Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1426 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Σωματική βλάβη επικίνδυνη. Περίληψη: Επικίνδυνη Σωματική Βλάβη. Άρθρα 308 παρ. 1,309 ΠΚ.
- Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
- Η παραβίαση της διατάξεως του αρ. 327 παρ.2 ΚΠΔ και γενικότερα, η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών αυτού δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Όμως, αν ο μάρτυρας, του οποίου ο κατηγορούμενος ζήτησε την κλήτευση από τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν προσέλθει στη δίκη, το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο οίκοθεν να εξετάσει την αιτία της απουσίας του μάρτυρα, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να προβάλει την παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος του, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο αυτό παραβιάστηκε (π.χ. μη κλήτευση ή εκπρόθεσμη κλήτευση του μάρτυρα) και να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης, ζητώντας την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ή τη διακοπή της συνεδριάσεως του δικαστηρίου κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθει κατά τη διάρκεια αυτής και εξεταστεί ο εν λόγω μάρτυρας, αλλιώς, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα. Αριθμός 1426/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1103/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Μ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Μαζαράκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 971/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα, "αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308) απαιτείται πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου και δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, ενώ η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ενόψει της παραπάνω διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ' άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1103/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων δικηγόρος, μετά μετατροπή της κατηγορίας από βαριά σωματική βλάβη που είχε γίνει ήδη στον πρώτο βαθμό, ένοχος της αξιόποινης πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: "Επειδή από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς εναγούσης, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων: 1) οι φωτογραφίες που αναφέρονται πιο πάνω οι οποίες επισκοπήθηκαν και εμφανίζουν την πολιτικώς ενάγουσα με τις φερόμενες ως επενεχθείσες από τον κατηγορούμενο σωματικές, βλάβες, που σύμφωνα με τη μαρτυρία της, λήφθηκαν το χρονικό διάστημα που ήταν στο ΤΖΑΝΕΙΟ Νοσοκομείο, για νοσηλεία, αμέσως μετά το επεισόδιο, και δε συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μη ληφθούν υπόψη, λόγω μη αναφοράς της ημερομηνίας λήψης τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, οι οποίες άλλωστε, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση εκ μέρους του επισκοπήθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, που αναγνώσθηκαν, 2) η χωρίς ημερομηνία γνωμάτευση του θεραπευτηρίου "METROPOLITAN HOSPITAL" της Ιατρού ..., καθόσον είναι πρόδηλον ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα, παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, μετά την υποβολή της στις 14-10-2004 σε αξονική τομογραφία στο ως άνω νοσηλευτικό κέντρο. Τούτο άλλωστε (ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα), αναφέρεται και στην από 16-3-2012 έκθεση (ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ), που συντάχθηκε από τον ιατροδικαστή Γ. Λ., μετά από αίτηση του κατηγορουμένου, η οποία προσκομίσθηκε από αυτόν και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στην οποία( έκθεση) ρητά αναφέρεται ότι και η γνωμάτευση αυτή που δόθηκε στον Ιατροδικαστή σε αντίγραφο από τον κατηγορούμενο(βλέπε 1η σελίδα της έκθεσης στο τέλος), ότι αφορά την πολιτικώς ενάγουσα (βλέπε στη δεύτερη σελίδα πριν το ιστορικό), και 3) το DVD, που είχε προσκομισθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που το ανέγνωσε και αφορούσε τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στη συνεδρίαση της 23ης-9- 2004 των μελών του σωματείου στην οποία συμμετείχαν αυτός η σύζυγος του, η παθούσα και άλλα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και οι εξετασθέντες, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες κατηγορίας. Το αίτημα δε του κατηγορουμένου για ανάγνωση αυτού είναι άνευ αντικειμένου (και απορριπτέο) καθόσον στην ενέργεια αυτή προέβη το Δικαστήριο, αφού τούτο είχε αναγνωσθεί όπως προαναφέρθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναφερόταν στα πρακτικά του ως αναγνωστέο και δεν ήταν "αναγκαίο προς τούτο η υποβολή αυτοτελούς αιτήματος. Άλλωστε, την ανάγνωση αυτή ο κατηγορούμενος δεν την συνδέει με κάποιο υπέρ αυτού ισχυρισμό, ενώ τα ενδιαφέροντα σημεία του, έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες που προσκόμισε ο κατηγορούμενος και επισκοπήθηκαν, τέλος δε την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Η μηνύτρια και παθούσα είναι πράκτορας του Ο.