσεις, τόσο οι συνεδριάσεις όσο και οι απαγγελίες των αποφάσεων του Δικαστηρίου έγιναν δημόσια, στην ως άνω αίθουσα του ακροατηρίου. Η αίθουσα αυτή βρισκόταν, πράγματι, εντός του συγκροτήματος των Γυναικείων Φυλακών ...και όχι στο δικαστικό κατάστημα του Εφετείου Αθηνών, αλλά η επιλογή της είχε γίνει κατά νόμο από τη Διοίκηση και γι' αυτό δεν χρειάσθηκε να προηγηθεί απόφαση του Δικαστηρίου. Πράγματι, στο άρθρο 18 παρ.1 του ν. 1756/88 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" (στο εξής: ΚΟΔΚαΔΛ) ορίζεται ότι "Ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του ορίζει τα δικαστικά καταστήματα". Υπό το προηγούμενο, όμοιο νομοθετικό καθεστώς, είχε εκδοθεί η 88008/19-10-1984 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 754/24-10-1984) με την οποία είχε ορισθεί ως τόπος συνεδριάσεως του Εφετείου Αθηνών με οποιαδήποτε σύνθεση, εκτός από τους ήδη προσδιορισμένους χώρους του οικείου δικαστικού καταστήματος και η, καταλλήλως διαμορφωμένη, ισόγεια αίθουσα της βόρειας πλευράς των Γυναικείων Φυλακών ..., στην οποία έκτοτε μπορούν να συνεδριάζουν, νομίμως, όλα τα τμήματα του Εφετείου Αθηνών (ΑΠ 542/1988). Ο εφοδιασμός των προσερχόμενων με ειδικό δελτίο εισόδου ενέπιπτε, επίσης, στις διοικητικές διατυπώσεις της επίσκεψης φυλασσόμενων χώρων και, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, γινόταν χωρίς διάκριση προσώπων. Και, τέλος, η επιλογή των μέτρων αυτών είχε γίνει, προδήλως, λόγω του ότι οι αναιρεσείοντες, τόσο κατά το παραπεμπτικό βούλευμα όσο και κατά την [τότε] προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, φέρονταν ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την τέλεση πράξεων τρομοκρατίας [χωρίς αυτό να υποδηλώνει κατάφαση της ιδιότητας αυτής πριν από την έκδοση απόφασης επί των εφέσεων που είχαν ασκήσει], περιστατικό το οποίο, υποτιθέμενο αληθές, επέβαλε για προληπτικούς λόγους τη λήψη αυξημένων, διοικητικών μέτρων που θα εξασφάλιζαν την ακώλυτη και ακίνδυνη διεξαγωγή της δίκης για όλους τους παράγοντες αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ5 και ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο Β6) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 6.Στο άρθρο 171 παρ.1 περ.α' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται :
- Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν [μεταξύ άλλων και] α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων". Η διάταξη αυτή, της οποίας η παραβίαση ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' λόγο αναιρέσεως, αποτελεί εκδήλωση του δικαιώματος επί του "φυσικού δικαστού", το οποίο θεμελιώνεται τόσο στο άρθρο 8 εδ.α' του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος" όσο και στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, όπου ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] υπό δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος". Περαιτέρω, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.1 του ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚαΔΛ), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 2172/1993, ορίζεται ότι "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε
(15)τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση". Εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι σε όλες τις υπόλοιπες δικαστικές υπηρεσίες, όπου οι υπηρετούντες δικαστικοί λειτουργοί είναι ολιγότεροι των δεκαπέντε
(15), ο καθορισμός των δικαστικών συνθέσεων γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει την οικεία υπηρεσία και έχει υπέρ αυτού το τεκμήριο της αρμοδιότητας για όσα ζητήματα της εύρυθμης λειτουργίας αυτής δεν ρυθμίζονται ειδικά από τον αντίστοιχο Κανονισμό ή τον ΚΟΔΚαΔΛ (άρθρο 7 του ν. 1756/1988, ως ισχύει). Ακόμη, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.3 του ΚΟΔΚαΔΛ, όπως αντικαταστάθηκε αλληλοδιαδόχως με το άρθρο 14 παρ.3 του ν. 3038/2002 και με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 3090/2002, ορίζεται ότι "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του [τριμελούς] συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο... καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα:...Στο Εφετείο: α) Των αρχαιότερων προέδρων εφετών μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων. β) Των νεότερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, μέχρι του αναγκαίου αριθμού, ανάλογα με τις ανάγκες του δικαστηρίου, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων κακουργημάτων και των τριμελών εφετείων πλημμελημάτων. γ) Όλων των υπόλοιπων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών εφετείων, των πενταμελών εφετείων και των τριμελών εφετείων". Σύμφωνα με τους ορισμούς της εν λόγω παρ.3, η κλήρωση δεν διενεργείται μεταξύ όλων των υπηρετούντων δικαστών αδιακρίτως, αλλά σε συνδυασμό με την αρχαιότητα αυτών και τις ανάγκες της υπηρεσίας. Ακόμη, στο άρθρο 17 τμήμα Β' παρ.4 του ΚΟΔΚαΔΛ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν. 1868/1989 και αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 2172/1993, προβλέπεται ότι "Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ' επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο... την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα" και ότι "Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία". Σύμφωνα με τους ορισμούς της εν λόγω παρ.4, η προηγούμενη υπηρεσιακή επιβάρυνση εισάγεται ως κριτήριο εξαίρεσης συγκεκριμένου δικαστή από την επόμενη κλήρωση. Τέλος, στο άρθρο 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ προστέθηκε παρ.7Α με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3090/2002, στην οποία ορίζεται ότι "Σε υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί αρμοδίως για να εκδικαστούν στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων και λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να διαρκέσουν επί μακρό χρόνο, η ολομέλεια του δικαστηρίου των εφετών, που συνέρχεται μετά από πρόσκληση του διευθύνοντος το δικαστήριο δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από την κλήρωση της συνθέσεως, ορίζει από μεν τους προέδρους εφετών αριθμό δεκαπλάσιο, από δε τους εφέτες αριθμό δεκαπενταπλάσιο του απαιτούμενου για τη συγκρότηση του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων θα κληρωθούν ο πρόεδρος του δικαστηρίου από τους προέδρους εφετών και τα σύνεδρα μέλη του δικαστηρίου από τους εφέτες, οι οποίοι με τους αναπληρωτές τους, έναν πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες, που κληρώνονται από τον ίδιο αριθμό δικαστών και συμπαρεδρεύουν (άρθρο 9 παρ. 3 ΚΠοινΔ), θα συγκροτήσουν το δικαστήριο του τριμελούς εφετείου κακουργημάτων". Και, επίσης, ότι "Η απόφαση της ολομέλειας ισχύει από τη δημοσίευσή της. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν και για τη συγκρότηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην περίπτωση που οι υποθέσεις αυτές αχθούν ενώπιόν του. Ο εισαγγελέας της έδρας και ο αναπληρωτής του, ο οποίος συμπαρίσταται, κληρώνονται από δέκα εισαγγελείς εφετών που έχουν οριστεί από την ολομέλεια της οικείας εισαγγελίας με την ίδια διαδικασία, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια. Η κλήρωση για τη συγκρότηση του δικαστηρίου γίνεται την πρώτη ημέρα συνεδρίασης του προηγούμενου της δικασίμου μήνα από το Α' τριμελές εφετείο πλημμελημάτων σε δημόσια συνεδρίαση. Οι κληρωθέντες συμμετέχουν σε κάθε τυχόν επόμενη μετ` αναβολή δικάσιμο, εκτός εάν παύσουν για οποιονδήποτε λόγο να ανήκουν στη δύναμη του δικαστηρίου, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνει το αντίστοιχο αναπληρωματικό μέλος. Στην περίπτωση αυτή, στη θέση του αναπληρωματικού, εφόσον εξακολουθεί να συντρέχει ο λόγος αναπλήρωσης, ορίζεται με την ίδια διαδικασία από την ολομέλεια νέο μέλος". Η εν λόγω παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ έχει προδήλως δικονομικό χαρακτήρα, αποβλέπει στην εύρυθμη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και, ως εκ τούτου, εκτός από τις μέλλουσες, καταλαμβάνει ακόμη και τις εκκρεμείς υποθέσεις ως προς το ατέλεστο μέρος της ποινικής διαδικασίας. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως στόχο την κατάρτιση των συνθέσεων, που πρόκειται να δικάσουν υποθέσεις ιδιαίτερης βαρύτητας, με τρόπο που συνδυάζει το πλεονέκτημα της κληρώσεως, ήτοι την ανάδειξη ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστή, με την ανάγκη πραγματικής επιλογής δικαστή απαλλαγμένου από υπαίτιους ή ανυπαίτιους λόγους, οι οποίοι θα ήταν πιθανό να τον καταστήσουν μη αποτελεσματικό ως προς την εκπλήρωση των καθηκόντων του σε μια ιδιαιτέρως βαριά υπόθεση. Και είναι αληθές ότι στις διατάξεις αυτές προσδιορίζεται μόνο η φύση των υποθέσεων, επί των οποίων αυτές πρέπει να τύχουν εφαρμογής, χωρίς να αναφέρονται ευθέως τα κριτήρια της προεπιλογής ή του αντίστοιχου αποκλεισμού συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών προς διενέργεια της κληρώσεως. Ως προς τον προσδιορισμό της φύσεως των υποθέσεων, επί των οποίων πρέπει να γίνει η εν λόγω προεπιλογή, ορίζεται ρητώς ότι πρόκειται για υποθέσεις των οποίων η εκδίκαση προβλέπεται να διαρκέσει επί μακρό χρόνο, λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου αυτών. Ως αντικείμενο, υπονοείται ερμηνευτικώς το είδος και η βαρύτητα των εγκληματικών πράξεων που πρόκειται να εκδικασθούν, σύμφωνα με την περιγραφή τους στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και τις αποχρώσες ενδείξεις, που καθορίζονται στην απ' ευθείας κλήση ή στο παραπεμπτικό βούλευμα. Ως σοβαρότητα, υπονοείται ερμηνευτικώς η ένταση της προσβολής του προστατευόμενου έννομου αγαθού, ο κοινωνικός αντίκτυπος από αυτήν και οι αναμενόμενες διαδικαστικές δυσχέρειες της εκδίκασης στο ακροατήριο. Υπό τα δεδομένα αυτά, αποσαφηνίζεται ερμηνευτικώς ότι η προεπιλογή των δικαστικών λειτουργών, των οποίων τα ονόματα θα τεθούν στην κληρωτίδα, πρέπει να γίνει μεταξύ εκείνων, οι οποίοι αφ' ενός δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα υπηρεσιακής επιβάρυνσης (βλ. την εξαίρεση που προβλέπεται στην παρ.4 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ) ή αδυναμίας και αφ' ετέρου έχουν την πέραν της συνήθους σωματική αντοχή, την οποία απαιτεί μια μακροχρόνια και κατά τεκμήριο δυσχερής επ' ακροατηρίου διαδικασία (πρβλ. την ήδη ισχύουσα μορφή της παρ.7 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, όπου η ασθένεια ή η ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη του κληρωθέντος μέλους αποτελεί λόγο αντικατάστασης αυτού). Η αντικειμενικότητα της προεπιλογής εξασφαλίζεται από τις εγγυήσεις που παρέχει η λειτουργία της ολομέλειας του οικείου δικαστηρίου. Η έλλειψη επιβολής ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση της ολομέλειας είναι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αποβλέπει στην προστασία προσωπικών δεδομένων των αποκλειόμενων δικαστικών λειτουργών, όπως τα ζητήματα υγείας, τα οποία ενδέχεται να μη θέλουν να αποκαλύψουν ευρέως οι ενδιαφερόμενοι ή υπηρεσιακής αδυναμίας (π.