Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1423 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Επανάληψη διαδικασίας, Επεκτατικό αποτέλεσμα. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Παραδοχή αιτήσεως και οριστική παύση διώξεως λόγου παραγραφής των πράξεων. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για μη ασκήσαντα αίτηση (άρθρο 528 § 6 ΚΠΔ). Αριθμός 1423/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1182/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 383/23-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 27-7-2009 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 8016/19-9-03 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς) Πλημμελημάτων που τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα τριών μηνών
(13)για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 8016/19-9-2003 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη γιατί κατ'αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ίδετε το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντα, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάστηκε και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 ΚΠΔ, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξεταστεί κατ'ουσία. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήσαν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα (ΑΠ 680/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 8016/19-9-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτή για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός α) Στην ... στις 25-8-98 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτού για την πράξη αυτή, ήτοι υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος των μηνυτών Δ και του συζύγου της Ρ, στο περιεχόμενο της οποίας ρητά καταμήνυσε και κατήγγειλε αυτούς, ότι δήθεν τέλεσαν κατ'αυτού την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, ενώ γνώριζε ότι τα καταγγελόμενα αυτά γεγονότα ήσαν ψευδή. Συγκεκριμένα, αυτός στο περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως κατήγγειλε δόλια τα παρακάτω ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "ο δικηγόρος λόγω γνωριμιών του (βουλευτές) θα είχε τη δυνατότητα να μου έβγαζε ελληνική ταυτότητα και άδεια λειτουργίας από το δήμο Αθηναίων ..... Επίσης πλήρωσα στον κο Αμάραντο 60.000 δρχ. χωρίς απόδειξη (δεν μου έδωσε αν και ζήτησα) για την υπογραφή των συμβολαίων αγοράς του 40% της επιχείρησης, τα οποία υπογράψαμε εγώ η κα Δ και ο άντρας της Ρ. Όταν την επομένη ημέρα ζήτησα από τον κο Αμάραντο αντίγραφο του συμβολαίου όπου υπογράψαμε την προηγούμενη ημέρα και οι τρεις, μου έδωσε ένα χαρτί συμβολαίου με μόνο την υπογραφή της κας Δ λέγοντάς μου ότι δεν χρειάζεται να έχω το συμβόλαιο με τις τρεις υπογραφές αφού είναι το ίδιο και ότι θα το έχει αυτός στο φάκελό του. Μία εβδομάδα μετά την πληρωμή από μέρους μου των χρημάτων και ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι το 40% της επιχείρησης θα μου απέδιδε περίπου 500.000 δρχ. την εβδομάδα μου είπαν ότι σκέφθηκαν να κλείσουν το μαγαζί και με υποχρέωσαν για να μην τους πληρώνω ενοίκιο να τους υπογράψω άλλο χαρτί από μπλοκάκι ότι αποχωρώ από την καφετέρια (υποσχόμενοι να μου δώσουν πίσω τα χρήματά μου - πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αν και μου υποσχέθηκαν ότι θα έκαναν σε μία εβδομάδα) και ότι το χαρτί αυτό θα είχε το νόημα απλώς και μόνο να μην πληρώνω το ενοίκιο στην εταιρία Δ..... Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ανωτέρω μηνυτών, β) ο ίδιος στον ίδιο τόπο την 25.8.98 και 21.9.98 αντίστοιχα τέλεσε το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ήτοι ενώ εξετάσθηκε ένορκα την 25.8.98 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμμελειοδικών Αθηνών και την 21.9.98 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών ως μάρτυρας-μηνυτής, προκειμένου να βεβαιώσει και καταθέσει για το αληθές το περιεχομένου της μηνύσεώς του κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, γ) Την 11-2-98 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών. Ήτοι συνέταξε και υπέβαλε προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε βάρος του Δικηγόρου Γεωργίου Αμάραντου έγγραφη καταγγελία στο περιεχόμενο της οποίας μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "μετά από μερικές ημέρες στην ίδια εφημερίδα που και εγώ είχα δε την αγγελία και είχα στηρίξει της ελπίδες για το μέλλον μου, διάβασα την 28-11-97 και την 12-12-97 δύο αγγελίες όπου το κατάστημα μας πωλούνταν με το ακίνητο ή χωρίς το ακίνητο. Τότε κατάλαβα πως όλα ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι για να μου αποσπάσουν χρήματα και συνειδητοποίησα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ πια πίσω τα λεφτά μου που με τόσες θυσίες μιας ζωής κατάφερα να μαζέψω. Η συνεταίρος μου και ο δικηγόρος αφού πρώτα με εξαπάτησαν και εισέπραξαν τα 8.000.000 δρχ., το μόχθο όλης της ζωής μου στράφηκαν σε νέα θύματα, σε άλλους ανθρώπους για να απομυζήσουν τους κόπους τους. Φάνηκε ότι είχαν στήσει μια μηχανή εξαπάτησης αθώων ανθρώπων με ιδιαίτερα τεχνάσματα" και δ) Την 21.9.98 στον ίδιο παραπάνω τόπο με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ να διαπράξει το αδίκημα της ψευδομαρτυρίας σε βάρος των Δ και Ρ. Όλες οι παραπάνω κατηγορίες αποδείχθηκαν βάσιμες βάσει των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων και των αναγνωσθέντων εγγράφων ήτοι 1) της από 25.8.98 μήνυσης, 2) της από 25.9.98 ένορκης κατάθεσης μηνυτή, 3) των από 21.9.98 ενόρκων καταθέσεων Φ και ..., 4) της από 11-2-98 καταγγελίας στο Δ.Σ.Α., 5) της από ... αδείας λειτουργίας καταστήματος, 6) του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, 7) του από 29-10-97 ιδιωτικού συμφωνητικού και απόδειξης πληρωμής, 8) του από 30-10-97 εταιρικού συστάσεως ΕΕ, 9) του από 7-11-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, 10) της από 7-11-97 απόδειξης πληρωμής 8.000.000 δρχ., 11) του από 10-11-97 διαλυτικού εταιρίας, 12) της από 14-11-97 λύσης συνεργασίας-απόδειξης πληρωμής, 13) της από 5-11-97 απόδειξης πληρωμής και 14) το υπ'αριθμ. 1003/99 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο αιτών είναι α) η υπ'αριθμ. 2059/2009 απόφαση του Τριμελούς Πολιτικού Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η από 14-11-97 έγγραφη απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές των διαδίκων και στην οποία φέρεται η μεν εναγομένη να έχει καταβάλει στον ενάγοντα 8.000.000 δρχ. για εξόφληση Χ, ο δε ενάγων να δηλώνει ότι καμιά οικονομική απαίτηση δεν έχει από τη Δ, είναι πλαστή και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και β) την υπ'αριθμ. 51/2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου ... με την οποία κρίνεται η πλαστότητα της επίδικης απόδειξης. Η παραπάνω περί μη εξοφλήσεως κρίση του δικαστηρίου δεν είναι απροσμάχητη γιατί αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Ξ και από την ένορκη κατάθεση του Ρ, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τον περί εξοφλήσεως προβαλλόμενο ισχυρισμό καταθέτοντας ο μεν πρώτος ότι ήμουν παρών όταν ο Χ (ενάγων) υπέγραψε το χαρτί και πήρε τα 8.000.000 δρχ., ο δε δεύτερος ότι "βεβαιώνω κατηγορηματικά ότι ο Χ έλαβε από τη σύζυγό μου το ποσό των 8.000.000 δρχ." Όμως, τα προσκομιζόμενα για την στήριξη της κρινόμενης αίτησης ως άνω νέα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου προσκομιστεί ουδόλως ανατρέπουν την προαναφερθείσα κρίση και δεν κάνουν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάσθηκε αυτός για εγκλήματα βαρύτερα απ'αυτά που πράγματι τέλεσε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η από 27-7-09 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 3-11-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική γι'αυτόν, για πλημμελήματα, υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για το λόγο