Δ.Ι.Ε και μέλος του ΔΣ της Πανελλήνιας Ένωσης πρακτόρων Προϊπποδρομιακού Στοιχήματος. Στις 23-9-04 υπήρξε συνεδρίαση του άνω διοικητικού συμβουλίου στα γραφεία της ένωσης στην οδό ... στην περιοχή της ... . Η σύζυγος του κατηγορουμένου ήταν και αυτή στο παρελθόν πράκτορας του Ο.Δ.Ι.Ε διατηρώντας πρακτορείο Προ-Πο στην ... του οποίου όμως η άδεια λειτουργίας του ήταν σε αναστολή. Την άνω ημερομηνία όλοι τόσο η μηνύτρια, οι μάρτυρες κατηγορίας, η σύζυγος του κατηγορουμένου, όσο και ο τελευταίος, ως σύζυγος προφανώς μέλους του σωματείου, παρευρίσκονταν στη συνεδρίαση του Δ.Σ κατά την διάρκεια του οποίου υπήρξαν έντονες παρεμβάσεις και αντεγκλήσεις μεταξύ των μελών αλλά και του κατηγορουμένου ο οποίος με την ιδιότητα του δικηγόρου, προφανώς μέλους (της συζύγου του) υπέβαλε συχνά ενστάσεις κατά της διαδικασίας ή της λήψης απόφασης επί ορισμένων θεμάτων. Παρά τηv ύπαρξη αυτών των έντονων αντιδράσεων η συνεδρίαση έληξε τελικά ομαλά και άρχισαν τα μέλη να αποχωρούν. Τελευταίες είχαν απομείνει η μηνύτρια και η εκ των μαρτύρων Χ. Ν. προκειμένου να τακτοποιήσουν τα διάφορα έγγραφα και βιβλία του σωματείου και τα τοποθετήσουν στις θέσεις τους, ώστε να είναι πρόσφορα σε νέα αναζήτηση και χρήση των μελών του Δ.Σ. Μετά τη ολοκλήρωση των συγκεκριμένων εργασιών αποχώρησαν, με πρώτη την μηνύτρια η οποία προπορεύτηκε για μερικά μέτρα και δεύτερη την Χ. Ν. με σκοπό να συναντήσουν και τα υπόλοιπα μέλη τα οποία τους περίμεναν στο πεζοδρόμιο, προκειμένου όλοι μαζί να μεταβούν σε παρακείμενη ταβέρνα. Εκείνη ακριβώς την στιγμή και ενώ η μηνύτρια ήταν πολύ κοντά στους συγκεκριμένους συναδέλφους της βγήκε ο κατηγορούμενος πίσω από κάποιους κάδους απορριμμάτων που βρίσκονταν εκεί, πλησίασε γρήγορα την μηνύτρια και της επιτέθηκε καταφέροντας σε αυτήν με τη γροθιά του, στην οποία κρατούσε μεταλλικό αντικείμενο, χτύπημα στο πρόσωπο, πλησίον του αριστερού οφθαλμού. Το χτύπημα ήταν αιφνίδιο και έγινε με μεγάλη δύναμη εκ μέρους του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα η μηνύτρια να απωλέσει την ισορροπία της και να πέσει επί του πεζοδρομίου, ενώ ο κατηγορούμενος έσπευσε να απομακρυνθεί αιφνιδιάζοντας όλους όσους βρίσκονταν στον χώρο και γύρω από αυτόν. Παρά τον αιφνιδιασμό τους, όμως, έτρεξε πίσω του ο εκ των παραβρισκομένων Δ. ο οποίος πρόλαβε να τον πιάσει, πλην όμως με την συνδρομή των Π. και Ν. κατόρθωσε να ξεφύγει και απομακρυνθεί. Στην συνέχεια κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β το οποίο παρέλαβε την παθούσα και την μετέφερε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας του χτυπήματος και της πτώσης της στο πεζοδρόμιο, είχε υποστεί θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με αυχενικό κολάρο, γραμμοειδές κάταγμα Α5 σπονδύλου, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, υπόσφαγμα (ΑΡ) οφθαλμικού κόγχου. Επίσης της συνεστήθη να υποβληθεί σε C/Τ skan σε 10 ημέρες, αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, ενώ διαπιστώθηκε ότι υπέστη και αποκόλληση του υαλοειδούς χιτώνα του ΑΟ εξαιτίας των οποίων εμποδίστηκε στην κίνηση και χρήση του σώματος της, όπως και της όρασης της. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι όλοι οι μάρτυρες ψεύδονται και ότι όλο το περιστατικό είναι αποτέλεσμα δολοπλοκίας σε βάρος του προκειμένου να τον εμποδίσουν να αναμειχθεί στα αθλητικά δρώμενα είναι αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε και θα πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί. Πρέπει λοιπόν, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, δεδομένου ότι με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση, η πράξη του δε αυτή φέρει το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ειδικότερα επιτέθηκε και χτύπησε με το χέρι του (γροθιά στην οποία κρατούσε μεταλλικό αντικείμενο), την παθούσα στο πρόσωπο, πλησίον του αριστερού οφθαλμού, ενώ από την σφοδρότητα του χτυπήματος η παθούσα έπεσε στο πεζοδρόμιο, με επακόλουθο να