← Ελλάδα

ΑΠ 1427/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1427 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Στοιχεία εγκλημάτων. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Αιτιολογία δόλου - γνώσεως ψεύδους. Αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα έγγραφα προβάλλονται απαραδέκτως. Όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί σε αίτημα του κατηγορημένου για την ανάγνωση εγγράφων, δημιουργείται σχετική ακυρότητα. Ψευδορκία μάρτυρος τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1427/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρουγγάρη, περί αναιρέσεως της 664/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι αντικειμενικώς ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, κατά το οποίο, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενόμενη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, που κατέθεσε, ήταν επίσης ψευδή. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος καθενός, αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας, ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 664/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: ".... Με την με αριθμό 54103/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία πλέον κατέστη αμετάκλητος (βλ. το υπ' αριθμό πρωτ. .... πιστοποιητικό του Α.Π.) ο μηνυτής αθωώθηκε των απαγγελθεισών σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων. Ειδικότερα κατόπιν της από 24-11-2000 μηνύσεως του νυν κατηγορουμένου Χ1 κατά του νυν μηνυτού (Ψ1) ασκήθηκε κατά του νυν μηνυτού ποινική δίωξη για υπεξαγωγή εγγράφων, πλαστογραφία με χρήση και απιστία για τις οποίες απηλλάγη ως προαναφέρθηκε. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΛΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ", ενώ ο μηνυτής ήταν μέτοχος (49%) και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρίας, με το από ... πρακτικό του Δ.Σ., της εταιρίας, όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες, καθόσον και η εκπροσώπησή της ανατέθηκαν στο μηνυτή. Με το από .... πρακτικό του Δ.Σ. που δημοσιεύτηκε νόμιμα ανατέθηκαν στον μηνυτή η αναπλήρωση του νυν κατηγορουμένου στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του, σε περίπτωση κωλύματος του κατηγορουμένου, ο οποίος ως ανταποκριτής ξένου τύπου και Διευθυντής της εφημερίδας "....." ήταν απασχολούμενος τον περισσότερο χρόνο με τα δημοσιογραφικά καθήκοντα και εργασίες γιατί συχνά απουσίαζε από την εταιρία για τις εργασίες της οποίας και κάθε σχετικό με αυτήν φρόντιζε ο Ψ1 πάντοτε όμως σε συνεργασία με το Χ
  2. Αρχές του 1999, η εταιρία πώλησε στον Γ1 μια εκποιητική μηχανή OFFSET αντί τιμήματος 8.000.000 δρχ. Ο αγοραστής, προς εξασφάλιση καταβολής του τιμήματος, εξέδωσε 8 μεταχρονολογημένες επιταγές τραπεζικές (ημερομηνίες έκδοσης 28-2-2000, 30-3-2000, 30-4-2000, 30-5-2000, 30-6-2000, 30-7-2000, 30-8-2000 30-9-2000 ποσού 1.000.000 δρχ. εκάστη πληρωτέες σε διαταγή του από το κατάστημα της Ηγουμενίτσας της Ε.Τ.Ε., τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση στη πωλήτρια εταιρία. Μεταξύ των επιταγών περιλαμβάνονται και οι με αριθμό ......, ......., ......, ....., ...., .... και ... με ημερομηνίες εκδόσεως 30-3-2000, 30-4-2000, 30-5-2000, 30-6-2000, 30-7-2000, 30-8-2000 και 30-9-2000, αντίστοιχα. Ειδικότερα την επιταγή με ημερομηνία 28-2-2000 ο αγοραστής παρέδωσε στην υπάλληλο της εταιρίας ....... και τις λοιπές στον Ψ
  3. Τελικά η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα ενδιαφερόμενα μέρη, μερικές μέρες αργότερα, συμφώνησαν όπως η πωλήτρια εταιρία αναλάβει την εκτύπωση στα γραφεία της την τοπική εφημερίδα "......." και των εντύπων που ο αγοραστής εξέδιδε στην ....... Θεσπρωτίας και έτσι οι επιταγές αποτέλεσαν την αμοιβή της εταιρίας για τις παραπάνω εργασίες. Παρά την αποκατάσταση της αρχικής αιτίας της πώλησης με εκείνη της συμβάσεως έργου ο Γ1 στις 11-11-1999, ανακάλεσε τις επιταγές, με υπεύθυνη δήλωση προς την πληρώτρια Τράπεζα. Πριν από την υποκατάσταση της αρχικής αιτίας της πώλησης με τη σύμβαση έργου και την ανάληψη των επιταγών, αυτές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση στον Ζ1, ανηψιό του Ψ1 για την κάλυψη του ποσού των 8.300.000 δραχμών που είχε προκύψει για το έτος