χ. υπερβολική καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δικαστικής εκκρεμότητας), περί της οποίας έχουν απλή γνώση οι συγκροτούντες την ολομέλεια, χωρίς, όμως, να υφίσταται επίσημη, υπηρεσιακή διάγνωση, ώστε να γίνει δημόσιος λόγος για ανεπάρκεια. Τέλος, είναι πρόδηλο ότι η πρόσφατη ρύθμιση της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, παρά το γεγονός ότι εισήχθη σε χρόνο που αναμενόταν σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας η εκδίκαση της κατηγορίας κατά των αναιρεσειόντων, δεν αφορά μόνο στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά σε ευρύτερη κατηγορία υποθέσεων που συγκεντρώνουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή δεν αντιβαίνει ούτε στη συνταγματική διάταξη περί του "φυσικού δικαστή" ούτε στον αντίστοιχο ορισμό της ΕΣΔΑ. Αποτελεί μια νόμιμη πρόβλεψη του ΚΟΔΚαΔΛ, στην οποία παραπέμπει εμμέσως η ΚΠοινΔ 171 παρ.1 περ.α' και η οποία ισχύει παράλληλα αφ' ενός προς τη γενική αρμοδιότητα του δικαστή που διευθύνει τα μικρά δικαστήρια, να συγκροτεί ο ίδιος τις δικαστικές συνθέσεις και αφ' ετέρου προς τη συνήθη διαδικασία της κληρώσεως στα μεγάλα δικαστήρια (πρβλ. και άρθρο 2 του μεταγενέστερου ν. 3346/2005, με το οποίο προβλέπεται ήδη στην παρ.1 του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ ότι "Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, προκειμένου να επιτευχθεί η επιτάχυνση της ποινικής δίκης, ορίζονται για μια διετία από την ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια, με δυνατότητα ανανέωσης της θητείας τους για ένα έτος. Στους πίνακες που καταρτίζονται, περιλαμβάνονται τα ονόματα μόνον των ανωτέρω οριζομένων ως προεδρευόντων μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση"). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών την πλημμέλεια ότι δίκασε τις εφέσεις τους με σύνθεση, η οποία είχε προκύψει δια κληρώσεως, αλλά κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ, η οποία ίσχυσε εν όψει εκδικάσεως της συγκεκριμένης υποθέσεως και εφαρμόσθηκε με αδιαφανή διαδικασία και με αποκλεισμό του μεγαλυτέρου αριθμού των προέδρων εφετών και των εφετών που υπηρετούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο Εφετείο Αθηνών, χωρίς καθορισμό των κριτηρίων προεπιλογής ή αποκλεισμού των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών και χωρίς ειδική αιτιολογία επί των ζητημάτων αυτών. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διάταξη της παρ.7Α του άρθρου 17 τμήμα Β' του ΚΟΔΚαΔΛ δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.α' του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και η εφαρμογή της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών δεν κατέλυσε την αρχή του "φυσικού δικαστή" για τους κατηγορουμένους και δεν δημιούργησε ακυρότητα. Επομένως, ο εικοστός λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1, ο δέκατος τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5 και ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β1) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 7.Στο άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "Ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται :
- Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν [μεταξύ άλλων και] δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος". Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών συγκαταλέγεται και το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης (ή δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη"), οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.1 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή [μεταξύ άλλων εγγυήσεων που δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό] υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου". Και περαιτέρω, στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Η παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), η υποχρέωση αμεροληψίας αναφέρεται όχι μόνο στο δικαστήριο, ως δικαιοδοτικό όργανο, αλλά και στα μέλη που το συγκροτούν, ως φυσικά πρόσωπα στα οποία είναι ανατεθειμένη η συγκεκριμένη λειτουργία. Η αμεροληψία οικοδομεί την εμπιστοσύνη, την οποία πρέπει ένα δικαστήριο να εμπνέει στους πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη κλονίζεται, όταν υπάρχουν δεδομένα που μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση την αμεροληψία. Η έλλειψη αμεροληψίας ενδέχεται να είναι είτε "υποκειμενική", όπως όταν κάποιο μέλος του δικαστηρίου εξέφρασε δημοσίως προσωπικές απόψεις επί της ουσίας της υποθέσεως πριν από την ολοκλήρωση της δίκης (ΕΔΔΑ: Lavents κατά Λεττονίας της 28-11-2002) είτε "αντικειμενική", όπως όταν κάποιο μέλος του δικαστηρίου συμμετείχε σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας και προέβη σε διαδικαστικές ενέργειες, οι οποίες προϋπέθεταν τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης σε έκταση που εκ των πραγμάτων προκαλεί εντυπώσεις προκατάληψης (ΕΔΔΑ: Perote Pellon κατά Ισπανίας της 25-7-2002, Piersack κατά Βελγίου της 1-10-1982). Εξ άλλου, το τεκμήριο της αθωότητας έχει την έννοια ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, ο οποίος, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Η αρχή αυτή παραβιάζεται, όταν τα μέλη του δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από την ολοκλήρωση αυτής, προβαίνουν σε δηλώσεις ή παραδοχές που προϋποθέτουν το ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται (ΕΔΔΑ: Minelli κατά Ελβετίας της 25-3-1983). Στην προκειμένη περίπτωση προσάπτεται ως πλημμέλεια στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών το ότι, κατά τη διατύπωση και απαγγελία της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασής του, με την οποία απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της απολογίας αυτών ενώπιον του [τότε] αρμοδίου ανακριτή του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λόγω ασκήσεως ψυχολογικής βίας σε βάρος τους ως εκ της παρουσίας ενόπλων αστυνομικών εντός του ανακριτικού γραφείου, προέβη σε σκέψεις με τις οποίες δέχθηκε εκ προοιμίου ότι αυτοί [τότε εκκαλούντες] είχαν την ιδιότητα των μελών της εγκληματικής οργάνωσης με τον τίτλο "Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη" (στο εξής: "ΕΟ 17Ν"), ενώ το περιστατικό αυτό αποτελούσε στοιχείο της εναντίον αυτών κατηγορίας για παράβαση του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό διερεύνηση. Και ότι με τον τρόπο αυτό το Πενταμελές Εφετείο αφ' ενός παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας και αφ' ετέρου κατέλυσε την εμπιστοσύνη τους ως προς την αμεροληψία του. Περαιτέρω, την έλλειψη αμεροληψίας ο αναιρεσείων Χ1 επιχειρεί να θεμελιώσει και επί του ότι οι δικαστές, που συγκρότησαν το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αρνήθηκαν χωρίς αιτιολογία ή, άλλως, χωρίς νόμιμη και επαρκή αιτιολογία να του επιτρέψουν, σε μέρος της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, να έχει τη συμπαράσταση από συνήγορο της επιλογής του. Και ακόμη, ο αναιρεσείων Χ6 επιχειρεί να θεμελιώσει την έλλειψη αμεροληψίας και επί του ότι οι ίδιοι δικαστές, κατά την αποδεικτική διερεύνηση του ισχυρισμού του, ότι κατά το χρόνο της ανθρωποκτονίας του Θ6, που του αποδόθηκε, αυτός βρισκόταν στον τόπο της εργασίας του και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να έχει συμμετοχή στην εν λόγω ενέργεια, έθεσαν στην αιτιολογία της αποφάσεως τη λέξη "άλλοθι" σε εισαγωγικά, υποδηλώνοντας εκ προοιμίου ότι θεωρούν τον ισχυρισμό του αβάσιμο. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης και ειδικότερα από το περιεχόμενο της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, απαντώντας στον ισχυρισμό των [τότε] εκκαλούντων ως προς το ανεπίτρεπτο της παρουσίας ενόπλων αστυνομικών εντός του ανακριτικού γραφείου κατά το χρόνο απολογίας αυτών, δέχθηκε κατά λέξη [μεταξύ άλλων και] τα εξής ουσιώδη: "Είναι φανερό ότι όλοι θεώρησαν ότι υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, την ελλειμματική ασφάλεια που παρέχει ο χώρος του γραφείου της ανακρίτριας (σε αντίθεση με το χώρο του γραφείου του εφέτη - ειδικού ανακριτή, όπου υπάρχουν συνθήκες πλήρους ασφάλειας, λ.