← Ελλάδα

ΑΠ 1430/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1430 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για ληστεία, σωματική βλάβη και παράνομη οπλοφορία, Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας για παράβαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και των δικαιωμάτων που του παρέχονται από τα άρθρα 369 § 3 και 371 § 3 εδ. β ΚΠΔ. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως για ακύρωση εκ της μη ακροάσεως του Εισαγγελέως. ΑΡΙΘΜΟΣ 1430/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Σωτηρίου και Αναστάσιο Γκούσκο περί αναιρέσεως της 3095/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/10. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, και να είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται, αναλόγως της σπουδαιότητάς της, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει όλως επιπόλαιες συνέπειες, και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες. Τέλος κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2168/1993 "όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορά για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα... β) μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 3 και 13 β του ίδιου νόμου, τιμωρείται με την στην άνω διάταξη προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 23 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του εφαρμόσθηκε, Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3095/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος για ληστεία από κοινού, απλή σωματική βλάβη από κοινού και παράνομη οπλοφορία και του επεβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών

(3)ετών και τεσσάρων
(4)μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 20.30 ώραν περίπου της 10ης Μαρτίου 2002 και ενώ η Ρωσικής υπηκοότητας μάρτυς ... ευρίσκετο στην επί της οδού ... του ... κειμένην οικίαν της, η οποία είναι ισόγειο διαμέρισμα πολυκατοικίας, μαζί με τον συνεργάτη και φίλο της ..., εκτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός της και όταν αυτή άνοιξε την πόρτα, εισέβαλαν εντός του διαμερίσματος ο κατηγορούμενος και 2 φίλοι του, εκ των οποίων ο ένας ονομάζεται ... και ο άλλος ..., αγνώστων λοιπών στοιχέιων και άρχισαν με την απειλή μαχαιριού το οποίο έφερε ο κατηγορούμενος παρανόμως και χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, να ζητούν από την ... και τον φίλον της ..., να τους δώσουν όσα χρήματα είχαν. Όταν δε οι 2 τελευταίοι απήντησαν ότι δεν είχαν χρήματα, τότε ο κατηγορούμενος και οι 2 φίλοι του επετέθησαν στον ..., τον εκτύπησαν με γροθιές στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν τραύμα στο αριστερό μάτι του και με την χρήση της εν λόγω βίας αφήρεσαν από την κατοχή του ιδίου και ειδικότερα από την τσέπη του υποκαμίσου του το χρηματικό ποσόν των 3000€, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παρανόμως και έσπευσαν να εξαφανισθούν. Περίοικοι όμως, αντιληφθέντες το επεισόδιο, συνεκράτησαν τον αριθμό, ..., του ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο διέφυγαν οι δράστες και τον έδωσαν στην .... Αυτή κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία την ίδιαν ημέραν, ανέφερε και τον αριθμό του αυτοκινήτου, το οποίο ανήκε στην μητέρα του κατηγορουμένου και εν τέλει, όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 8ην Ιουλίου 2002, κληθείσα η ... την επομένην ημέραν στην Υπο/νση Ασφ. Δυτ. Αττικής, ανεγνώρισε με απόλυτη βεβαιότητα, μεταξύ των τεσσάρων υποδειχθέντων σε εκείνην προσώπων, τον κατηγορούμενον ως τον δράστην των διωκομένων στην προκειμένην περίπτωση εγκλημάτων". Με αυτά που δέχθηκε το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες, ως άνω, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ειδικότερη αντίθεση αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν και από τα οποία επείσθη το Δικαστήριο ότι ετελέσθη η πράξη της ληστείας, είναι αβάσιμη, διότι από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά (του κατηγορουμένου εκπροσωπουμένου δια συνηγόρου μη απολογηθέντος), προκύπτουν σαφώς τα αποδεικτικά αυτά μέσα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, μνεία από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή. Με τις λοιπές αιτιάσεις προβάλλεται αντίθεση αποδεικτικού μέσου (καταθέσεως μάρτυρα) προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, οι οποίες όμως, δεν αποτελούν αναιρετική πλημμέλεια, αλλά υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες, Επομένως ο πρώτος κατά το αντίθετο προς τα' ανωτέρω μέρος του, λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση για την ενοχή του αναιρεσείοντος και ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 82 παρ.2 εδ. τελευταίο του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.2721/1999, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να απότρεψε ι το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απόρριψη ειδικώς και εμπεριστατωμένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά, αν αναιτιολόγητα απορρίψει το ως άνω αίτημα, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος. Πρέπει, όμως, το ως άνω αίτημα να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του, ήτοι εκείνα εκ των οποίων προκύπτει ότι αρκεί η μετατροπή για να απότρεψει το δράστη από την τέλεση άλλων πράξεων και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την μετατροπή ή ο χαρακτηρισμός, με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ζήτησε "να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο της ποινής και την μετατροπή της". Το αίτημα αυτό μετατροπής της ποινής έτσι που προβλήθηκε, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία, αν προκύπτει ότι η μετατροπή της ποινής αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ήταν αόριστο το δε Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτό. Παρά ταύτα το Δικαστήριο μετά την επιβολή της προαναφερθείσης ποινής, εξέτασε το αίτημα και το απέρριψε με την εξής αιτιολογία. "Επειδή κατά την κρίση του Δικαστηρίου η χρηματική ποινή δεν αρκεί για να αποτρέψει του κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιόποινών πράξεων, επομένως το αίτημα αυτό περί μετατροπής της ποινής του σε χρηματική, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ πρώτος κατά το αντίθετο προς τα' ανωτέρω μέρος του λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για την μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική ποινή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ. 1 και 3 και 371 παρ. 3 εδ, β' Κ.Ποιν.Δ σαφώς προκύπτει ότι μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου γίνεται αμέσως συζήτηση περί της ποινής και της μετατροπής, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να λάβει το λόγο τελευταίος, άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ'του Κ.Ποιν.Δ, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την περί ενοχής απόφαση του Δικαστηρίου, δόθηκε από τον Πρόεδρο, ο λόγος στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να επιβληθούν στον κατηγορούμενο, για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος, η ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών για τη ληστεία, πέντε
(5)μηνών για την απλή σωματική βλάβη και πέντε
(5)μηνών για την παράνομη οπλοφορία. Μετά ταύτα, δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος "ζήτησε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο της ποινής και την μετατροπή της". Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ δεύτερος, κατά το ένα μέρος του, λόγος της ένδικης αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν δόθηκε τελευταία ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος πριν αποφασίσει το δικαστήριο για την μετατροπή ή μη της ποινής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος και κατά το έτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ο άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, διότι απαραδέκτως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω ελλείψεως ακροάσεως του Εισαγγελέα ως προς την μετατροπή ή μη της ποινής διότι δεν του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, να προβάλει δηλαδή λόγο αναιρέσεως για τυχόν μη ακρόαση του Εισαγγελέα, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. δ Κ.Ποιν.Δ. Άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο αίτημα μετατροπής της ποινής, το δε Δικαστήριο εκ περισσού ασχολήθηκε με τη μη μετατροπή της ποινής που επιβλήθηκε. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-1-2010 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3095/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.