← Ελλάδα

ΑΠ 1431/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1431 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απαράδεκτη η αναίρεση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1431/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη περί αναιρέσεως της 8, 24α, 47, 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 παρ.1 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 6-3-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 8, 24α, 47 και 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε κάθειρξη 6 ετών και 1 μηνός για σωματεμπορία κατ' επάγγελμα και για παράνομη είσοδο στη Χώρα, ζητεί την αναίρεση αυτής, προς θεμελίωση δε της κρινόμενης πιο πάνω αιτήσεώς του, επικαλείται αυτός κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "
  2. Η προσβαλλόμενη απόφασις περιέπεσεν εις την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, διότι δεν εκθέτει μετά σαφηνείας και πληρότητος τα πραγματικά περιστατικά και τας σκέψεις βάσει των οποίων εποιήσατο την κατάφασιν περί τελεσιουργίας υπ' εμού του εγκλήματος της σωματεμπορίας κατά συναυτουργίαν. Επλημμέλησεν η αναιρεσιβαλλόμενη εις τον νομικόν χαρακτηρισμόν της αποδιδομένης εις εμέ ποινικής αδικοπραγίας και τούτο διότι δεν εξειδικεύει δια ποίων πραγματικών περιστατικών έλαβε χώραν η συνεκτέλεσις όσον και η συναπόφασίς του εγκλήματος το οποίον μου αποδίδεται. Δεν εκθέτει δια πραγματικών γεγονότων εκδήλωσιν εκουσίας συμπεριφοράς μου συγκροτούσης τόσον την αντικειμενικήν υπόστασιν του εγκλήματος, όσον και τον υπερχειλή δόλον της προμνησθεισας ποινικής αδικοπραγίας, την οποίαν ομολόγησεν ο συγκατηγοτούμενός μου ότι ετέλεσεν άνευ ουδεμιάς ημετέρας αναμείξεως πλήν του γεγονότος ότι τον εφιλοξένησα εις την κατοικίαν μου.
  3. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκθέτει συγκεκριμένας ημετέρας πράξεις, συνιστώσας τας προύποθέσεις της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που μου απεδόθη και με καταδίκασε". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι δυο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Κατά το άρθρο 211 εδ. α του Κ.Π.Δ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 ΚΠΔ, καλυπτόμενη επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για το λόγο ότι επήλθε ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, από το γεγονός ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, επέτρεψε την εξέταση, ως μάρτυρα, του αστυνομικού ..., ο οποίος είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την εξέταση του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος είχε προβεί μόνο στη σύλληψη του κατηγορουμένου, χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε άλλα ανακριτικά καθήκοντα, δεν προβλήθηκε από μέρους του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, Ιωάννη Σούφη, οποιαδήποτε αντίρρηση. Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι επήλθε, κατ' εκτίμηση, σχετική ακυρότητα από την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, και η οποία αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 8, 24α, 47 και 48/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.