χ. αλεξίσφαιρα τζάμια κλπ.), την επικινδυνότητα των συλληφθέντων και την άγνωστη τότε δικτύωση της ΕΟ 17Ν, της οποίας ήδη είχαν βρεθεί τα κρησφύγετα με τα όπλα και τις ρουκέτες και την υφέρπουσα υπόνοια περί ύπαρξης ασύλληπτων, επικίνδυνων μελών της Οργάνωσης, που θα μπορούσαν να επιχειρήσουν κάποια απόπειρα θανάτωσης ή απόσπασης των συντρόφων τους από τα χέρια της Αρχής". Αυτή η περικοπή προβάλλεται αποσπασματικά από τους αναιρεσείοντες ως θεμελιωτική της παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητάς τους, κατά τα προαναφερθέντα. Στην ίδια απόφαση, πριν και μετά από την επίμαχη περικοπή του κειμένου, αποσαφηνίζεται πλήρως ότι οι αναιρεσείοντες είχαν συλληφθεί "φερόμενοι" ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης "ΕΟ 17Ν", ότι η μεγάλη δημοσιότητα που είχε δοθεί στο γεγονός "παρουσίαζε" τους συλληφθέντες "ως" πολύ επικίνδυνους τρομοκράτες, ότι μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης "απαγγέλθηκαν κατηγορίες" [μεταξύ άλλων και] για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και ότι, έκτοτε, για λόγους προστασίας τόσο των ιδίων των συλληφθέντων όσο και των δικαστικών ή των λοιπών προσώπων που συνέπρατταν στην προδικασία, λαμβάνονταν αυξημένα μέτρα ασφάλειας, τα οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπαν την παρουσία ενόπλων φρουρών και εντός του ανακριτικού γραφείου. Και περαιτέρω, το δικαστήριο, αφού επισημαίνει ότι για την παρουσία των ενόπλων φρουρών δεν αντέλεξαν οι [τότε] απολογούμενοι, οι οποίοι είχαν παρασταθεί με συνήγορο της επιλογής τους, καταλήγει στο ότι "η απλή παρουσία των αστυνομικών οργάνων, κατά την ανάκριση, για λόγους ασφάλειας είναι απόλυτα συμβατή με αυτή που αναμένεται από τα όργανα μιας δημοκρατικής κοινωνίας σε τέτοιες καταστάσεις πολύ επικίνδυνων ύποπτων ως τρομοκρατών μιας ομάδας με περισσή αιματηρή δράση 27ετίας και με πιθανότητες απόπειρας εξόντωσης ή απελευθέρωσης" αυτών. Από το σύνολο της περιγραφής αυτής προκύπτει, σαφώς, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στο σημείο αυτό, ασχολείται πρωτίστως με το ζήτημα της παρουσίας των ενόπλων φρουρών στο ανακριτικό γραφείο και αποφαίνεται ότι αυτή ήταν δικαιολογημένη εν όψει των περιστάσεων και δεν επέφερε παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Όλες οι υπόλοιπες αναφορές γίνονται ως προσπάθεια περιγραφής του κλίματος εκείνων των ημερών, όπου οι κατηγορούμενοι χαρακτηρίζονται, απλώς, ως "ύποπτοι", κατά των οποίων υφίστανται "υπόνοιες" συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και οι οποίοι σύμφωνα με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα "φέρονται ως" επικίνδυνοι. Όλα αυτά, όμως, καταγράφονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ιστορικώς και όχι ως παραδοχές του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, από το περιεχόμενο της 2795/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης ούτε το τεκμήριο αθωότητας παραβιάσθηκε ούτε έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου προέκυψε. Το ζήτημα της ελλείψεως αμεροληψίας, εκ του ότι το δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει προσωρινώς στον αναιρεσείοντα Χ1 να τύχει υπερασπίσεως από συνήγορο της επιλογής του, συνδέεται με το αν η άρνηση αυτή ήταν ή όχι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση και εξετάζεται στην οικεία θέση (βλ. παρακάτω, αρ.11). Τέλος, η τοποθέτηση μιας λέξης σε εισαγωγικά μπορεί να γίνει για διάφορους λόγους, οπότε καθ' εαυτή δεν είναι δυνατό να εκληφθεί ως προκατάληψη σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ6, κατά την έρευνα του ισχυρισμού του για άλλοθι στην υπόθεση της ανθρωποκτονίας του Θ
- Επομένως, ο ενδέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1 ως προς το α' σκέλος αυτού, ο δέκατος ένατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, ο πρώτος λόγος (με στοιχείο Β4) του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ2 και ο δεύτερος λόγος (με στοιχείο 2Δ) του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ6, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 8.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων] β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του". Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το ΕΔΔΑ στην εν λόγω διάταξη, προκειμένου να κριθεί εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση παρασχέθηκαν στον κατηγορούμενο οι αναγκαίες ευκολίες για την υπεράσπισή του, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, για την οποία πρόκειται (ΕΔΔΑ: Sipavicius κατά Λιθουανίας της 21-2-2002). Έτσι, ενδεχόμενες δυσχέρειες ως προς την επικοινωνία ενός κατηγορουμένου με το συνήγορο της επιλογής του κατά την προδικασία δεν καταλύουν την έννοια της "δίκαιης δίκης", εάν μπορούν να δικαιολογηθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση και εάν, σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας, ο ίδιος κατηγορούμενος είχε κάθε άνεση να επικοινωνήσει με το συνήγορό του, ώστε να προετοιμάσουν από κοινού και αποτελεσματικά την υπεράσπιση (πρβλ. ΕΔΔΑ: Ocalan κατά Τουρκίας της 12-3-2003). Και ακόμη, το γεγονός ότι σε μια δίκη, που συνεχίζεται επί μακρό χρονικό διάστημα, οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου προσδιορίζονται σε καθημερινή βάση, δεν αποστερεί άνευ ετέρου το συνήγορο από τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας, εάν η ημερήσια διάρκεια αυτών δεν υπερβαίνει το σύνηθες ωράριο λειτουργίας του δικαστηρίου και αν αυτές διακόπτονται κάθε φορά που ο υπερασπιστής προβάλλει κάποια ανάγκη ή κώλυμα (πρβλ. ΕΔΔΑ: Makhfi κατά Γαλλίας της 19-10-2004, Craxi κατά Ιταλίας της 5-12-2002). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ5 προβάλλει το παράπονο ότι τόσο στην προδικασία όσο και στο ακροατήριο δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την υπεράσπισή του, εν όψει του ότι α) κατά τη διάρκεια της προσωρινής κράτησής του η επικοινωνία με τον τότε συνήγορό του γινόταν σε συγκεκριμένο χρόνο, σε επιτηρούμενο χώρο, με την παρεμβολή γυάλινου χωρίσματος, δια τηλεφώνου, χωρίς δυνατότητα σωματικής επαφής και ανταλλαγής εγγράφων και με την παρουσία τρίτων προσώπων και β) κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην κατ' έφεση δίκη, παρά την κατ' επανάληψη υποβολή αιτήματος εκ μέρους του συνηγόρου του να γίνονται δύο ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τρεις συνεδριάσεις εβδομαδιαίως, το δικαστήριο ενέμεινε στην απόφασή του να συνεδριάζει σε καθημερινή βάση. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, όμως, προκύπτουν τα εξής: Οι προβαλλόμενοι περιορισμοί στην επικοινωνία του αναιρεσείοντος με το συνήγορό του κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης ήσαν δικαιολογημένοι εκ του ότι η επικοινωνία αυτή αφ' ενός γινόταν εντός φυλακής και ρυθμιζόταν από τους κανόνες ασφαλείας του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος και αφ' ετέρου αφορούσε σε ύποπτο για συμμετοχή σε άκρως επικίνδυνη τρομοκρατική οργάνωση με συνέπεια, όπως και για τους λοιπούς κατηγορουμένους στην ίδια υπόθεση, να υπόκειται σε πρόσθετες διατυπώσεις. Παρά ταύτα, σε εκείνη τη χρονική περίοδο, με τις οδηγίες του αναιρεσείοντος και ύστερα από μελέτη της δικογραφίας, ο τότε συνήγορός του συνέταξε υπόμνημα προς το Συμβούλιο Εφετών, στο οποίο εξέθεσε τις θέσεις του πελάτη του και έγκληση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία προέβαλε τους ισχυρισμούς του περί βασανιστηρίων (βλ. παρακάτω, αρ.15). Μετά ταύτα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η οποία είχε ιδιαιτέρως μακρά διάρκεια, ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα πλήρους, άμεσης και ελεύθερης επικοινωνίας με τον εκάστοτε συνήγορο της επιλογής του, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το ότι ουδέν παράπονο προβάλλει σχετικώς. Περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο επέλεξε, πράγματι, ως αρχή το να συνεδριάζει σε ημερήσια βάση. Παρά ταύτα, από τα πρακτικά των 247 συνεδριάσεων αυτού, που έγιναν από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-2007, προκύπτει ότι κάθε φορά που προβαλλόταν κάποιο κώλυμα ή άλλη ανάγκη ενός ή πλειόνων κατηγορουμένων ή των υπερασπιστών αυτών, το δικαστήριο είτε διέκοπτε τη συνεδρίαση για άλλη ημέρα (βλ. π.χ. την παρεμπίπτουσα απόφαση 128/17-1-2007) είτε παρείχε με συναινετικό τρόπο όλες τις δυνατές διευκολύνσεις (π.χ. την αναπλήρωση των προσωρινώς κωλυομένων συνηγόρων, από άλλους παρόντες εξ αυτών). Άλλωστε, από το γεγονός ότι οι 247 συνεδριάσεις διεξήχθησαν σε συνολικό χρονικό διάστημα 523 ημερών, συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από το αρχικό πρόγραμμα του δικαστηρίου, στην πραγματικότητα αυτό δεν συνεδρίαζε πάντοτε καθημερινώς, αλλά συχνά, μεταξύ των συνεδριάσεών του, παρεμβάλλονταν μία ή και περισσότερες ημέρες διακοπής αυτών. Επομένως, με καθολική επισκόπηση της ποινικής διαδικασίας, δεν επήλθε περιορισμός του χρόνου ή των ευκολιών προς προετοιμασία της υπεράσπισης και γι' αυτό οι τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και δέκατος όγδοος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην παρεμπίπτουσα 1512/8-6-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 9.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγεται το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που παραβιάζεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να "πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία, εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία, την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας (άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. α' της ΕΣΔΑ). Για την κατάφαση της παραβίασης, όμως, πρέπει να προκύπτει από το σύνολο της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σε κανένα στάδιο αυτής τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με επάρκεια την κατηγορία (ΕΔΔΑ: Sipavicius κατά Λιθουανίας της 21-2-2002, Dallοs κατά Ουγγαρίας της 1-3-2001). Εκδήλωση του δικαιώματος αυτού στο εθνικό δίκαιο αποτελεί η διάταξη του άρθρου 321 παρ.1 ΚΠοινΔ, στην οποία ορίζεται ότι το κλητήριο θέσπισμα ή η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει και "δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει". Όταν η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο γίνεται με παραπεμπτικό βούλευμα, για την πληρότητα της κλήσεως είναι αρκετή η αναφορά αυτής στο βούλευμα, αφού με την προηγούμενη επίδοσή του θεωρείται ότι ο κατηγορούμενος έχει λάβει γνώση της κατηγορίας που τον βαρύνει και της διάταξης του ποινικού νόμου που την προβλέπει (ΚΠοινΔ 314, 315 παρ.3 και 4 και 320 παρ.1). Αυτό προϋποθέτει, βέβαια, το ότι στο παραπεμπτικό βούλευμα γίνεται, πράγματι, ακριβής καθορισμός της πράξης κλπ. Η μη τήρηση της διατύπωσης αυτής επάγεται ακυρότητα (ΚΠοινΔ 321 παρ.4), η οποία, ως αναγόμενη σε πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, είναι σχετική και καλύπτεται εάν δεν προταθεί εγκαίρως (ΚΠοινΔ 173 παρ.1 και 174 παρ.2). Εάν η ακυρότητα δεν έχει καλυφθεί, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των απολογιών που έδωσε ο αναιρεσείων Χ5 στην προδικασία, του παραπεμπτικού 2869/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και της κλήσεως που αναφέρεται σ' αυτό, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που συνδέονται με την έκδοση της προσβαλλόμενης 210/6-2-2006 παρεμπίπτουσας απόφασης προκύπτουν τα εξής: Στον αναιρεσείοντα απαγγέλθηκε κατηγορία [μεταξύ άλλων και] για την αξιόποινη πράξη της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1985 μέχρι τη σύλληψή του, που έγινε περί τα μέσα Ιουλίου
