← Ελλάδα

ΑΠ 1419/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1419 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό. Περίληψη: Αίτηση αναίρεσης. Πριν από την τροποποίηση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, αναίρεση κατά του βουλεύματος μπορούσε να ασκήσει και ο πολιτικός ενάγων. Μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού αναίρεση κατά του βουλεύματος δεν μπορεί να ασκήσει ο πολιτικός ενάγων αλλά μόνο ο κατηγορούμενος και υπό τις διακρίσεις που τάσσει πλέον το άρθρο αυτό. Απορρίπτει την αναίρεση της πολιτικώς ενάγουσας κατά του βουλεύματος ως μη δικαιουμένης στην άσκησή της κατ' άρθρο 496 παρ. 1 ΚΠΔ. Αριθμός 1419/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας- πολιτικώς ενάγουσας Χ1, συζύγου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με κατηγορούμενο το Ψ1, κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1996/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 76/27.2.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 202/8-12-2008 αίτηση - αναίρεσης της Χ1 κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 267/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων άρθρων 463 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ...'' κατά δε την δεύτερη '' Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί.. και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο .....'' Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο . Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απορρίπτει στην ουσία την ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα για το οποίο στις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης από αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την με αριθμ. 267/2008 έφεση κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και η οποία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά του οποίου η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση. Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος της άσκησης του ένδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης της παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 202/8-12-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατοίκου ..., κατά του με αριθμ. 1465/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 267/2008 έφεση της αναιρεσείουσας πολιτικώς ενάγουσας κατά του με αριθμ. 1133/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών σαν απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 5-2-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/ 30-06-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρθρ. 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος εδικαιούτο να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ. Μετά την αντικατάσταση όμως του εδάφ. α' της παρ.1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του ν.3160/ 2003 ο κατηγορούμενος μόνο πλέον δικαιούται από της ενάρξεως της ισχύος του (30-06-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση του άρθρου αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα, όπως πλέον ο πολιτικώς ενάγων κατά βουλεύματος, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανιστούν μετά από προηγούμενη ειδοποίηση προ εικοσιτετραώρου από το Γραμματέα της Εισαγγελίας, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Χ1 άσκησε ως πολιτικώς ενάγουσα την 267/ 2008 έφεση κατά του 1133/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για πλαστογραφία με χρήση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ και η οποία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 1465/ 2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά του οποίου η ανωτέρω άσκησε ως πολιτικώς ενάγουσα την κρινόμενη αναίρεση. Η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη, αφού νομίμως και εμπροθέσμως κλήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος της και επιβληθούν σε αυτήν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθ. έκθ. 202/ 08-12-2008 αίτηση της Χ1 κατοίκου ... για αναίρεση του 1465/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.