υποστεί η παθούσα τις σωματικές κακώσεις που προαναφέρθηκαν. Η πράξη του δε αυτή, αν ληφθούν υπόψη το μέσο που χρησιμοποιήθηκε καθώς και τα ιδιαίτερα ευπαθή και ζωτικά σημεία που επλήγησαν, μπορούσαν να προκαλέσουν στην παθούσα βαριά σωματική της βλάβη, αφού ήταν δυνατόν να κτυπήσει το κεφάλι της στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και να τρωθεί το κρανίο, αλλά και να υποστεί ακόμη κάταγμα της σπονδυλικής στήλης, με επακόλουθο τη μακροχρόνια νοσηλεία της, καθώς και να στερηθεί την όραση της. Να σημειωθεί ότι βασική αντικειμενική υπόσταση για την επικίνδυνη σωματική βλάβη παραμένει η απλή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 308 του ΠΚ, της οποίας η επικίνδυνη αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση. Δεν εξετάζεται το αποτέλεσμα της προξενηθείσας σωματικής βλάβης, αλλά ο επικίνδυνος τρόπος της τέλεσης αυτής. Για τη στοιχειοθέτηση δηλαδή, δεν απαιτείται η επέλευση σοβαρού αποτελέσματος, αλλά αρκεί η δυνατότητα επέλευσης αυτού, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1103/2012 απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την τέλεση από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 308 παρ. 1α και 309 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον εκτίθενται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πώς προκλήθηκαν στην παθούσα οι σωματικές κακώσεις με εξειδίκευση και των συνεπειών, το μέσο και ο τρόπος με το οποίο έγιναν αυτές οι σωματικές βλάβες, με αιφνίδιο και σφοδρότατο κτύπημα με τα χέρια και ειδικότερα με τη γροθιά του αναιρεσείοντος σε ευπαθές σημείο του προσώπου στο οποίο επλήγη η παθούσα και δη στον αριστερό οφθαλμό, καθώς και ο δόλος του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως, με μέσο και υπό περιστάσεις από τις οποίες υπήρχε κίνδυνος για βαριά σωματική βλάβη της παθούσας, αφού ήταν δυνατόν να προκληθεί από την άνω σφοδρή γροθιά και την πτώση της στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι, τρώση του κρανίου της, κάταγμα σπονδυλικής στήλης και απώλεια της όρασης του αριστερού οφθαλμού. Η μη αναφορά του ακριβούς μεταλλικού αντικειμένου που κρατούσε στην γροθιά του ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τις παραδοχές μετά το κτύπημα έσπευσε να απομακρυνθεί, δεν ήταν αναγκαία, αφού μάλιστα λόγω της απομάκρυνσής του, δε μπορούσε να διακριβωθεί το είδος αυτού. Επίσης από όσα γίνονται δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, προκύπτει ότι έκρινε πως η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, είχε τον χαρακτήρα της επικίνδυνης και όχι απλής σωματικής βλάβης και ακόμη ότι έλαβε υπόψη του τον τρόπο που τελέσθηκε η σωματική αυτή βλάβη σε βάρος της παθούσας, όπως προαναφέρθηκε. Δε δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την ειδικότερη παραδοχή στο αιτιολογικό ότι με σφοδρότητα ο δράστης κτύπησε με τη γροθιά του στο πρόσωπο, σε ευπαθές σημείο, την παθούσα που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς μόνο σωματικής βλάβης και δεν υπάρχει παραδοχή για πρόκληση διαζευκτικά κινδύνου ζωής ή βαριά σωματικής βλάβης, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Ήτοι δεν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, αφού τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει το ίδιο συμπέρασμα, η παραδοχή ότι η πράξη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Επίσης αιτιολογείται επαρκώς από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού περί ενοχής, η απόρριψη του προβληθέντος αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι ουδέποτε κτύπησε την πολιτικώς ενάγουσα με μεταλλικό αντικείμενο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για την ενοχή του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς, οπότε ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά τους, έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε ή κάποιο άλλο, και αν στήριξε ή όχι και σε αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Σημειώνεται ότι δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά για την κρίση του περί ενοχής και μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, εφόσον αυτά τα έγγραφα προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί επομένως να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση,(σελ.16), ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, ζήτησε από το δικαστήριο να μη ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά έγγραφα οι προσκομιζόμενες από την εγκαλούσα φωτογραφίες, στις οποίες φαίνεται