- Ειδικότερα, αποδόθηκε σ' αυτόν το ότι εντάχθηκε στην εγκληματική ομάδα "ΕΟ 17Ν", η οποία είχε ήδη συγκροτηθεί από τους Χ1, Φ8, Φ5, Φ6 και κάποια γυναίκα αγνώστων στοιχείων με το ψευδώνυμο "Άννα" και ήταν ιεραρχικά δομημένη, προορισμένη να έχει διαρκή δραστηριότητα με σκοπό τη διάπραξη εκρήξεων, ανθρωποκτονιών, βαριών σωματικών βλαβών, ληστειών κλπ. Και το ότι αυτός, μετά την ένταξη και τη συμμετοχή του σε αρκετές από τις ενέργειες, των οποίων την ευθύνη ανέλαβε δημοσίως η ομάδα κατά τα έτη 1985 ως 1992 [ορισμένες από τις οποίες περιγράφονται στη συνέχεια της παρούσας, κατά την έρευνα των αντίστοιχων λόγων αναιρέσεως], εξακολούθησε να παραμένει σ' αυτήν μέχρι τη σύλληψή του. Τα περιστατικά αυτά αποτελούν επαρκή περιγραφή της κατηγορίας για παράβαση του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001, η οποία χαρακτηρίζεται ως έγκλημα διαρκές, υπό την έννοια ότι η τέλεσή του παρατείνεται και εξακολουθεί από τη συγκρότηση της ομάδας ή από την ένταξη κάποιου σ' αυτήν μέχρι τη διάλυσή της ή την αποχώρηση του δράστη. Ο αναιρεσείων αμφισβήτησε την πληρότητα της ως άνω περιγραφής της πράξεως, αλλά η περί τούτου ένσταση απορρίφθηκε ως αβάσιμη τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την ομάδα κατά το έτος 1992, διότι δημιούργησε οικογένεια ή, άλλως, κατά το έτος 1993, διότι τότε είχε προσαχθεί και εξετασθεί από τις αστυνομικές αρχές, ως ύποπτος, με συνέπεια να επισημανθεί από αυτές και να αποφεύγει έκτοτε την έκθεσή του σε παράνομη δραστηριότητα, συνιστά μερική άρνηση της κατηγορίας. Με το χαρακτηρισμό αυτό, ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αποτελούσε αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης, αλλά όχι στοιχείο της κατηγορίας, αφού η παράταση της ένταξης στην εγκληματική οργάνωση δεν προϋπέθετε και συμμετοχή στις αξιόποινες πράξεις, στις οποίες αυτή συνέχισε να προβαίνει και μετά το έτος 1992, μέχρι την εξάρθρωσή της κατά το έτος
- Ως εκ τούτου, στο παραπεμπτικό βούλευμα [το οποίο στο διατακτικό του, συνδυαζόμενο με τις αιτιολογίες του, διέλαβε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και, επί πλέον, απάντησε επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, κατά την εκ μέρους αυτού ανέλεγκτη, σε επίπεδο ενδείξεων, αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι δεν είχε προκύψει κάποιο γεγονός, το οποίο να υποδηλώνει πλήρη και οριστική αποχώρηση αυτού από την ομάδα στο χρονικό διάστημα από το 1992 μέχρι τη σύλληψή του] δεν υπήρχε λόγος να περιλαμβάνονται πρόσθετα περιστατικά, που να καταδεικνύουν ενεργό συμμετοχή του αναιρεσείοντος και μετά το έτος
- Ο αναιρεσείων είχε εξ αρχής τη δυνατότητα να πληροφορηθεί με επάρκεια την κατηγορία και το λόγο αυτής και, πράγματι, την πληροφορήθηκε τόσο στην ανάκριση όσο και με την επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος. Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ5, με τον οποίο προβάλλεται σχετική ή σε κάθε περίπτωση απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω ελλιπούς περιγραφής στο παραπεμπτικό βούλευμα της πράξεως της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και στέρησης του δικαιώματος επαρκούς ενημέρωσης ως προς την εκκρεμούσα κατηγορία και προσάπτονται στην παρεμπίπτουσα 210/6-2-2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' έφεση τις ίδιες αιτιάσεις, οι πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. 10.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που καταλύεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για την υπεράσπισή του νομικό συμπαραστάτη, είτε της δικής του επιλογής είτε διορισμένο εξ επαγγέλματος δωρεάν, όταν αυτό ενδείκνυται από το συμφέρον της δικαιοσύνης (άρθρο 6 παρ.1 και 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ, 20 παρ.1 του Συντάγματος). Το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να έχει αποτελεσματική υπεράσπιση από συνήγορο της επιλογής του εντάσσεται στα θεμελιώδη στοιχεία της δίκαιης δίκης (ΕΔΔΑ: Karatas και Sari κατά Γαλλίας της 16-5-2002). Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού, όμως, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης (ΕΔΔΑ: Berlinski κατά Πολωνίας της 20-6-2002, Lagerblom κατά Σουηδίας της 14-1-2003, Yurttas κατά Τουρκίας της 27-5-2004). Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να κριθεί εάν ο περιορισμός της δυνατότητας του κατηγορουμένου να έχει συνήγορο επέδρασε αρνητικά επί του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, στην οποία τίθεται τέτοιο ζήτημα (ΕΔΔΑ: Mamac και άλλοι κατά Τουρκίας της 20-4-2004, Sarikaya κατά Τουρκίας της 22-4-2004). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ "Σε δίκες για κακούργημα ο πρόεδρος πρέπει πάντοτε να διορίζει στον κατηγορούμενο, που αποχώρησε για οποιοδήποτε λόγο, συνήγορο για να παρίσταται αντί γι' αυτόν στη δίκη, αν αποχώρησε και ο συνήγορός του, που είχε αρχικά διοριστεί". Η διάταξη αυτή δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου που αποχωρεί, το οποίο ανάγεται στην υπεράσπισή του. Ως δικαίωμα, όμως, είναι δεκτικό μη άσκησης, πράγμα που συμβαίνει όταν ο κατηγορούμενος εκδηλώνει απερίφραστα την άρνησή του να έχει υπεράσπιση από συνήγορο διορισμένο εξ επαγγέλματος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Για τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έγιναν συνολικώς 247 συνεδριάσεις, που κατανεμήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-
- Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της 2-11-2006, ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4 [ήδη αναιρεσείων], διαμαρτυρόμενος για τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης, δήλωσε ότι αποχωρεί από τη διαδικασία και ανακαλεί την εντολή προς υπεράσπιση, την οποία είχε δώσει προς τους μέχρι τότε συνηγόρους της επιλογής του. Κατόπιν αυτού, αποχώρησαν και οι εν λόγω συνήγοροι. Μετά την εξέλιξη αυτή (ΚΠοινΔ 344 παρ.1 εδ. γ'), ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου, με την 9/2-11-2006 διάταξή του, διόρισε αυτεπαγγέλτως ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ4, τους δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Δημητριάδη, Παναγιώτη Δημάκο και Δημήτριο Δερβέντη, που επιλέχθηκαν από τον ισχύοντα πίνακα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (ΚΠοινΔ 96 παρ.1, 340 παρ.1). Ταυτόχρονα, με την 2448/2-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την επομένη ημέρα, προκειμένου να κληθούν και αναλάβουν τα καθήκοντά τους οι ως άνω συνήγοροι. Την 3-11-2006, εμφανίσθηκαν και αποδέχθηκαν το διορισμό τους οι συνήγοροι Ιωάννης Δημητριάδης και Δημήτριος Δερβέντης, στη διάθεση των οποίων τέθηκε η δικογραφία και κάθε πρόσθετη γραμματειακή υποστήριξη, με αντίστοιχο ηλεκτρονικό υλικό. Ο δικηγόρος Παναγιώτης Δημάκος δεν εμφανίσθηκε. Γι' αυτό, ο πρόεδρος με την 10/3-11-2006 διάταξη διέταξε την κλήση του εν λόγω συνηγόρου για την 6-11-
- Ταυτόχρονα, με την 2449/3-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο αρχικά αποδεχθείς το διορισμό, δικηγόρος Δημήτριος Δερβέντης, κατέθεσε στο δικαστήριο την από 6-11-2006 δήλωσή του και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι, όπως διαπίστωσε, ο Χ4 αποστρέφεται το πρόσωπό του, δεν τον εμπιστεύεται και δεν τον αναγνωρίζει ως υπερασπιστή. Κατόπιν αυτών, δήλωσε ότι κωλύεται να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα του συνηγόρου υπερασπίσεως του εν λόγω κατηγορουμένου, αποποιήθηκε το διορισμό του και αποχώρησε. Επίσης, αποποιήθηκε το διορισμό του και ο συνήγορος Παναγιώτης Δημάκος, παρά το γεγονός ότι κατ' άρθρο 47 παρ.4 του ν. δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" ο εν λόγω διορισμός είναι υποχρεωτικός. Ακολούθως, με την 11/6-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Απόστολος Βαϊνάς και Άγγελος Βαρουτσής, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 7-11-
- Ταυτόχρονα, με την 2486/6-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτή, ο δικηγόρος Απόστολος Βαϊνάς, ενώ κατ' αρχήν απεδέχθη και για λόγους δεοντολογίας θέλησε να αναζητήσει τον Χ4, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε να τον συναντήσει και του διεμήνυσε ότι δεν τον αποδέχεται ως συνήγορο. Ως εκ τούτου, δήλωσε ότι δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του στη δίκη αυτή χωρίς τη συναίνεση του κατηγορουμένου και, αφού αποποιήθηκε το διορισμό του, αποχώρησε. Ομοίως, αποποιήθηκε το διορισμό του και ο έτερος συνήγορος Άγγελος Βαρουτσής και αποχώρησε. Τότε, με την 2550/7-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέταξε να αποσταλεί απόσπασμα των προχείρων πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, για τον πειθαρχικό έλεγχο των ως άνω δικηγόρων, που αρνήθηκαν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Μετά απ' αυτά, με την 12/7-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Ανδρέας Ανδρεάδης και Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 8-11-
- Ταυτόχρονα, με την 2550/7-11-2006 (ταυτάριθμη) απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτήν, και πάλι ουδείς από τους ως άνω ανέλαβε την υπεράσπιση του Χ4 και το δικαστήριο, με την 2555/8-11-2006 απόφαση, διαβίβασε απόσπασμα των προχείρων πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, για τη διενέργεια των νομίμων. Ακολούθως, με την 13/8-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκαν αυτεπαγγέλτως, ως συνήγοροι του Χ4, οι δικηγόροι Αθηνών Γεωργία Αντωνέλλου και Μιχαήλ Ασημαντώνης, οι οποίοι κλήθηκαν να εμφανιστούν την 9-11-
- Ταυτόχρονα, με την 2556/8-11-2006 απόφαση, το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο. Κατ' αυτή, η συνήγορος Γεωργία Αντωνέλλου αποδέχθηκε το διορισμό της και το δικαστήριο έθεσε στη διάθεσή της τη δικογραφία και κάθε γραμματειακή υποστήριξη, με ηλεκτρονικό υλικό. Ο έτερος δικηγόρος αποποιήθηκε το διορισμό του και αποχώρησε. Το δικαστήριο, με την 2583/9-11-2006 απόφαση διαβίβασε και πάλι απόσπασμα των πρακτικών στο Δικηγορικό Σύλλογο. Ακολούθως, με την 14/9-11-2006 διάταξη του προέδρου, διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, ως συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, η δικηγόρος Αθηνών Σοφία Σιμινή, η οποία κλήθηκε να εμφανιστεί την 10-11-