ότι, από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν έγγραφα, υπ'αριθ.2059/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και από 11-2-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ... (Ειδικού Δικαστικού γραφολόγου), γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι ήταν αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Πρέπει, μετά ταύτα, να ερευνηθεί κατ'ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Ο κατηγορούμενος-αιτών, τον Οκτώβριο 1997 συμφώνησε με τη Δ, η οποία διατηρούσε καφετέρια στην οδό ..., και το συζυγό της Ρ την από κοινού εκμετάλλευση της άνω καφετέριας. Προς τούτο συνέστησαν Ε.Ε. με την επωνυμία "Δ & Σία Ε.Ε." με ομόρρυθμο μέλος της την Δ και με ποσοστό στις κερδοζημίες 40% και 60% αντίστοιχα. Το ποσοστό 40%, συμμετοχής του κατηγορουμένου αποτιμήθηκε σε 10.000.000 δρχ. εκ των οποίων ο τελευταίος κατέβαλε στην Δ 8000.000 δρχ. Τη διαδικασία σύστασης της άνω Ε.Ε. ανέλαβε ο Γ.Αμάραντος, δικηγόρος Αθηνών. Η εκμετάλλευση, όμως, της καφετέριας δεν υλοποιήθηκε γι'αυτό ελύθη η εταιρία. Μετά ταύτα και αφού το ζεύγος Δ,Ρ δεν του απέδωσαν το ποσό των 8000.000 δρχ., ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 25-8-1998 μήνυση, με την οποία κατεμήνυσε, πλην άλλων και το ζεύγος Δ,Ρ για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με τον ισχυρισμό ότι τον εξαπάτησαν και δεν του απέδωσαν το χρηματικό ποσό των 8000.000 δρχ. Επί της άνω μηνύσεως εκδόθηκε το υπ'αριθ.1003/99 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των μηνυομένων για την άνω πράξη. Εν συνεχεία οι τελευταίοι κατέθεσαν μήνυση σε βάρος του κατηγορουμένου-αιτούντος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρα. Με την υπ'αρ.801/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ο αιτών κατηγορούμενος καταδικάσθηκε αμετακλήτως (μη ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως) για τις άνω πράξεις ήτοι της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα τριών
(13)μηνών. Καταδικάσθηκε συγκεκριμένα για το ότι: 1)Στην ..., στις 25-8-98, εν γνώσει ψευδώς καταμήνυσε άλλον ενώπιον της αρχής ότι ετέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτού για την πράξη αυτή και συγκεκριμένα υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθήνας σε βάρος των Δ και του συζύγου της Ρ, με την οποία κατεμήνυσε αυτούς, ότι δήθεν ετέλεσαν κατ'αυτού την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, ενώ γνώριζε οπωσδήποτε ότι τα καταγγελλόμενα αυτά γεγονότα ήταν ψευδή, συγκεκριμένα αυτός στο περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως κατήγγειλε δόλια τα παρακάτω ψευδή γεγονότα ότι: "Όταν την επομένη μέρα ζήτησα από τον κ. Αμάραντο αντίγραφο του συμβολαίου όπου υπογράψαμε την προηγούμενη ημέρα και οι τρεις, μου έδωσε ένα χαρτί συμβολαίου με μόνο την υπογραφή της κας Δ, λέγοντας μου ότι δεν χρειάζεται να έχω το συμβόλαιο με τις τρεις υπογραφές αφού είναι το ίδιο και ότι θα το έχει αυτός στο φάκελο του. Μία εβδομάδα μετά την πληρωμή από μέρους μου των χρημάτων και ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι το 40% της επιχείρησης θα μου απέδιδε περίπου 500.000 δρχ. την εβδομάδα, μου είπαν ότι σκέφθηκαν να κλείσουν το μαγαζί και με υποχρέωσαν για να μην τους πληρώνω ενοίκιο (μιάς και έτσι προέβλεπε το συμφωνητικό -ΑΠΑΤΗ) να τους υπογράψω άλλο χαρτί από μπλοκάκι ότι αποχωρώ από την καφετέρια (υποσχόμενοι να μου δώσουν πίσω τα χρήματα μου-πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αν και μου υποσχέθηκαν ότι θα το έκαναν σε μία εβδομάδα) και ότι το χαρτί αυτό θα είχε το νόημα απλώς και μόνο να μην πληρώνω το ενοίκιο στην εταιρία Δ ....Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των ανωτέρω μηνυτών, β) ο ίδιος στον ίδιο τόπο την 25.8.98 και 21.9.98 αντίστοιχα τέλεσε το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, ήτοι ενώ εξετάσθηκε ένορκα την 25.8.98 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμμελειοδικών Αθηνών και την 21.9.98 ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών ως μάρτυρας-μηνυτής, προκειμένου να βεβαιώσει και καταθέσει για το αληθές του περιεχομένου της σε βάρος των Δ μηνύσεως του κατέθεσε εν γνώσει του τα άνω ψευδή γεγονότα, γ) Την 11-2-98, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών. Ήτοι συνέταξε και υπέβαλε προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών σε βάρος του Δικηγόρου Γεωργίου Αμάραντου έγγραφη καταγγελία στο περιεχόμενο της οποίας, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ ψευδή γεγονότα ότι δήθεν "μετά από μερικές ημέρες στην ίδια εφημερίδα που και εγώ είχα δει την αγγελία και είχα στηρίξει της ελπίδες γα το μέλλον μου, διάβασα την 28-11-97 και την 12-12-97 δύο αγγελίες όπου το κατάστημα μας πωλούνταν με το ακίνητο ή χωρίς το ακίνητο. Τότε κατάλαβα πως όλα ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι για να μου αποσπάσουν χρήματα και συνειδητοποίησα ότι δεν θα έπαιρνα ποτέ πια πίσω τα λεφτά μου που με τόσες θυσίες μιας ζωής κατάφερα να μαζέψω. Η συνεταίρος μου και ο δικηγόρος αφού πρώτα με εξαπάτησαν και εισέπραξαν τα 8.000.000 δρχ., το μόχθο όλης της ζωής μου στράφηκαν σε νέα θύματα, σε άλλους ανθρώπους για να απομυζήσουν τους κόπους τους. Φάνηκε ότι είχαν στήσει μια μηχανή εξαπάτησης αθώων ανθρώπων με ιδιαίτερα τεχνάσματα" και δ) Την 21.9.98 στον ίδιο παραπάνω τόπο με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ να διαπράξει το αδίκημα της ψευδομαρτυρίας σε βάρος των Δ και Ρ, το οποίο και διέπραξε ήτοι εξετασθείς ο άνω Φ, ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκου του 26ου Τμήματος ..., κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι "οι μηνυόμενοι (Δ. και Ρ) εξαπάτησαν τον αδελφό μου (.). Του είπαν ότι θα γινόταν συνεταίρος στην καφετέρια που είχε η Δ, μαζί με τον άνδρα της. Πήραν από τον αδελφό μου 8000.000 δρχ....ο δικηγόρος είναι α'εξάδελφος με τους άλλους μηνυομένους και κοιτούσε μόνο το συμφέρον των συγγενών του....ο αδελφός μου πλήρωσε και άλλα χρήματα, για το ενοίκιο, για ποτά, για άδεια μουσικής κ.λπ. Μετά από μια εβδομάδα, οι μηνυόμενοι έκλεισαν το μαγαζί, άλλαξαν την κλειδαριά και υποχρέωσαν τον αδελφό μου να υπογράψει ένα χαρτί ότι αποχωρεί από την καφετέρια και υποσχέθηκαν ότι θα του επιστρέψουν τα χρήματα πράγμα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα". Ήδη ο αιτών, επιδιώκοντας, κατά τα παραπάνω, την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση επικαλείται και προσκομίζει ως "νέες αποδείξεις" την υπ'αριθ.2059/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την από ... έκθεση γραφολογικής παραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου .... Η άνω απόφαση του (Πολιτικού) Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε επί της από 30-11-1998 αγωγής του αιτούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Δ, με την οποία (αγωγή) ζητούσε από την τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 8000.000 δρχ. το οποίο προκατέβαλε τον Οκτώβριο του έτους 1997 για την συμμετοχή του στην συσταθείσα Ε.Ε. και το οποίο η εναγόμενη Δπαρακρατούσε παράνομα, ιδιοποιηθείσα τούτο προς ζημία του. Η Δ κατά τη συζήτηση της αγωγής προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατέβαλε το άνω ποσό προσκομίσασα σχετικώς την από 14-11-1997 έγγραφη απόδειξη, η οποία φέρει τις υπογραφές των διαδίκων και κατά το περιεχόμενό της φέρεται η μεν εναγόμενη να έχει καταβάλει στον ενάγοντα "8000.000 δραχμές μετρητά για εξόφληση Χ", ο δε ενάγων να δηλώνει ότι "καμιά οικονομική απαίτηση δεν έχει από τον Δ". Ο ενάγων αντικρούοντας τον άνω ισχυρισμό προέβαλε πλαστότητα της απόδειξης αυτής, συνιστομένης στη νόθευση του περιεχομένου της με την κατάλληλη προσθήκη, εκ των υστέρων, των άνω κρισίμων φράσεων. Το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθ.617/2006 μη οριστική απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το άνω θέμα, διορίζοντας πράγματογνώμονα τον ειδικό γραφολόγο .... Ο γραφολόγος αυτός με την από 11-2-2006 (αριθ.