η ίδια η παθούσα εγκαλούσα, καθόσον αυτές δεν φέρουν χρόνο και τόπο λήψεώς τους, ούτε και σχολιασμό των απεικονίσεων σε αυτές, με συνέπεια να μη δύνανται να συσχετισθούν με την σωματική βλάβη που κατηγορείται ότι προκάλεσε, χωρίς να ισχυρισθεί όμως, ότι οι εν λόγω φωτογραφίες έχουν ληφθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω παρανόμων πράξεων και χωρίς να αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους. Το δικαστήριο, μετά τη γενόμενη επισκόπηση των 10 φωτογραφιών, που είχε προσκομίσει η πολιτικώς ενάγουσα και είχαν επισκοπηθεί και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, προχώρησε στην επισκόπηση των ανωτέρω φωτογραφιών, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά με τίτλο "φωτογραφίες που απεικονίζουν την παθούσα", χωρίς να προκληθεί κάποια αντίρρηση εκ μέρους του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του για την επισκόπηση (βλ. σελ.22 πρακτικών) και ακολούθως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αυτές και προέβη σε αξιολόγησή τους, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου να μη συνεκτιμηθούν, με την προεκτεθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που περιέλαβε στην αιτιολογία για την περί ενοχής κρίση του. Με βάση τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ανωτέρω φωτογραφίες, ενώ με την αναφορά τους στα πρακτικά, ως "φωτογραφίες που απεικονίζουν την παθούσα", προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και δε δημιουργείται αβεβαιότητα ότι επισκοπήθηκαν οι παραπάνω φωτογραφίες που προσκόμισε η παθούσα και στην επισκόπηση των οποίων όπως αναφέρθηκε δεν εναντιώθηκε (εναντιώθηκε απλώς στην συνεκτίμηση), και όχι κάποιες άλλες, που δεν επισκοπήθηκαν, για τις οποίες δεν του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις δέουσες παρατηρήσεις του. Περαιτέρω, από τα ίδια τα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, ζήτησε από το δικαστήριο, "να εξετασθεί το DVD που έχει ήδη προσκομισθεί από αυτόν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έχει λάβει τον α/α 18 αναγνωστέου εγγράφου, καθότι από αυτό αποδεικνύεται η μεγάλη έκταση των επεισοδίων στο εν λόγω Σωματείο", το δε δικαστήριο (σε. 23) ανέγνωσε με α/α 17 "ένα DVD που κατατέθηκε από τον κατηγορούμενο και αφορά τη συνεδρίαση του πιο πάνω σωματείου που έλαβε χώρα στις 23-9-2004 " και με α/ α 18, "φωτογραφίες που έχουν εξαχθεί από το DVD αυτό και απεικονίζουν τα επεισόδια που κατά τον κατηγορούμενο έλαβαν χώρα κατά τη συνεδρίαση αυτή". Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον το δικαστήριο αρνήθηκε να προβεί σε επισκόπηση του άνω DVD με την ανεπαρκή αιτιολογία ότι αυτό έχει αναγνωσθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πως τα ενδιαφέροντα σημεία αυτού έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες που προσκόμισε ο ίδιος και επισκοπήθηκαν, και παρά ταύτα το θεώρησε αναγνωστέο και το έλαβε υπόψη του προκειμένου να σχηματίσει κρίση για την ενοχή του και έτσι συνεκτιμήθηκε αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν του δόθηκε η δυνατότητα ως κατηγορουμένου να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς τις εικόνες και τις σκηνές που είχαν καταγραφεί στον οπτικό αυτό δίσκο - DVD. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι το εν λόγω DVD και οι φωτογραφίες που είχαν εξαχθεί από αυτό και επισκοπήθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είχαν προσκομισθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ασφαλώς γνώριζε το όλο περιεχόμενο και όλες τις εικόνες του ανωτέρω DVD και επομένως με την ανάγνωσή τους στο ακροατήριο, όπως έγινε και σημειώνεται παραπάνω, αυτός είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιεσδήποτε δηλώσεις επιθυμούσε σχετικά με το περιεχόμενο του DVD και δε στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ενώ εξάλλου ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ότι το DVD αυτό είχε άλλες επί πλέον εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία, πέραν των φωτογραφιών που ο ίδιος είχεν επιλέξει και εκδώσει από το DVD αυτό και είχε προσκομίσει στο δικαστήριο και ζήτησε την ανάγνωσή τους, ως ενδιαφέρουσες τη δικαζόμενη υπόθεση και την υπεράσπισή του. Επίσης το αίτημά του να εξετασθεί από το δικαστήριο ο οπτικός δίσκος που ο ίδιος προσκόμισε, απορρίφθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και φωτογραφιών, για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, για παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, ούτε διερευνήθηκε