- Ταυτόχρονα, με την 2583/9-11-2006 ταυτάριθμη απόφαση, το Δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η ως άνω συνήγορος αποδέχθηκε το διορισμό της. Ακολούθως, με την 2585/10-11-2006 απόφαση, στους τελικώς αποδεχθέντες τον εξ επαγγέλματος διορισμό συνηγόρους Ιωάννη Δημητριάδη, Γεωργία Αντωνέλλου και Σοφία Σιμινή χορηγήθηκε προθεσμία μέχρι την 27-11-2006, προκειμένου να μελετήσουν τη δικογραφία, η οποία και τέθηκε αμέσως στη διάθεσή τους. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2722/27-11-2006 απόφαση και κατόπιν αιτήματος των εν λόγω συνηγόρων, χορηγήθηκε νέα προθεσμία προετοιμασίας μέχρι την 4-12-
- Κατ' αυτήν, όμως, η εκ των άνω συνηγόρων Σοφία Σιμινή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι, σε γενομένη επίσκεψή της στον κρατούμενο Χ4, αυτός της δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται ως συνήγορο, διότι δεν τη θεωρεί ικανή να τον υπερασπισθεί και ότι σχετικώς της έχει αποστείλει εξώδικη δήλωση. Γι' αυτό παραιτήθηκε από τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν και αποχώρησε. Κατόπιν αυτού, η διαδικασία προχώρησε και ο Χ4 είχε εκπροσώπηση από τους δικηγόρους Γεωργία Αντωνέλλου και Ιωάννη Δημητριάδη. Κατά τη συνεδρίαση της 4-1-2007, η εξ αυτών Γεωργία Αντωνέλλου κατέθεσε στο δικαστήριο την από 1-12-2006 εξώδικη δήλωση του Χ4, που απευθυνόταν στους τρεις συνηγόρους οι οποίοι είχαν αποδεχθεί τον αυτεπάγγελτο διορισμό και υπογραφόταν από τον εντολοδόχο δικηγόρο του δηλούντος, Γεώργιο Γκουντούνα, το περιεχόμενο της οποίας καταχωρήθηκε αυτούσιο στα πρακτικά. Στη δηλωση αυτή ο αναιρεσείων ανέφερε ότι αρνείται να έχει εκπροσώπηση στη δίκη τόσο από τους συγκεκριμένους συνηγόρους όσο και από οποιοδήποτε άλλο και κατέληγε με τις φράσεις: "Υπεράσπιση κατηγορούμενου κόντρα στη βούλησή του είναι αδιανόητη. Γι' αυτό κι όταν αυτός ρητά αρνείται την εκπροσώπησή του από τους αυτεπαγγέλτως διορισθέντες, είτε αρνείται το διορισμό οιουδήποτε δικηγόρου..., δεν μπορεί κανείς και με καμία πρόφαση να αγνοήσει τη βούλησή του και να τον εκπροσωπήσει με το ζόρι". Παρά ταύτα, οι δύο εξ επαγγέλματος συνήγοροι συνέχισαν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Αργότερα, στη συνεδρίαση της 12-1-2007, ο εξ αυτών Ιωάννης Δημητριάδης κατέθεσε στο δικαστήριο αντίγραφο της από 11-1-2006 έγκλησης του Χ4 εναντίον αυτού και της Γεωργίας Αντωνέλλου, με την οποια ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την ποινική τους δίωξη για απιστία δικηγόρου, στοιχειοθετούμενη, κατά την άποψή του, από τον τρόπο που είχαν ασκήσει μέχρι τότε τα καθήκοντά τους ως εξ επαγγέλματος υπερασπιστές αυτού. Για το λόγο αυτό, και οι ως άνω δικηγόροι, παρά την αρχική επιθυμία τους να συμμορφωθούν προς τη δικαστική επιταγή, δήλωσαν ότι παραιτούνται από τα καθήκοντά τους, γιατί κατά τη γνώμη τους δεν ήταν δυνατό να υπερασπίζονται ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ένα κατηγορούμενο, με τον οποίο επρόκειτο να έχουν ποινική αντιδικία σε άλλη υπόθεση. Κατόπιν, αποχώρησαν από το ακροατήριο. Ύστερα από τα προσκόμματα αυτά και αφού είχε καταναλωθεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχαν διορισθεί αυτεπαγγέλτως δέκα δικηγόροι ως συνήγοροι του κατηγορουμένου Χ4, χωρίς να δυνηθούν να αναλάβουν την υπεράσπισή του λόγω της απολύτου αρνήσεώς του να τους δεχθεί και της καταμηνύσεως των τελευταίων εξ αυτών, το Πενταμελές Εφετείο, με την παρεμπίπτουσα 48/12-1-2006 απόφασή του, έκρινε ότι η δίκη θα έπρεπε να συνεχισθεί χωρίς τη φυσική παρουσία του Χ4, ο οποίος είχε αποχωρήσει εκουσίως και χωρίς την εκπροσώπησή του από συνήγορο ούτε της επιλογής του, διότι είχε ανακαλέσει την υπερασπιστική εντολή προς τους αρχικώς διορισθέντες από τον ίδιο ούτε αυτεπαγγέλτως διορισμένο, διότι είχε αντιταχθεί σταθερά σε οποιονδήποτε είχε επιλέξει από τον οικείο κατάλογο, νομίμως, ο πρόεδρος του δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, αξιολογούμενες συνολικά, το γεγονός ότι ο Χ4 δεν είχε εκπροσώπηση από συνήγορο μετά την 12-1-2007 και μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, δεν κατέλυσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ως προς αυτόν. Διότι η στέρηση συνηγόρου υπεράσπισης δεν μπορεί να αποδοθεί σε άρνηση ή ολιγωρία του δικαστηρίου, αλλά σε συνειδητή επιλογή του ιδίου του κατηγορουμένου, ο οποίος με την όλη συμπεριφορά του (και ρητώς, με την εξώδικη δήλωση που προαναφέρθηκε και αξιολογήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας) απεμπόλησε το σχετικό δικαίωμα. Πράγματι, ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που επέλεξε να αποχωρήσει από τη διαδικασία στο ακροατήριο και να ανακαλέσει την εντολή εκπροσώπησης από τους συνηγόρους, που ο ίδιος είχε διορίσει κατά την έναρξή της. Όταν αποχώρησαν και οι συνήγοροι της επιλογής του, το δικαστήριο έσπευσε να διορίσει νέους, εξ επαγγέλματος, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία. Όταν οι διορισμένοι συνήγοροι, αποδοκιμαζόμενοι από τον κατηγορούμενο, αποποιήθηκαν το διορισμό τους και αποχώρησαν από το ακροατήριο, το δικαστήριο διαβίβασε τα πρακτικά της δίκης αρμοδίως για την κίνηση της προσήκουσας πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον τους. Και μόνο όταν ο κατηγορούμενος, κατ' επανάληψη, αρνήθηκε να δεχθεί την υπεράσπισή του από τους διορισμένους συνηγόρους, όχι μόνο με απλά λεκτικό, αλλά και με δικονομικά επιθετικό τρόπο (με το να τους καταμηνύσει για αξιόποινη πράξη και να δημιουργήσει ζήτημα δεοντολογίας), το δικαστήριο παρέκαμψε την προσπάθειά του για παρέλκυση της δίκης και προχώρησε στη διαδικασία με τον τρόπο που αναφέρθηκε. Τα αντίθετα, που ο αναιρεσείων τώρα υποστηρίζει, περί παραβιάσεως του δικαιώματός του να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, ελέγχονται ως αντιφατικά προς την προηγούμενη δική του συμπεριφορά. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ4, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της, μετά την αποχώρησή του, προόδου της δίκης απόντος αυτού και χωρίς να εκπροσωπείται από συνήγορο (ΚΠοινΔ 171 παρ.1 στοιχ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α'), είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η εκ των αυτών διατάξεων ακυρότητα λόγω του ότι, με την 126/17-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, ο αναιρεσείων προσήχθη βιαίως για να υποβληθεί σε ερωτήσεις από συγκατηγορουμένους, σε βάρος των οποίων είχε καταθέσει στην προδικασία. Πράγματι, το μέτρο αυτό δεν απαγορεύεται (πρβλ. ΚΠοινΔ 344 παρ.2) στο βαθμό που εξυπηρετεί το υπερασπιστικό δικαίωμα των συγκατηγορουμένων (βλ. παρακάτω, αρ.13), με την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει σεβαστό το δικαίωμα σιωπής του βιαίως προσαγομένου κατηγορουμένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, το δικαστήριο της ουσίας επέτρεψε εκ νέου στον αναιρεσείοντα να αποχωρήσει, όταν, μετά την εκτέλεση της βίαιης προσαγωγής του, βεβαιώθηκε ως προς την επιμονή του να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, από οπουδήποτε και αν προερχόταν. 11.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω, αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, που παραβιάζεται [μεταξύ άλλων και] όταν δεν δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για την υπεράσπισή του νομικό συμπαραστάτη της δικής του επιλογής (άρθρο 6 παρ.1 και 3 στοιχ. γ' της ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα αυτό εντάσσεται στα θεμελιώδη στοιχεία της δίκαιης δίκης. Ο τρόπος άσκησής του εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης. Το δικαίωμα αυτό απεμπολείται όταν ο κατηγορούμενος αποχωρεί από τη διαδικασία και ανακαλεί την εντολή, που κατά την έναρξή της είχε δώσει σε συνήγορο της επιλογής του, αφού στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί το συνήγορο που αυτεπαγγέλτως θα διορίσει ο πρόεδρος του δικαστηρίου (ΚΠοινΔ 344 παρ.1). Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να κριθεί εάν ο περιορισμός της δυνατότητας του κατηγορουμένου να έχει συνήγορο της επιλογής του επέδρασε αρνητικά επί του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη, πρέπει να εξετάζεται το σύνολο της διαδικασίας, στην οποία τίθεται τέτοιο ζήτημα (βλ. παραπάνω, αρ.10). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τα ακόλουθα: Για τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας έγιναν συνολικώς 247 συνεδριάσεις, που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από την 2-12-2005 μέχρι την 14-5-