  4. Κατά την μεταβίβαση των επιταγών με οπισθογράφηση στον Ζ1, από την εταιρία υπέγραψε ο Ψ1 σε συνεννόηση και με την σύμφωνη γνώμη του Χ1 για την εξόφληση του παραπάνω χρέους προς το Ζ
  5. Το Μάρτιο του 2000, ανέκυψαν διαφορές μεταξύ του Χ1 και του Χ1, αναφορικά με την εταιρία και οι σχέσεις τους δεν ήταν πλέον αρμονικές. Η πρώτη από τις παραπάνω επιταγές, με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2000, πληρώθηκε από Γ1 όχι όμως και οι λοιπές, κατόπιν προφανώς επικοινωνίας του τελευταίου με τον Χ1 και ενόψει των παραπάνω διαφορών, οι οποίες ανέκυψαν μεταξύ Χ1 - Ψ1 που ήταν συγγενείς του Ζ
  6. Κατόπιν αυτών, με αίτηση του Ζ1, εκδόθηκαν οι με αριθμό 9287/2000 και 12087/2000 διαταγές πληρωμής, με τις οποίες η εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει σε αυτόν την αξία πέντε επιταγών. Βάσει των παραπάνω, ο Ψ1 δεν τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, όπως άλλωστε προαναφέρθη. Επομένως η προαναφερθείσα μήνυση, την οποία υπέβαλε ο Χ1 κατηγορούμενος σε βάρος του Ψ1, ήταν ψευδής και εν γνώσει του το έκανε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του μηνυτού Ψ1 και να τον βλάψει. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν γνώριζε, λόγω της απουσίας του από την εταιρία, για την οπισθογράφηση των ως άνω επιταγών στο Ζ1 και λόγω της συγγενείας του τελευταίου με τον Ψ1 και κατά συνέπεια δεν είχε δόλο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την αποδεικτική διαδικασία, όπως προαναφέρθηκε προέκυψε ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος το χρέος της εταιρίας προς τον Ζ1 και ενημερώθηκε για την οπισθογράφηση από τον μηνυτή στον τελευταίο. Επίσης ο ισχυρισμός του, ότι κακώς υπεγράφησαν οι παραπάνω επιταγές μόνο από τον Ψ1, είναι απορριπτέος, αφού αυτός, όπως προαναφέρθηκε, με πρακτικό της Συνέλευσης των Μετόχων της ως άνω εταιρίας του είχαν παραχωρηθεί οι εξουσίες αυτές. Το ότι επρόκειτο για συγγενικό του πρόσωπο και κατά συνέπεια έπρεπε να ζητήσει να υπογράψει και ο κατηγορούμενος και πάλι δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε (κατά) την οπισθογράφηση των επιταγών είχε τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου Χ
  7. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδούς καταμηνύσεως. Επί πλέον όμως ο ίδιος ο κατηγορούμενος, καταθέτοντας την παραπάνω από 29-11-2000 μήνυσή του στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, βεβαίωσε ενόρκως το ψευδές κατά τα παραπάνω περιεχόμενό της, εν γνώσει της αναληθείας του, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο μηνυτής Ψ1 ενεργούσε με τη σύμφωνη γνώμη του, βάσει δε του από ..... πρακτικού συνεδριάσεως της εταιρίας ως αναπληρωτής του Χ1, προέδρου του Δ.Σ., που ήταν συχνά απασχολημένος με διάφορες δραστηριότητες και εν γνώσει του Χ1 είχε υπογράψει ο Χ1 τις διάφορες επιταγές, θέτοντας την σφραγίδα της εταιρίας και μεταβιβάζοντας αυτές στον Ζ1 προκειμένου να εξοφλήσει η εταιρία οικονομικές της υποχρεώσεις προς αυτόν. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και του αδικήματος της ψευδορκίας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έπεισε με πειθώ και φορτικότητα την υπάλληλο της εταιρίας ...... να καταθέσει ψευδώς, καθόσον κανένα πειστικό γεγονός δεν αναφέρθηκε στην αποδεικτική διαδικασία από το οποίο να προκύπτει η πειθώ και φορτικότητα με την οποία ο κατηγορούμενος να έπεισε τον ως άνω μάρτυρα να καταθέσει όσα κατέθεσε. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώος του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για α) ψευδή καταμήνυση και β)ψευδορκία μάρτυρα (και αθώος ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα). Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 1 του ΠΚ, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ ημερησίως. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι α) είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν γνώριζε, λόγω της απουσίας του από την εταιρία, για την οπισθογράφηση των ως άνω επιταγών στο Ζ1 και λόγω της συγγενείας του τελευταίου με τον Ψ1 και ότι, κατά συνέπεια, δεν είχε δόλο, δεδομένου ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι γνώριζε ο κατηγορούμενος το χρέος της εταιρίας προς τον Ζ1 και ενημερώθηκε για την οπισθογράφηση από τον μηνυτή. β) ότι, κατά την μεταβίβαση των επίμαχων επιταγών με οπισθογράφηση στον Ζ1, από την εταιρία υπέγραψε ο Ψ1, αλλά "σε συνεννόηση και με την σύμφωνη γνώμη του Χ1 για την εξόφληση του παραπάνω χρέους προς το Ζ1", γ) ότι η πρώτη από τις επιταγές αυτές με ημερομηνία έκδοσης 28-2-2000 πληρώθηκε από Γ1 όχι όμως και οι λοιπές, "κατόπιν προφανώς επικοινωνίας του τελευταίου με τον Χ1 και ενόψει των παραπάνω διαφορών, οι οποίες ανέκυψαν μεταξύ Χ1 - Ψ1 που ήταν συγγενείς του Ζ1", και δ) ότι η μήνυση, την οποία υπέβαλε ο κατηγορούμενος σε βάρος του Ψ1, ήταν ψευδής και εν γνώσει του το έκανε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξή του και να τον βλάψει, με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολόγησε τον υπερχειλή δόλο του κατηγορουμένου και ειδικότερα την γνώση αυτού, ότι τα αναφερόμενα στην κατά του Ψ1 μήνυσή του ήταν ψευδή και προέβη σε αυτήν με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή, όπως και την γνώση αυτού ότι ήταν ψευδή όσα κατέθεσε(βεβαίωσε) ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω το Τριμελές Εφετείο στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα όποια και έλαβε όλα υπόψη και συνεκτίμησε. Ο αναιρεσείων, κατά την έναρξη της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε, "εν είδει υπομνήματος", όπως ο ίδιος στην κρινόμενη αίτησή του αναφέρει, "τον από 19.1.2007 πραγματικό ισχυρισμό εκ δώδεκα σελίδων, μετά προσαγωγής και επικλήσεως όλων των επί μέρους εγγράφων, των οποίων εζήτησα και την ανάγνωσιν, που κατεδείκνυε την πλάνη της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, την παντελή έλλειψιν αξιοποίνου και εις κάθε περίπτωση την ύπαρξιν μίας ψευδολόγου μηνύσεως, επί τη βάσει της οποίας κατ' ουσία εκρινόμην εις β' βαθμό". Ο "ισχυρισμός" αυτός του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος αποτελεί στο σύνολό του άρνηση της κατ' αυτού κατηγορίας με την έκθεση υπερασπιστών αυτού επιχειρημάτων και δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, στον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αφού, όπως υποστηρίζει, από αυτά προέκυπταν τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αποδειχθέντα. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και τα πιο πάνω έγγραφα. Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων (και επομένως και των πιο πάνω εγγράφων), δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δεν διέπραξε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, για τους λόγους τους αναφερόμενους στο ενσωματωμένο στην αίτησή του υπόμνημα, που κατέθεσε στο Τριμελές Εφετείο, συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, απλή άρνηση της κατηγορίας με τα αναφερόμενα σε αυτό επιχειρήματα Συνεπώς, δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, του οποίου το Δικαστήριο όφειλε ειδικώς να αιτιολογήσει την απόρριψη. Επίσης οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τους οποίους το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία (μεταξύ των οποίων και από την 7042/22-12-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση των επιπλέον περιστατικών που αναφέρει ο αναιρεσείων στη αίτησή του, μεταξύ των οποίων και η μνεία του κωλύματος αυτού κατά το χρόνο οπισθογραφήσεως και μεταβιβάσεως των επίμαχων επιταγών, εξαιτίας του οποίου μπορούσε να προβεί ο μηνυτής στην οπισθογράφηση και μεταβίβαση αυτών. Ούτε ενέχει ασάφεια η αιτιολογία της απόφασης, επειδή, στην μεν τη σελίδα 32, η απόφαση αναφέρεται στο από .... πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας, δυνάμει το οποίου μπορούσε να τον αναπληρώσει τον αναιρεσείοντα, λόγω κωλύματός του, ο μηνυτής, στην δε σελίδα 35, αναφέρεται για τον ίδιο λόγο, στο από .... πρακτικό του Δ.