ο τόπος και ο χρόνος λήψεώς τους και ότι λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου τα παραπάνω έγγραφα στοιχεία που δεν αναγνώσθηκαν και έτσι, στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 358 ΚΠΔ, προσβλήθηκε το τεκμήριο αθωότητάς του και παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 327 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 500 του ίδιου Κώδικα, "Ο κατηγορούμενος, εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα". Η παραβίαση της διατάξεως αυτής και γενικότερα, η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων, παραδεκτώς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών αυτού δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Όμως, αν ο μάρτυρας, του οποίου παραδεκτώς ο κατηγορούμενος ζήτησε την κλήτευση από τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεν προσέλθει στη δίκη, το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο οίκοθεν να εξετάσει την αιτία της απουσίας του μάρτυρα, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να προβάλει την παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματός του, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο αυτό παραβιάστηκε (π.χ. μη κλήτευση ή εκπρόθεσμη κλήτευση του μάρτυρα) και να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης, ζητώντας την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 ή τη διακοπή της συνεδριάσεως του δικαστηρίου κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκειμένου να προσέλθει κατά τη διάρκεια αυτής και εξεταστεί ο εν λόγω μάρτυρας, αλλιώς, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται προκειμένου να ελεγχθεί σχετικός λόγος αναιρέσεως, και συγκεκριμένα, από την υπ' αριθ. 4210/2012 αίτηση που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στις 23-1-2012 από τον κατηγορούμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, από τα από 29-2-2012 και 2-3-2012 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών ... και ... αντίστοιχα, και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1103/2012 αποφάσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών κλητεύθηκε στις 23-1-2012 προς υποστήριξη της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής 2693α, 2693/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπέβαλε την υπό ιδία ημερομηνία ως άνω αίτηση στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία ζητούσε από αυτόν να κλητεύσει τους Π. Ο. του Ι. και Ι. Π. του Σ., προκειμένου αυτοί να εξετασθούν ως μάρτυρες κατά την εκδίκαση της ανωτέρω εφέσεώς του, καθόσον αυτοί ήσαν αυτόπτες μάρτυρες στα επεισόδια της 23-9-2004, κατά τη διάρκεια των οποίων φέρεται ότι τραυμάτισε την πολιτικώς ενάγουσα. Όμως, κατά την εκδίκαση της παραπάνω εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω μάρτυρες προκύπτει ότι κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να παραστούν, αυτοί δεν εμφανίστηκαν. Ο κατηγορούμενος δε, παρά τη μη προσέλευση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των άνω δύο κλητευθέντων μαρτύρων που ζήτησε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, ούτε ζήτησε την αναβολή αυτής κατά το άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠΔ ή τη διακοπή της συνεδριάσεως κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου να βρεθούν και προσέλθουν με βιαία προσαγωγή κατά τη διάρκεια αυτής οι κλητευθέντες ως άνω ουσιώδεις κατ' αυτόν μάρτυρες, για να καταθέσουν επί του ανωτέρω κρισίμου επεισοδίου μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας και του τραυματισμού της παθούσας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, που απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για κλήτευση των άνω μαρτύρων, που σημειωτέον προέκυψε ότι κλητεύθηκαν από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι υποβλήθηκε και στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο σχετικό αίτημα αναβολής της δίκης λόγω απουσίας των άνω κλητευθέντων και μη προσελθόντων μαρτύρων στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αντίθετα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αιτιάται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ομού με τους πρόσθετους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 55/6-7-2012 αίτηση αναιρέσεως ομού με τους από 26-9-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, του Σ. Μ. του Ι., περί αναιρέσεως της 1103/22-3-2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχονται σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