καταθ....) έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γνωμοδότησε ότι οι επίμαχες φράσεις έχουν προστεθεί εκ των υστέρων ήτοι μετά την υπογραφή του άνω από 14-11-1997 συμφωνητικού. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ήχθη η υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για την οριστική πλέον κατ'ουσίαν έρευνα της υποθέσεως. Το Εφετείο με την υπ'αριθ.2059/2009 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και πραγματογνωμοσύνη) δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, δεχθέν ότι η από 14-11-1997 απόδειξη ήταν νοθευμένη κατά άνω στοιχεία της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα (αιτούντα) το ποσό των 23.477,62 ευρώ (8000.000 δρχ.). Τα έγγραφα αυτά, όπως υποστηρίζει ο αιτών ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, οι οποίοι, εάν γνώριζαν την ύπαρξη τους θα τον κήρυσσαν αθώο. Πράγματι, τα άνω έγγραφα συνεκτιμόμενα με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και ληφθεί υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε την υπόθεση, καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος των άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. Το Τριμελές Εφετείο, που με την 8016/2003 απόφασή του καταδίκασε τον αιτούντα, στηρίχθηκε στις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του μάρτυρος Ξ και στην άνω από 14-11-1997 απόδειξη η οποία, όμως, κατά τα κρίσιμα σημεία της, ως άνω, είναι πλαστή. Οι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και του άνω μάρτυρος δεν είναι απροσμάχητες. Η πολιτικώς ενάγουσα Δ, ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου αλλά και πρωτοδίκως κατέθεσε ότι τα χρήματα (8000.000 δρχ.) ο αιτών τα εισέπραξε και "τα έβαλε στις τσέπες του". Όμως, η κατάθεση αυτή δεν είναι πειστική αν ληφθεί υπόψη ότι είναι δυσχερής αν μη αδύνατη η μεταφορά τόσων χρημάτων κατ'αυτόν τον τρόπο. Επίσης ο πολιτικώς ενάγων Ρ κατέθεσε, ενώπιον του Εφετείου, ότι η σύζυγός του, μετά τη λύση της συνεργασίας της με τον αιτούντα, καταχώρησε αγγελία στην εφημερίδα για την πώληση της καφετέριας, γεγονός που επισήμανε ο αιτών στην από 11-2-1998 αναφορά του, απευθυνόμενη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αιτιώμενως εμπλοκή στην όλη υπόθεση και του δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Αμάραντου. Κατόπιν των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η από 20-6-2009 (ημερομηνία καταθέσεως 27-7-2009) αίτηση του αιτούντος ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατ'άρθρο 528 παρ.6 ΚΠοινΔ, η επανάληψη σύμφωνα με το άρθρο 525 διατάσσεται για όλους όσοι καταδικάσθηκαν, και όταν ένας μόνο τη ζήτησε, εκτός αν οι λόγοι για τους οποίους έχει ζητηθεί αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε για ψευδορκία μάρτυρος σε βάρος της Δ και Ρ ο Φ. Ειδικότερα ο Φ κηρύχθηκε ένοχος διότι: Στην ... στις 21-9-1998 εξετασθείς ενώπιον του 26ου Πταισματοδίκη του Τμήματος Αθηνών, κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας ότι "οι μηνυόμενοι (Δ και Ρ) εξαπάτησαν τον αδελφό μου (Χ). Του είπαν ότι θα γινόταν συνεταίρος στην καφετέρια που είχε η Δ, μαζί με τον άνδρα της. Πήραν από τον αδελφό μου 8000.000 δρχ.....ο δικηγόρος είναι εξάδελφος με τους άλλους μηνυομένους και κοιτούσε μόνο το συμφέρον των συγγενών του ....ο αδελφός μου πλήρωσε και άλλα χρήματα, για το ενοίκιο, για ποτά, για άδεια μουσικής κ.