Σ., αφού, όπως προκύπτει και από το διατακτικό της απόφασης, η τελευταία αναφορά έγινε από πρόδηλη παραδρομή, ανεξαρτήτως του ότι η μνεία της ημερομηνίας του εν λόγω πρακτικού γίνεται αφηγηματικώς και το Δικαστήριο δεν στήριξε σε αυτό την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν ανάγκη να εξηγηθεί, γιατί, ενώ ο εκδότης των επιταγών, ανακάλεσε την εντολή προς πληρωμή των, δέχεται παράλληλα ότι συμφωνήθηκε, μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων της εταιρίας, το ποσό των εν λόγω επιταγών να αποτελέσει τρόπο για την τμηματική εξόφληση οφειλών του προς την εταιρία για τις εργασίες που θα πραγματοποιούσε η τελευταία για λογαριασμό του, ούτε κατά ποιο τρόπο συμφωνήθηκε η υποκατάσταση της αρχικής συμβάσεως της πωλήσεως με την σύμβαση έργου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί σε αίτημα του κατηγορουμένου για την ανάγνωση εγγράφων της αποδεικτικής διαδικασίας, δημιουργείται σχετική ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι, με την υποβολή του από 19.1.2007 πραγματικού ισχυρισμού του, ζήτησε όπως, τα υποβληθέντα μετ' αυτού έγγραφα που έφεραν συγκεκριμένη αρίθμηση να αναννωσθούν. Ήταν δε τα έγγραφα αυτά υπό τους αριθμούς: σχετικών 2, 3, 4, 5, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 41, 42 και αφορούσαν, αντιστοίχως, το 2 την από 6.10.99 επιστολή Γ1, το 3 την από 26.10.99 επιστολή της εταιρίας μας προς Γ1, το 4 την από 16.3.2001 επιστολή της Εθνικής Τραπέζης, το 5 την από 5.4.2000 επιστολή της Εθνικής Τραπέζης, το 6 την από 12.4.2000 επιστολή Γ1, το 7 την από 16.10.2000 μήνυση Γ1, το 8 την 29467/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το 9 την 983/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το 10 την 339/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το 11 την 120385/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το 41 την από 2.2.2005 αίτηση αναιρέσεως και το 42 την 7042/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Δικαστήριο, όμως, όπως υποστηρίζει, παρέλειψε να αποφανθεί επί της έγγραφης αυτής αιτήσεως. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει (βλ. σελ. 15), ότι, αμέσως μετά την ανάπτυξη του ισχυρισμού του, ο αναιρεσείων " παρέδωσε και τα ακόλουθα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (ακολουθεί η αρίθμηση των εγγράφων που κατατέθηκαν και αναγνώστηκαν). Επομένως το Δικαστήριο ανέγνωσε όλα τα έγγραφα που πράγματι ο αναιρεσείων προσκόμισε προς ανάγνωση στο Δικαστήριο (και όχι εκείνα που μνημονεύει, στο κείμενο του από 19-1-2007 "πραγματικού ισχυρισμού" του, ως υποβληθέντα και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που περιέχεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως, για σχετική ακυρότητα, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από την διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, συνάγεται ότι, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, πρέπει να είναι ψέματα τα όσα γεγονότα κατέθεσε ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας, προς τούτο, αρχής, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν, δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησής του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατ' άρθρο 221δ' ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης η ένορκη κατάθεσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 24-11-2000 εγκλήσεως του κατηγορουμένου, αυτός, ενώ δήλωσε δι' αυτής παράσταση πολιτικής αγωγής για τις καταγγελλόμενες σε βάρος του αξιόποινες πράξεις, κατά την εγχείριση της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέως πρωτοδικών, βεβαίωσε ενόρκως το αληθές του περιεχομένου της, αν και, κατά τα εκτεθέντα, δεν ήταν επιτρεπτή η ένορκη αλλά η ανώμοτη εξέτασή του, πλην όμως η απαγόρευση αυτή δεν προκαλεί ακυρότητα και, επομένως, ο εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 161/28-3-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1 , κατά της 664/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.