- Κατά τη 10η συνεδρίαση της 20-12-2005, ο αναιρεσείων Χ1, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αμφισβήτησε την ανεξαρτησία του δικαστηρίου και ισχυρίσθηκε ότι αυτό "ακολουθεί τις οδηγίες της ημεδαπής εκτελεστικής εξουσίας, όπως υπαγορεύονται από ισχυρούς αλλοδαπούς παράγοντες". Κατόπιν, αποχώρησε από τη διαδικασία, λέγοντας ότι το κάνει "για να μη νομιμοποιήσει με την παρουσία του την προαποφασισμένη καταδίκη του". Παράλληλα, ανακάλεσε την εντολή υπεράσπισης, την οποία είχε δώσει κατά την έναρξη της δίκης σε δύο δικηγόρους της επιλογής του. Γι' αυτό, αποχώρησαν και οι συνήγοροί του. Η δίκη διεκόπη. Μετά την εξέλιξη αυτή (ΚΠοινΔ 344 παρ.1 εδ. γ'), κατά την 11η συνεδρίαση της 21-12-2005, ο πρόεδρος του Πενταμελούς Εφετείου, με την 1/21-12-2005 διάταξή του, διόρισε αυτεπαγγέλτως ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1 τους δικηγόρους Αθηνών Ιωάννη Ραχιώτη και Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο, που ήσαν οι ίδιοι, οι οποίοι υπεράσπιζαν τον κατηγορούμενο κατ' επιλογή του, μέχρι την προηγούμενη ημέρα. Οι εν λόγω δικηγόροι επικαλέσθηκαν ζήτημα δεοντολογίας, λόγω της προηγηθείσας ανάκλησης της εντολής του Χ1 προς το πρόσωπό τους, αποποιήθηκαν το διορισμό και αποχώρησαν από το ακροατήριο. Η δίκη διεκόπη και πάλι. Κατά τη 12η συνεδρίαση της 22-12-2005, ο πρόεδρος, με την 2/22-12-2005 διάταξη, διόρισε ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1τους δικηγόρους Αθηνών Ευστάθιο Βλαντή, Κωνσταντίνο Ζαχαράκη και Ιωάννη Ηλιάδη, τους οποίους κάλεσε να προσέλθουν στο ακροατήριο την 3-1-2006, για να αναλάβουν τα καθήκοντά τους. Και οι τρεις επικαλέσθηκαν λόγους υγείας, αποποιήθηκαν το διορισμό και αποχώρησαν. Στη συνέχεια, κατά τη 13η συνεδρίαση της 3-1-2006, ο πρόεδρος, με την 3/3-1-2006 διάταξη, διόρισε ως συνηγόρους υπερασπίσεως του Χ1τους δικηγόρους Αθηνών Θεόδωρο Αγγελή, Γεώργιο Κάβουρα και Θεόδωρο Θεοχάρη, τους οποίους κάλεσε να προσέλθουν στο δικαστήριο την 4-1-2006, για να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Αυτοί ανέλαβαν την υπεράσπιση και το δικαστήριο, κατά τη 14η συνεδρίαση της 4-1-2006, με την 4/4-1-2006 απόφαση, διέκοψε τη δίκη για την 19-1-2006, προκειμένου να λάβουν γνώση της δικογραφίας. Έκτοτε, από τη 15η συνεδρίαση της 19-1-2006, τον αποχωρήσαντα κατηγορούμενο Χ1 υπεράσπιζαν οι εξ επαγγέλματος διορισμένοι συνήγοροι. Μετά την πάροδο περίπου ενός έτους από την αποχώρησή του, κατά την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006, ο κατηγορούμενος επέστρεψε στη διαδικασία και δήλωσε ότι εξακολουθεί μεν να εμμένει στους λόγους, για τους οποίους είχε αποχωρήσει από τη διαδικασία την 20-12-2005, αλλ' ότι, προκειμένου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησης προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 35 παρ.1 της ΕΣΔΑ), επανέρχεται στο ακροατήριο και διορίζει ως συνηγόρους υπεράσπισης τους δικηγόρους Ιπποκράτη Μυλωνά και Antoine Comte. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την 2721/27-11-2006 παρεμπίπτουσα απόφαση, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία προσδιορίζει σε τρεις το μέγιστο αριθμό των συνηγόρων που μπορεί να έχει ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 340 παρ.1 και 344 παρ.1 του ίδιου κώδικα, του άρθρου 47 παρ.4 του ν. δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" και του άρθρου 25 παρ.3 του Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την καταχρηστική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, αρνήθηκε να ανακαλέσει τον αυτεπάγγελτο διορισμό των συνηγόρων Θεοδώρου Αγγελή, Γεωργίου Κάβουρα και Θεοδώρου Θεοχάρη και, κατ' επέκταση, αρνήθηκε να επιτρέψει την επί πλέον αυτών παράσταση των προτεινόμενων δικηγόρων Ιπποκράτη Μυλωνά και Antoine Comte, ως συνηγόρων της επιλογής του Χ
- Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 2721/27-11-2006 απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε την προηγούμενη στάση του κατηγορουμένου, την εκ μέρους του, χωρίς εύλογη αιτία, ανάκληση της εντολής προς τους αρχικώς επιλεγέντες συνηγόρους, την καθυστέρηση, την οποία είχε προκαλέσει στη διαδικασία η προσπάθεια αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρων και την αβεβαιότητα ως προς το αν η επιθυμία του κατηγορουμένου να μετάσχει στη διαδικασία ήταν σπουδαία ή αν, εν όψει και της δηλώσεως που είχε κάνει κατά την επάνοδό του, θα μεταβαλλόταν εκ νέου, πριν από την περάτωση της δίκης. Κατά την 178η συνεδρίαση της 14-12-2006, ο αναιρεσείων επανέφερε το αίτημα ανακλήσεως του αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρων, θεμελιώνοντάς το στον ισχυρισμό ότι οι δικηγόροι που είχαν διορισθεί δεν ήσαν επαρκείς για να του προσφέρουν μια αποτελεσματική υπεράσπιση, διότι δεν είχαν ιδιαίτερη εμπειρία στο χειρισμό ποινικών υποθέσεων, δεν γνώριζαν αγγλικά και γαλλικά για να έχουν πρόσβαση στη νομολογία του ΕΔΔΑ και δεν είχαν ταυτόχρονη και συνεχή παρουσία στο ακροατήριο. Στην επόμενη συνεδρίαση, το δικαστήριο, με την 2957/15-12-2006 παρεμπίπτουσα απόφαση, απέρριψε το αίτημα ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ότι, παρά την άρνηση του κατηγορουμένου να συνεργασθεί με τους διορισμένους συνηγόρους, τουλάχιστον ένας ή δύο από αυτούς, εκ περιτροπής, παρευρίσκονταν πάντοτε στη διαδικασία επί ένα έτος, παρενέβαιναν υπέρ αυτού διατυπώνοντας αρνήσεις και ενστάσεις, ζητώντας την ανάγνωση εγγράφων ή εξετάζοντας μάρτυρες και, γενικώς, ασκούσαν την υπεράσπιση με επιμέλεια, που αναδείκνυε γνώση της δικογραφίας και ενδιαφέρον για τα συμφέροντα του κατηγορουμένου που εκπροσωπούσαν. Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσείων Χ1,από την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006 μέχρι την 182η συνεδρίαση της 27-12-2006, παρέστη στη διαδικασία έχοντας ως υπερασπι στές τους ως άνω αυτεπαγγέλτως διορισμένους συνηγόρους και όχι εκείνους που ήθελε ο ίδιος. Κατά τη συνεδρίαση της 27-12-2006, ο εκ των διορισμένων συνηγόρων Θεόδωρος Θεοχάρης υπέβαλε αίτημα να απαλλαγεί από το καθήκον της υπεράσπισης για λόγους υγείας. Το αίτημα έγινε δεκτό και με την 16/27-12-2006 διάταξη του προέδρου ανακλήθηκε ο διορισμός του εν λόγω δικηγόρου. Στη συνέχεια, από την 183η συνεδρίαση της 3-1-2007 μέχρι την 185η συνεδρίαση της 8-1-2007 ο Χ1 είχε ως υπερασπιστές τους αυτεπαγγέλτως διορισμένους συνηγόρους Θεόδωρο Αγγελή και Γεώργιο Κάβουρα, χωρίς να θέσει ζήτημα υποκατάστασης του ανακληθέντος συνηγόρου από άλλον της επιλογής του. Κατά την 186η συνεδρίαση της 9-1-2007, το ζήτημα αυτό τέθηκε και το δικαστήριο, με την 20/9-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση, κατά πλειοψηφία, επέτρεψε την παράλληλη υπεράσπιση του κατηγορουμένου τόσο από τους ως άνω δύο διορισμένους συνηγόρους όσο και από το συνήγορο της επιλογής του, Ιπποκράτη Μυλωνά, που ήταν παρών. Κατά την 192η συνεδρίαση της 19-1-2007, ο αναιρεσείων ζήτησε και πάλι την ανάκληση του αυτεπάγγελτου διορισμού των απομεινάντων δύο συνηγόρων. Το δικαστήριο, με την 156/19-1-2007 παρεμπίπτουσα απόφαση ενέμεινε στην παράλληλη υπεράσπιση, κατά τα προαναφερθέντα και απέρριψε το αίτημα. Τέλος, κατά την 194η συνεδρίαση της 23-1-2007, ο ως άνω συνήγορος επιλογής του Χ1 γνωστοποίησε προς το δικαστήριο ότι μαζί με αυτόν συμπαρίσταται και ο γάλλος δικηγόρος Antoine Comte, ο οποίος τότε δεν βρισκόταν στην Ελλάδα, αλλά επρόκειτο να έλθει προσεχώς για να αγορεύσει και να κάνει κάποιες δηλώσεις, στον κατάλληλο χρόνο. Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ο αναιρεσείων Χ1δεν ε ίχε συνήγορο της επιλογής του από την 175η συνεδρίαση της 27-11-2006 μέχρι την 182η συνεδρίαση της 27-12-2006, δηλαδή κατά τη διάρκεια οκτώ
(8)συνεδριάσεων του δικαστηρίου επί συνόλου διακοσίων σαράντα επτά
(247). Κατά τις επόμενες τρεις
(3)συνεδριάσεις θα μπορούσε να έχει, παραλλήλως, συνήγορο της επιλογής του, αλλά δεν το ζήτησε. Οι περιστάσεις, υπό τις οποίες αποχώρησε και επανήλθε ο Χ1 οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι δεν θα έπρεπε να ανακαλέσει τους συνηγόρους που είχαν διορισθεί αυτεπαγγέλτως, προ έτους, για την υπεράσπισή του, αφού στο ενδεχόμενο νέας αποχώρησης αυτού και νέας ανάκλησης της εντολής από τους δικηγόρους της επιλογής του θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ο αυτεπάγγελτος διορισμός άλλων. Μόλις το δικαστήριο πείσθηκε για τη σπουδαιότητα της προθέσεως του Χ1 να παραμείνει στη διαδικασία, αξιοποίησε το υποβληθέν αίτημα απαλλαγής του ενός από τους διορισμένους συνηγόρους και, αποδεχόμενο το μετά τρεις συνεδριάσεις υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου, επέτρεψε στη θέση του αποχωρήσαντος την υποκατάσταση του συνηγόρου της επιλογής του, ο οποίος ως συνήγορος και ετέρου κατηγορουμένου (του Χ5) ήταν ενημερωμένος τόσο για τη δικογραφία όσο και για την προηγηθείσα διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι ο Χ1δεν ε ίχε εκπροσώπηση από συνήγορο της επιλογής του για χρονικό διάστημα ιδιαιτέρως βραχύ σε σχέση αφ' ενός με τη συνολική διάρκεια της δίκης και αφ' ετέρου με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ίδιος αδιαφόρησε για την υπεράσπισή του (απουσίασε επί 165 συνεδριάσεις, κατά τις οποίες είχε ανακαλέσει τους συνηγόρους της επιλογής του και εκπροσωπούταν από τους αυτεπαγγέλτως διορισμένους δικηγόρους, με τους οποίους αρνιόταν να επικοινωνήσει) δεν κατέλυσε το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης ως προς αυτόν ούτε και αποτέλεσε μεροληψία του δικαστηρίου σε βάρος αυτού, αφού ο ίδιος απεμπόλησε το σχετικό δικαίωμα με την αποχώρησή του από τη διαδικασία. Επομένως, οι τρίτος λόγος του αναιρετηρίου και δέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου του αναιρεσείοντος Χ1 καθώς και ο ενδέκατος λόγος του προσθέτου δικογράφου ως προς το β' σκέλος αυτού, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στις παρεμπίπτουσες 2721/27-11-2006, 2957/15-12-2006, 20/9-1-2007 και 156/19-1-2007 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 12.Προκειμένου να έχει η καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει, πέραν των άλλων, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, το καθένα στο σύνολό του και όχι μόνο ορισμένα από αυτά ή κάποιο από αυτά αποσπασματικά. Για τη βεβαιότητα αυτή, όμως, αρκεί η κατ' είδος, προεισαγωγική μνεία των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ αποδεικτικών μέσων (π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς την ανάγκη αναφοράς ενός εκάστου ή του περιεχομένου αυτού στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως. Και ακόμη, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα στις επί μέρους αιτιολογίες της αποφάσεως δεν υποδηλώνει χωρίς άλλο το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα, για τα οποία δεν υπήρξε λόγος ιδιαίτερης επισήμανσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε επί της ενοχής των αναιρεσειόντων την 1149/3-5-2007 απόφαση, στην οποία, μετά την απάντηση σε συγκεκριμένα διαδικαστικά ζητήματα και την παράθεση των αναγκαίων νομικών σκέψεων, αναφέρει προεισαγωγικά ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε (ακολουθεί κατά λέξη μεταφορά του κειμένου, εντός εισαγωγικών, από την προσβαλλόμενη απόφαση στην παρούσα σκέψη) "από τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, από τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτύρων που αναγνώσθηκαν χωρίς αντίρρηση των διαδίκων και των συνηγόρων τους και γενικά όλων ανεξαιρέτως των καταθέσεων των μαρτύρων που αναγνώσθηκαν νομίμως (στις οποίες όμως δεν συγκαταλέγονται και δεν αξιολογούνται αποδεικτικά εκείνες των μαρτύρων ... και ... στην υπόθεση έκρηξη στο ...καθόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία εξετάσεώς τους σε κανένα στάδιο της διαδικασίας), καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αναγνώσθηκαν από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ως τμήμα αυτών, όπως λεπτομερώς όλες οι ανωτέρω καταθέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν όπως όλα λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας στα οποία περιλαμβάνονται και οι προκηρύξεις της ΕΟ 17Ν, τα πειστήρια τετράδια που βρέθηκαν στα κρησφύγετα της ΕΟ 17Ν και αναφέρονται στα οικονομικά της, τα δημοσιεύματα εφημερίδων, περιοδικών, εντύπων, το προβληθέν στο ακροατήριο, κατόπιν των σχετικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων 1922, 1932 και 2314/06 του Δικαστηρίου αυτού, σε δύο μέρη, αντίγραφο της βιντεοκασέτας DVD, που περιέχει τα κεντρικά δελτία ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ...αναφορικά με την περιεχόμενη σ' αυτά τηλεφωνική συνέντευξη του Χ3 προς τους αναφερόμενους σ' αυτά δημοσιογράφους, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα του τμήματος Εξερευνήσεων και των τμημάτων όλων ανεξαιρέτως των Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και των Υποδιευθύνσεών της καθώς και όλων ανεξαιρέτως των Τμημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και των Δ/νσεων και Υποδ/νσεων Ασφαλείας αυτής, όπως όλα λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και εκείνες των νομίμως διορισθέντων Τεχνικών Συμβούλων, που αναγνώσθηκαν, επίσης, και λεπτομερώς αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας από όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις αυτοψίας και τις λοιπές εκθέσεις (νεκροψίας-νεκροτομής, ιατροδικαστικές, τοξικολογικές, εργαστηριακές, έρευνας, ανευρέσεως, παραδόσεως, κατασχέσεων, αποδόσεως κατασχεθέντων, κατ' οίκον έρευνας, σωματικών ερευνών, ρούχων, ακρόασης, απομαγνητοφώνησης, εξετάσεως πειστηρίων, απόρρητες εκθέσεις, εγχειρήσεως, δοκιμής κλειδιών, γραφολογικές, όπλων, πυρομαχικών, εκρηκτικών) που όλες αυτές επίσης αναγνώσθηκαν και λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, τις επισκοπηθείσες φωτογραφίες, σκίτσα και σχεδιαγράμματα που λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας, από τις δηλώσεις των κατηγορουμένων που περιέχονται λεπτομερώς στα πρακτικά της παρούσας, από τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τόσο κατά το μέρος τους που περιέχουν ομολογίες ή αρνήσεις της κατηγορίας, όσο και κατά το μέρος που περιέχουν επιβαρυντικά ή ευνοϊκά στοιχεία για άλλους συγκατηγορουμένους, από τις εκθέσεις απολογιών (και των συνοδευόντων αυτές υπομνημάτων) της προδικασίας που αναγνώσθηκαν και λεπτομερώς, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά της παρούσας κατόπιν των σχετικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων του Δικαστηρίου αυτού, που λεπτομερώς επίσης προμνημονεύθηκαν, του ήδη καταδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση Χ3 και των κατηγορουμένων Χ4, Χ5, Χ2, Φ3, Φ7, Φ6 κατόπιν, επίσης, παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά το μέρος που περιέχουν τις αναφερθείσες και στα πρακτικά της παρούσας περικοπές από την απολογία του κατηγορουμένου Φ4 και περιέχουν παρόμοια, ως άνω στοιχεία, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν στο σύνολό τους και από όλη την εν γένει περί την απόδειξη διαδικασία". Στη συνέχεια, όταν το Δικαστήριο αναφέρεται στις επί μέρους πράξεις, οι οποίες αποδίδονται στον καθένα από τους κατηγορουμένους, δεν επαναλαμβάνει κάθε φορά την ως άνω εκτενή περικοπή, αλλά είτε αρκείται στην προηγηθείσα αναφορά της είτε μνημονεύει συνδυαστικά συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση του επί μέρους αποδεικτικού πορίσματος. Η εν λόγω αναφορά στα αποδεικτικά μέσα είναι επαρκής και δεν αποστερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ1 και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου του αναιρεσείοντος Χ5, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. 13.Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλ. παραπάνω αρ.7), απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος. Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων] δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας ή επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίας" (ΑΠ 23/2001). Σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δοθεί από το ΕΔΔΑ στην εν λόγω διάταξη, ως μάρτυρας κατηγορίας για την εφαρμογή της ΕΣΔΑ θεωρείται κάθε πρόσωπο, του οποίου οι δηλώσεις επιβαρύνουν τον κατηγορούμενο, τίθενται υπ' όψη του δικαστηρίου και αξιολογούνται αποδεικτικά από αυτό. Υπό την έννοια αυτή, ως μάρτυρας κατηγορίας θεωρείται και ο συγκατηγορούμενος, στην έκταση που οι δηλώσεις, τις οποίες κάνει στο πλαίσιο της απολογίας του, αποβαίνουν σε βάρος του κατηγορουμένου (ΚΠοινΔ 211Α, ΕΔΔΑ: Luca κατά Ιταλίας της 27-5-2001, ΑΠ 1133/2007). Η άσκηση του δικαιώματος της εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας εκ μέρους του κατηγορουμένου αποβλέπει στη διερεύνηση αφ' ενός της ακρίβειας των γεγονότων που εξιστορούνται και αφ' ετέρου της αξιοπιστίας του προσώπου που κάνει την εξιστόρηση (ΕΔΔΑ: Van Mechelen και άλλοι κατά Ολλανδίας της 23-4-1997). Γι' αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προσήλωση στις αρχές της αμεσότητας, της προφορικότητας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης, προς τις οποίες δεν συνάδει η επ' ακροατηρίου ανάγνωση των γραπτών καταθέσεων της προδικασίας, ιδίως όταν το πρόσωπο που τις έχει δώσει δεν συμμετέχει στη δίκη (ΚΠοινΔ 333 παρ.2, 357 παρ.3 και 4, 358). Εν τούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες οι εν λόγω αρχές υποχωρούν και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας υπόκειται σε περιορισμούς (ΚΠοινΔ 365 παρ.1, ΕΔΔΑ: Laukkanen και Manninen κατά Φινλανδίας της 3-2-2004). Η ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας στο ακροατήριο δεν θεωρείται καθ' εαυτή αντίθετη προς το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, εφ' όσον η αποδεικτική τους χρησιμοποίηση συμπορεύεται με τα δικαιώματα της υπεράσπισης (ΕΔΔΑ: Craxi κατά Ιταλίας της 5-12-2002, Unterpertinger κατά Αυστρίας της 24-11-1986). Αυτό συμβαίνει όταν είχε δοθεί στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του η πρόσφορη και επαρκής δυνατότητα να απευθύνει ερωτήσεις και να αντικρούσει το μάρτυρα κατηγορίας, είτε όταν εκείνος κατέθετε στην προδικασία είτε σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία γίνεται η ανάγνωση εν απουσία του μάρτυρα (ΚΠοινΔ 97 παρ.1 και 219 παρ.2, ΕΔΔΑ: Kostovski κατά Ολλανδίας της 20-11-1989). Από τη χρήση της δυνατότητας αυτής, βέβαια, ο κατηγορούμενος μπορεί να παραιτηθεί (ΕΔΔΑ: Pullar κατά Ηνωμένου Βασίλειου της 10-6-1996). Όπως, επίσης, μπορεί να παραιτηθεί και από το δικαίωμα της εναντίωσης στην ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 1727/2005, 23/2001). Στις περιπτώσεις αυτές, εφ' όσον η παραίτηση του κατηγορουμένου προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΕΔΔΑ: Sadak και άλλοι κατά Τουρκίας της 17-7-2001), δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, όταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να έχει παραιτηθεί με αναμφίβολο τρόπο, αφ' ενός δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να απευθύνει ερωτήσεις στο μάρτυρα κατηγορίας που απουσιάζει από το ακροατήριο και αφ' ετέρου έχει εναντιωθεί στην ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας, τότε, για την κατάφαση παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων απαιτείται, επί πλέον, α) η αποστέρηση του κατηγορουμένου από τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στο μάρτυρα κατηγορίας κατά την προδικασία ή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο να οφείλεται σε ολιγωρία [αμέλεια] των αστυνομικών ή των δικαστικών αρχών (ΕΔΔΑ: Ferrandelli και Santangelo κατά Ιταλίας της 7-8-1996) και β) η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, που ανέγνωσε και έλαβε υπ' όψη τις προανακριτικές καταθέσεις, να στηρίζεται αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό στην κατάθεση που έχει αναγνωσθεί (ΕΔΔΑ: Kollcaku κατά Ιταλίας της 8-2-2007, ΑΠ 1133/2007). Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ακυρότητα δεν υφίσταται.Εν προκειμένω, από την επισκόπηση αφ' ενός των προσβαλλόμενων αποφάσεων και των συνημμένων σε αυτές πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και αφ' ετέρου των αποφάσεων και των πρακτικών των δημοσίων συνεδριάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε κρίνει την ίδια υπόθεση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, προκύπτουν τα εξής: Μεταξύ των κατηγορουμένων, στους οποίους αποδόθηκε η δραστηριότητα της εγκληματικής οργάνωσης "ΕΟ 17Ν" και η συμμετοχή σ' αυτή, συγκαταλέγεται ο Χ3 (βλ. παραπάνω, αρ.2, ως προς το απαράδεκτο της δηλώσεως αναιρέσεως που άσκησε). Αυτός, που είχε τραυματισθεί σοβαρά την 29-6-2002, κατά την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού σε στόχο της οργάνωσης και έκτοτε νοσηλευόταν υπό φρούρηση στο κρατικό νοσοκομείο "...." της Αθήνας, εξετάσθηκε προανακριτικά ως κατηγορούμενος (ΚΠοινΔ 105, 243 παρ.2), μέσα στο νοσοκομείο, παρουσία του εισαγγελέως πρωτοδικών Ιωάννη Διώτη, που επόπτευε την προανάκριση και του υποστράτηγου ..., που ήταν προϊστάμενος της αρμόδιας αστυνομικής (αντιτρομοκρατικής) υπηρεσίας. Η εξέτασή του, που είχε τη νομική φύση και τον τύπο της απολογίας (ΚΠοινΔ 273, 274), υπήρξε εκτενής και διεκόπη επανειλημμένα, προκειμένου να παρέχεται σ' αυτόν η δυνατότητα αφ' ενός να αναπαύεται και αφ' ετέρου να υποβάλλεται, περιοδικώς, στην ενδεδειγμένη νοσηλεία. Για την προανακριτική απολογία του Χ3 συντάχθηκαν, διαδοχικά, οι εκθέσεις εξέτασης κατηγορουμένου με τις ημερομηνίες α) 11-7-2002, β) 20-7-2002, γ) 21-7-2002, δ) 22-7-2002 και ε) 27-7-