λπ. Μετά από μία εβδομάδα, οι μηνυόμενοι έκλεισαν το μαγαζί, άλλαξαν την κλειδαριά και υποχρέωσαν τον αδελφό μου να υπογράψει ένα χαρτί ότι αποχωρεί από την καφετέρια και υποσχέθηκαν ότι θα του επιστρέψουν τα χρήματα πράγμα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα". Επομένως, εφόσον ο άνω λόγος επανάληψης της διαδικασίας δεν αρμόζει αποκλειστικά και μόνο στον αιτούντα ο οποίος καταδικάσθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία του άνω Φ, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας και ως προς τον τελευταίο και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και γι'αυτόν. Επειδή, οι πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος, ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημήσεως, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1α 98,46 παρ.1α, 229 παρ.1, 224 παρ.2,1, 363-362 ΠΚ, είναι πλημμελήματα, τα οποία φέρονται ότι τελέσθηκαν την 25-8-1998 το πρώτο, την 25-8-1998 και 21-9-1998 το δεύτερο, την 21-9-1998 το τρίτο και την 11-2-1998 το τέταρτο. Συνεπώς έχουν υποπέσει στην παραγραφή, λόγω παρόδου, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, χρονικού διαστήματος πλέον της οκταετίας, το οποίο καλύπτει το χρόνο της παραγραφής για τα πλημμελήματα και το χρόνο αναστολής αυτής για το διάστημα που διαρκεί η κυρία διαδικασία (5 + 3 έτη), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112, 113 παρ.3 ΠΚ. Επομένως δεν συντρέχει λόγος επαναλήψεως της συζητήσεως στο ακροατήριο άλλου δικαστηρίου ομοιοβάθμου με αυτό που δίκασε την υπόθεση. Έτσι πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) να παύσει οριστικά την κατά του αιτούντος Χ και Φ ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες έχουν καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 20-6-2009 (ημ.καταθέσεως 27-7-2009) αίτηση του Χ. Ι. Ακυρώνει την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αιτούντος Χ για το ότι: Στην ... και στους παρακάτω χρόνους με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα 1)εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν. Συγκεκριμένα εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς με την από 25-8-1998 μήνυση που κατάθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθήνας την Δ και Ρ ότι τέλεσαν σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της απάτης, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ'αυτόν την 25-8-1998. 2)με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον Αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά, εν γνώσει της αναληθείας αυτών και συγκεκριμένα βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθήνας το περιεχόμενο της σε βάρος των Δ και Ρ από 25-8-1998 μήνυση, επίσης κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου τμήματος Αθηνών ψευδή γεγονότα ως αληθή σχετικά με την άνω μήνυση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 25-8-1998 και 21-9-1998. 3)Ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε και διέδωσε εν γνώσει της αναληθείας ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη άλλου και συγκεκριμένα υπέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την από 11-2-1998 καταγγελία στην οποία, πλην άλλων, ισχυρίσθηκε και διέδωσε σε βάρος των μηνυτών Δ και Ρ, εν γνώσει του ψευδή γεγονότα ως αληθή τα οποία έλαβαν γνώση τρίτοι (μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου, κτλ) και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των μηνυτών, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 11-2-1998. 4)με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, που τέλεσε, και συγκεκριμένα με προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Φ την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος, όταν αυτός κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός (Χ) την 21-9-1998. ΙΙ. Διατάσσει την επανάληψη της διαδικασίας και ως προς τον μη ασκήσαντα αίτηση Φ. Ακυρώνει την υπ'αριθ.8016/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και ως προς τον Φ. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για το ότι κατέθεσε ενόρκως ενώπιον Αρχής ψευδή πραγματικά περιστατικά εν γνώσει της αναληθείας αυτών και συγκεκριμένα κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη του 26ου Τμήματος Αθηνών ψευδή γεγονότα ως αληθή, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός την 21-9-1998, σε βάρος της Δ και Ρ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