- Στις εκθέσεις αυτές γίνεται ειδική μνεία ότι στον κατηγορούμενο εξηγήθηκαν όλα τα υπερασπιστικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα να έχει τη συμπαράσταση συνηγόρου και ότι αυτός δήλωσε πως δεν επιθυμεί την άσκησή τους. Ακολούθησε η απολογία του Χ3 ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, που δόθηκε, επίσης, στο νοσοκομείο "..." κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Εν όψει της ανακριτικής απολογίας, ο κατηγορούμενος την 9-8-2002 ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να προετοιμασθεί και την 11-8-2002 απολογήθηκε, έχοντας ως νομικό συμπαραστάτη το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Αγιοστρατίτη. Στην απολογία αυτή ο Χ3 δήλωσε ότι έχει γνώση του περιεχομένου όλων των εγγράφων της ανακρίσεως και κατόπιν, αφού επιβεβαίωσε ρητώς όλες τις προηγηθείσες, προανακριτικές απολογίες του, έδωσε όσες διευκρινίσεις ζήτησε ο ανακριτής, χωρίς να ανασκευάσει τίποτε. Στο πλαίσιο των απολογιών αυτών, ο κατηγορούμενος δήλωσε μετανοημένος για τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση, ομολόγησε και περιέγραψε τη σύμπραξή του σε ένα μεγάλο αριθμό από τις δραστηριότητές της και υπέδειξε ως συνεργάτες ή καθοδηγητές του διάφορα πρόσωπα, άλλοτε μόνο με το ψευδώνυμο, με το οποίο εκείνα συμμετείχαν στην οργάνωση και άλλοτε, επιπλέον, με το πραγματικό τους όνομα. Με τον τρόπο αυτό, επιβάρυνε κάποιους από τους συγκατηγορουμένους του. Όταν η κατάσταση της υγείας του σταθεροποιήθηκε, την 2-9-2002, ο κατηγορούμενος, ως προσωρινά κρατούμενος, μετήχθη από το νοσοκομείο "..." στις φυλακές .... Την 27-10-2002, ο Χ3 κλήθηκε προς συμπληρωματική απολογία ενώπιον του αυτού εφέτη ανακριτή. Μετά τη λήψη προθεσμίας, απολογήθηκε την 31-10-2002, με την παρουσία του ως άνω δικηγόρου, οπότε κατέθεσε ταυτόχρονο υπόμνημα. Με το υπόμνημα αυτό αποκήρυξε όλα, όσα είχε καταθέσει προηγουμένως, τα οποία προσέβαλε ως αναληθή κατά περιεχόμενο. Δήλωσε ότι οι προανακριτικές και η πρώτη ανακριτική απολογία του στον εφέτη ανακριτή ήσαν αποτέλεσμα της άθλιας σωματικής και ψυχολογικής καταστάσεως, στην οποία είχε περιέλθει λόγω του τραυματισμού του, της νοσηλείας του στη μονάδα εντατικής θεραπείας, της αναγκαίας φαρμακευτικής αγωγής, την οποία ελάμβανε σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών και της πρόσθετης χορήγησης ψυχοτρόπων ουσιών, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, γινόταν με εντολές της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και προκαλούσε σ' αυτόν παραισθήσεις και ανικανότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία των ερωτήσεων που δεχόταν και των απαντήσεων που έδινε. Στις ερωτήσεις που του έκανε ο εφέτης ανακριτής επί του απολογητικού υπομνήματος, ο Χ3 είπε ότι κατά το χρονικό διάστημα που εξακολουθούσε να βρίσκεται στο νοσοκομείο, φοβόταν να ανασκευάσει τις απολογίες του για να μην προκαλέσει την εκδικητική αντίδραση των οργάνων της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας και ότι κατά το χρονικό διάστημα από την αρχή της κράτησής του στις φυλακές ...μέχρι την κατάθεση του απολογητικού υπομνήματος, ήθελε να συνεννοηθεί με το δικηγόρο του. Επί της ουσίας της υποθέσεως αρνήθηκε να απαντήσει, δηλώνοντας ότι επιφυλάσσεται να μιλήσει στο Δικαστήριο και ότι δεν πρόκειται να επιβαρύνει στο εξής τους λοιπούς κατηγορουμένους. Σε όλες τις φάσεις της εξέτασής του στην προδικασία, οι λοιποί κατηγορούμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παρευρίσκονται, ούτε αυτοπροσώπως ούτε δια συνηγόρου. Ως εκ τούτου δεν μπόρεσαν να υποβάλουν ερωτήσεις στο Χ
- Η στέρηση της δυνατότητας αυτής δεν οφείλεται σε ολιγωρία των ανακριτικών αρχών. Πράγματι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ο κατηγορούμενος δεν έχει το δικαίωμα να παρίσταται στην εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ή του συγκατηγορουμένου, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν πιθανολογείται η αδυναμία της εμφάνισης αυτών στην επ' ακροατηρίου διαδικασία (ΚΠοινΔ 97 παρ.1, 219 παρ.2). Τέτοια πιθανολόγηση, όμως, δεν μπορούσε να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι δεν υπήρχαν προβλέψιμοι, αντικειμενικοί λόγοι που θα καθιστούσαν ανέφικτη την παρουσία του Χ3 στη δίκη, όπως και, πράγματι, δεν ανέκυψαν στη συνέχεια. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ο Χ3 έθεσε ζήτημα ακυρότητας των προανακριτικών και της πρώτης ανακριτικής απολογίας του, οφειλόμενης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες συνιστούσαν γι' αυτόν "βασανιστήρια και προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας". Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ερεύνησε τον ισχυρισμό του και τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο (βλ. την 2164/28-7-2003 απόφαση). Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο Χ3 αποχώρησε από τη διαδικασία, αφού δήλωσε ότι ανακαλεί, ως ανακριβή, τα όσα είχε πει στην προδικασία και ότι αρνείται να απολογηθεί και να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση επί της ουσίας, από όπου και αν προέρχεται. Μετά την αποχώρησή του, τέθηκε εκ μέρους του εισαγγελέως της έδρας ζήτημα βίαιης προσαγωγής του, προκειμένου να υποβληθεί σε ερωτήσεις. Όταν οι λοιποί κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι υπερασπίσεως ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο, δήλωσαν ότι σέβονται το δικαίωμα σιωπής του συγκατηγορουμένου και δεν επιθυμούν τη βίαιη προσαγωγή του. Είπαν, επίσης, ότι υπό άλλες συνθήκες θα είχαν να του κάνουν ερωτήσεις, αλλά ότι λόγω της αποχώρησής του αποδέχονται το ανέφικτο της άσκησης του δικαιώματος αυτού. Διευκρίνισαν, πάντως, ότι αντιλέγουν στην ανάγνωση των απολογιών, που είχε δώσει στην προδικασία. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ανέγνωσε δημόσια τις απολογίες του Χ3 και τις αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. την 2165/29-7-2003 απόφαση). Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ο Χ3, που δεν είχε ασκήσει παραδεκτή έφεση, δεν συμμετείχε στη δίκη, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να το κάνει κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, ως συγκατηγορούμενος ωφελούμενος από τις εφέσεις των λοιπών κατηγορουμένων. Όταν τέθηκε πάλι ζήτημα ανάγνωσης των απολογιών που είχε δώσει στην προδικασία, οι λοιποί κατηγορούμενοι αντέλεξαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέταξε την ανάγνωση των απολογιών αυτών (βλ. την 10/3-1-2007 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά, όπου έχει καταχωρηθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των σχετικών εκθέσεων). Τότε, οι λοιποί κατηγορούμενοι ζήτησαν να κληθεί ο Χ3, για να αποκτήσουν τη δυνατότητα να του υποβάλουν ερωτήσεις. Το Δικαστήριο διέταξε την κλήτευσή του (βλ. την 14/4-1-2007 απόφαση), αλλά ο Χ3 αρνήθηκε να εμφανισθεί. Κατόπιν, οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι υπερασπίσεως ζήτησαν να διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή του, για να του υποβάλουν ερωτήσεις, αλλά το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την προέχουσα αιτιολογία ότι αυτός, ως κατηγορούμενος κατ' άρθρο 469 ΚΠοινΔ, είχε το δικαίωμα της σιωπής και δεν έπρεπε να εξαναγκασθεί να καταθέσει (βλ. την 16/8-1-2007 απόφαση). Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, από το σύνολο της συζήτησης που είχε προηγηθεί, τόσο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσο και πρωτοδίκως, σχετικά με το ζήτημα της εξέτασης του Χ3 στο ακροατήριο, προέκυπτε με βεβαιότητα ότι η εκτέλεση της βίαιης προσαγωγής του, ακόμη και αν ήθελε διαταχθεί, θα απέβαινε άσκοπη (EΔΔΑ: Kucera κατά Αυστρίας της 3-10-2002), αφού αυτός είχε εκδηλώσει εμπράκτως τη σταθερή θέλησή του να απόσχει από τη δίκη και να μην απαντήσει σε ερωτήσεις. Κατόπιν αυτού, διαπιστώνεται ότι η αποστέρηση των λοιπών κατηγορουμένων από τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενο Χ3 κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία οφείλεται στην αρνητική στάση εκείνου και δεν μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία ούτε του Τριμελούς ούτε του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να θεμελιώσει την ουσιαστική κρίση του, χρησιμοποίησε και τις απολογίες που ο Χ3 είχε δώσει στην προδικασία, αφού, προηγουμένως, είχε δεχθεί, αιτιολογημένα, την εγκυρότητά τους (βλ. την 2795/4-12-2006 απόφαση και παρακάτω, αρ.14). Όπως συνάγεται, όμως, από τη γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων στην αρχή των επί της ενοχής αιτιολογιών του δικαστηρίου και από την ιδιαίτερη επίκληση ορισμένων από αυτά στην επί μέρους αιτιολόγηση μιας εκάστης των κατ' ιδίαν πράξεων (βλ. παραπάνω, αρ.12), οι επίμαχες απολογίες του Χ3 ούτε το μόνο αποδεικτικό μέσο ήσαν ούτε καθοριστική βαρύτητα είχαν στη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης, αφού μόνο σε συνδυασμό με τις καταθέσεις άλλων μαρτύρων και κατηγορουμένων και με τα υπόλοιπα ευρήματα της ανακριτικής έρευνας απέκτησαν αποδεικτική αξία. Ειδικότερα, κατά τις απολογίες του, ο Χ3 αναφέρθηκε στη δράση ενός στελέχους της εγκληματικής οργάνωσης με το ψευδώνυμο "Λάμπρος", του οποίου δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το πραγματικό όνομα. Το ότι το ψευδώνυμο αυτό αντιστοιχούσε στον Χ1 προέκυψε από τις απολογίες του Χ4 και του Χ5, που αναγνώρισαν τον "Λάμπρο" ο πρώτος εκ του φυσικού και ο δεύτερος σε φωτογραφία, η οποία απεικόνιζε τον Χ
- Ομοίως, αναφέρθηκε στη δράση ενός μέλους της οργάνωσης με το ψευδώνυμο "Χάρης", του οποίου το όνομα προέκυψε από φωτογραφία, στην οποία τον αναγνώρισε ο Χ5 και η οποία απεικόνιζε τον Χ
- Οι πληροφορίες που έδωσε για τους Χ5 και Χ2 επιβεβαιώθηκαν από αυτούς τους ίδιους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανάγνωση στο ακροατήριο των απολογιών που ο Χ3 είχε δώσει στην προδικασία, παρά την εναντίωση των λοιπών κατηγορουμένων και χωρίς αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να του απευθύνουν ερωτήσεις, δεν παραβίασε στη συγκεκριμένη περίπτωση το υπερασπιστικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, αφού αφ' ενός η στέρηση της εν λόγω δυνατότητας δεν μπορεί να αποδοθεί σε ολιγωρία των ανακριτικών ή δικαστικών αρχών και αφ' ετέρου το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά ή σε καθοριστικό βαθμό επί των απολογιών αυτών. Πέραν τούτου, οι λοιποί κατηγορούμενοι ουδέποτε διευκρίνισαν επαρκώς το έννομο συμφέρον τους να υποβάλουν ερωτήσεις στο Χ3 (ΕΔΔΑ: Perna κατά Ιταλίας της 6-5-2003), με δεδομένο το ότι αυτός είχε ήδη δηλώσει στο πρωτοβάθ