← Ελλάδα

ΑΠ 1431/2010 — Αποφάσεως διόρθωση, Επεκτατικό αποτέλεσμα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1431 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποφάσεως διόρθωση, Επεκτατικό αποτέλεσμα. Περίληψη: Αίτηση συμπληρώσεως αποφάσεως, λόγω εφαρμογής επεκτατικού αποτελέσματος. 469 ΚΠΔ. 1) Ο λόγος αναιρέσεως, όπως προβλήθηκε και έγινε δεκτός από τον Άρειο Πάγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος στις αποδοθείσες δύο ανθρωποκτονίες από αμέλεια, δεν είναι αντικειμενικός, αλλ' αφορά αποκλειστικά και προσωπικά στον αναιρεσείοντα ιατρό και επειδή δε νοείται συμμετοχή στην αμέλεια, ούτε συγκαταδικάσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι ιατροί για συμμετοχή του ενός στην αμέλεια του άλλου, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως που μόνος άσκησε, δε μπορεί να επεκταθεί στον αιτούντα συγκαταδικασθέντα ιατρό. 2) Ο λόγος όμως αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, κατά το σκέλος του αιτιώδους συνδέσμου και των αιτίων του θανάτου των δύο νεογνών, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου ιατρού, αλλά είναι αντικειμενικός. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου παρέλειψε ν' αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος από τον συγκατηγορούμενό του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και στον μη ασκήσαντα αναίρεση και μη παρεμβάντα στη δίκη αιτούντα. Επομένως, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος, πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον αιτούντα, μη ασκήσαντα αναίρεση, συγκατηγορούμενό και συγκαταδικασθέντα ιατρό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση συμπληρώσεως, να γίνει δεκτό ότι ο ήδη μη αναιρεσείων αιτών κατηγορούμενος, ως συμμέτοχος στην τέλεση των άνω πράξεων δύο ανθρωποκτονιών από αμέλεια, ωφελείται από την ασκηθείσα και γενόμενη δεκτή αίτηση αναιρέσεως του συγκατηγορουμένου του και να αναιρεθεί και ως προς αυτόν η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς και μετά, λόγω παρόδου μέχρι σήμερα οκταετίας, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση, αλλά να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη. Αριθμός 1431/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Βαγενά, περί συμπληρώσεως της 1609/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Το Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 447/

  1. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠοινΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρ.128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα, να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμους προθεσμίας ή το άσκησαν, και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν δεν χορηγείται σε αυτόν από τον ΚΠοινΔ το ένδικο μέσο, τόσον της εφέσεως, όσον και της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανώτερου δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί, με απόφαση ή βούλευμα, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ' όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, όπως είναι το μη αξιόποινο της πράξεως, το κατ' ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κλπ. και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται: α) να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους και β) αν δε συμμετείχαν στη διαδικασία ή στη δίκη επί του ενδίκου μέσου του άλλου ή αν το δικαστήριο δεν επεξέτεινε και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως, όπως μπορούσε, το ευεργετικό αποτέλεσμα, να ασκήσουν μεταγενέστερα αυτοτελή αίτηση στο δικάσαν το ένδικο μέσο και να ζητήσουν συμπλήρωση της εκδοθείσας αποφάσεως ή του βουλεύματος, ώστε να ωφεληθούν από το τυχόν ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την εξέταση της βασιμότητας της κρινόμενης αιτήσεως συμπληρώσεως αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Με την 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία, σε δεύτερο βαθμό, για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, δύο προώρως γεννηθέντων από την πολιτικώς ενάγουσα νεογνών, οι κατηγορούμενοι ιατροί Ζ, γυναικολόγος και ο αιτών Χ, ανειδίκευτος ιατρός απλώς πτυχιούχος Ιατρικής Σχολής, στους οποίους επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών σε καθένα, αφού δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς την αμέλεια κάθε κατηγορουμένου στις ίδιες πράξεις ανθρωποκτονίας, ότι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ικανότητες και με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματός τους και τις κρατούσες συνθήκες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς τους και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη τους. Ειδικότερα δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο στο αιτιολογικό της 302/2009 αποφάσεώς του, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: ""Η πολιτικώς ενάγουσα Ψ στο παρελθόν είχε μία εξωμήτριο κύηση και της είχαν αφαιρέσει μία σάλπιγγα. Αυτή ήθελε να μείνει έγκυος και για το σκοπό αυτό επισκέφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ, καθηγητή της γυναικολογίας, καθόσον αυτός θεωρούνταν καλός γιατρός. Πράγματι, αυτή με τη φροντίδα του κατηγορουμένου αυτού έμεινε έγκυος. Αυτός τον Ιούλιο του 2001 της έκανε περίδεση της μήτρας, διότι παρουσίασε αιμορραγία και είχε δίδυμη κύηση. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αυτός παρέμπεμψε την πολιτικώς ενάγουσα Ψ στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ, πτυχιούχο της Ιατρικής και τον συνέστησε ως συνεργάτη του και της είπε ότι μπορεί να τον επισκέπτεται, όταν ο ίδιος απουσιάζει. Στις αρχές Οκτωβρίου 2001 η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα εμφάνισε προβλήματα στην εγκυμοσύνη της. Αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ, ο οποίος της είπε να πάει στο Π.Π.Γ.Ν. .... Εκεί αυτή δε συνάντησε καθόλου τον κατηγορούμενο αυτόν, αλλά μόνο το δεύτερο κατηγορούμενο Χ. Ο τελευταίος την επισκέφθηκε τόσο στην αίθουσα τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της όσο και στην εντατική, όπου τη μετέφεραν μετά το τοκετό. Ενόψει αυτών η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε την άμεση και συνεχή παρακολούθηση του πρώτου κατηγορουμένου Ζ, ο οποίος ήταν ο προσωπικός της γιατρός. Η παρακολούθηση αυτή ήταν αναγκαία λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της εγκυμονούσας πολιτικώς ενάγουσας ώστε σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι αυτή θα οδηγούνταν σε πρόωρο τοκετό που θα ενείχε κίνδυνο για τη ζωή των εμβρύων, να αφαιρούνταν τα έμβρυα με καισαρική τομή που θα μείωνε τον κίνδυνο θανάτου αυτών λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας και περί γεννητικής ασφυξίας. Πλην όμως η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα οδηγήθηκε στο χειρουργείο στις 14-10-2001 με μεγάλη καθυστέρηση, ενώ είχε εξέλθει το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Αυτό συνέβη λόγω των πελατειακών σχέσεων που είχε οργανώσει ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ που κάποιες ασθενείς τις αναγόρευσε σε προσωπικές του ασθενείς και τις μεταχειριζόταν ως πελάτισσές του και ενώ αυτές βρίσκονταν σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν υπήρχε εύκολα δυνατότητα παρέμβασης στις περιπτώσεις αυτές άλλων γιατρών της Γυναικολογικής Κλινικής. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα που η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα εισήλθε στη Γυναικολογική Κλινική με σοβαρό πρόβλημα ρήξης θυλακίου και απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ λόγω προβλημάτων υγείας, δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας κανένας άλλος γιατρός εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ που απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής Σχολής, εμφανιζόταν μεν ότι πραγματοποιούσε κάποια διδακτορική διατριβή στη Μαιευτική Γυναικολογία με θέμα τη μελέτη της παραγωγικότητας, υπογονιμότητας και της ενδομητρίωσης κυστών στις μήτρες των γυναικών, αλλά στην πραγματικότητα ενεργούσε ως όργανο του πρώτου κατηγορουμένου Ζ στο χώρο της Γυναικολογικής Κλινικής. Μετά την απουσία του παραπάνω κατηγορουμένου που εφάρμοζε τη συγκεκριμένη τακτική στη Γυναικολογική Κλινική και την έλλειψη γνώσης και εμπειρίας από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ που ενεργούσε παράνομα κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου Ζ, αφού δεν ήταν γυναικολόγος, δεν υπήρχε η παρακολούθηση που έπρεπε, η διάγνωση της σοβαρότητας της περίπτωσης αυτής ούτε σχεδιασμός αντιμετώπισης αυτής σε περίπτωση πρόωρου τοκετού. Έτσι, δε διαγνώστηκε έγκαιρα ο επερχόμενος τοκετός ούτε το γεγονός ότι το πρώτο εξερχόμενο έμβρυο είχε λάβει θέση εξόδου από τη μήτρα ανάποδα με τα πόδια, γεγονός που σε συνδυασμό με ότι τα έμβρυα ήταν δίδυμα αύξανε τον κίνδυνο και ιατρικά πλέον ασφαλής ήταν η αφαίρεση των εμβρύων με καισαρική τομή. Ασφαλώς, εάν η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα γνώριζε την πραγματική κατάσταση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ δεν ήταν γυναικολόγος δε θα εμπιστευόταν σ' αυτόν την παρακολούθησή της. Αποτέλεσμα ήταν, όταν ο τοκετός επήλθε πρόωρα με εμφανή σημεία από νωρίς το απόγευμα της 14ης-10-2001 με πόνο στη μέση που δεν μπορούσε να εκτιμήσει η παραπάνω πολιτικώς ενάγουσα για τον οποίο παραπονέθηκε σε ειδικευόμενο γιατρό της Γυναικολογικής Κλινικής που πραγματοποίησε επίσκεψη στο θάλαμό της και παράλληλα αυτή εμφάνιζε μεγάλη απώλεια αμνιακού υγρού για τα οποία συμπτώματα κλήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ και επιλήφθηκε αυτών, ο τελευταίος από έλλειψη γνώσεων δεν μπόρεσε να προβεί σε ορθή εκτίμηση της κατάστασης της πολιτικώς ενάγουσας που επέβαλε την άμεση μεταφορά της στο χειρουργείο και την εφαρμογή της καισαρικής τομής. Αντίθετα, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ παρέμεινε προς παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την καθησυχάζει ώστε να μην ανησυχεί και ότι το πρόβλημα της αντιμετωπίζεται σωστά. Έτσι, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση 6-7 ωρών, κατά τη διάρκεια των οποίων τα έμβρυα ήταν εκτεθειμένα σε σοβαρό κίνδυνο ασφυξίας από την έλλειψη οξυγόνου. Η εισαγωγή της πολιτικώς ενάγουσας στην αίθουσα τοκετού του χειρουργείου ήταν αναπόφευκτη, στην οποία υποχρεώθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ, όταν είδε να εξέρχεται από τα γεννητικά όργανα της το άκρο του ποδιού του ενός εμβρύου. Τότε για πρώτη φορά ειδοποιήθηκε ο εφημερεύων γυναικολόγος ..., ο οποίος επιλήφθηκε του περιστατικού, χωρίς από την ένορκη κατάθεση του ίδιου ή από άλλο αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι υπήρξε προηγούμενη ενασχόληση αυτού με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Πλέον η κατάσταση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αρκετά επιβαρυμένη, δεδομένου ότι αυτή εμφάνιζε εμετούς προφανώς από την τοκολυτική αγωγή που της χορηγούνταν από το στόμα και έντονη ανησυχία, για το λόγο αυτό της έγινε νάρκωση που δε συνηθίζεται σε φυσιολογικούς τοκετούς και μετά τον τοκετό οδηγήθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ανάλογα επιβαρημένη ήταν και η κατάσταση των εμβρύων που επί πολλές ώρες παρέμειναν εκτεθειμένα στην έλλειψη οξυγόνου μετά την έναρξη του τοκετού και την απώλεια μεγάλης ποσότητας αμνιακού υγρού. Έτσι, η εφαρμογή της καισαρικής τομής και μάλιστα μετά την έξοδο του ενός εμβρύου από τα γεννητικά όργανα της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας ήταν αδύνατη και υποχρεωτικά ακολουθήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση φυσιολογικός τοκετός με τον αυξημένο κίνδυνο που αυτός ενείχε. Τελικά, τα έμβρυα επιβίωσαν μία εβδομάδα περίπου μετά τη γέννηση τους και μεταφέρθηκαν στην Παιδιατρική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου παρέμειναν νοσηλευόμενα, ενώ σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά ο θάνατος τους οφειλόταν σε προωρότητα, σε περιγεννητική ασφυξία, σε ΙΣΑΔ, σε αναπνευστική ανεπάρκεια και σε εγκεφαλική αιμορραγία. Γεγονός είναι ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού σύμφωνα με τα επιστημονικό δεδομένα τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμα και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές επιστημονικές απόψεις. Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματός του και τις κρατούσες συνήθειες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δυο νεογνών, διότι ως θεράπων γιατρός της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και έχοντος την εποπτεία της Μαιευτικής Κλινικής του Π.Π.Γ.Ν, ... παρέλειψε να εποπτεύσει προσωπικά την πορεία της κύησης αυτής τόσο κατά την εισαγωγή αυτής στο νοσοκομείο όσο και κατά τον τοκετό, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επιτυχής ιατρική αντιμετώπισή του, αλλά ανέθεσε στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ την παρακολούθησή της, τον οποίο συνέστησε ως συνεργάτη του και ο οποίος ήταν ανειδίκευτος γιατρός και δεν μπορούσε να παρακολουθεί ένα τόσο σοβαρό περιστατικό, ούτε καν ορθή τοκολυτική αγωγή ακολούθησε, αφού τη χορήγησε από το στόμα και όχι ενδοφλεβίως με αποτέλεσμα την παραπάνω σοβαρή διαταραχή της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Έτσι, η τελευταία οδηγήθηκε σε πρόωρο τοκετό κατά τη διάρκεια του οποίου απουσίαζε ο πρώτος κατηγορούμενος Ζ και δεν ήταν πλέον δυνατή η καισαρική τομή σ'αυτή. Εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεων του πρώτου κατηγορουμένου Ζ τα δύο έμβρυα κατά τη γέννηση τους παρουσίασαν περιγεννητική ασφυξία, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλική αιμορραγία και από τις οποίες επήλθε ο θάνατός τους στις 20 και 21-10-2001 αντίστοιχα, ο οποίος δεν θα επερχόταν αν είχε λάβει χώρα προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και τις κρατούσες συνθήκες στον οικείο τομέα δραστηριότητάς του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η πράξη του. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται για το θάνατο των δύο νεογνών, διότι ανέλαβε την παρακολούθηση της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εγκυμοσύνης της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, χωρίς να είναι γιατρός γυναικολόγος, αλλά πτυχιούχος της Ιατρικής και υποψήφιος διδάκτορας στη Μαιευτική Γυναικολογία, χωρίς δηλαδή να έχει τις εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και να ενημερώσει για την ακριβή κατάσταση της κύησης τον παραπάνω πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα γιατρό της, ο οποίος απουσίαζε, ώστε αυτή να τύχει της ενδεδειγμένης ιατρικής αντιμετώπισης και να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό και σε θάνατο των νεογνών. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή για την οποία κατηγορούνται". Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου καταδικασθέντος ιατρού Ζ, εκδόθηκε, χωρίς συμμετοχή του νυν αιτούντος συγκαταδικασθέντος, η 1609/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε εν μέρει, ως προς τον ασκήσαντα την αναίρεση ως άνω κατηγορούμενο ιατρό, κατά παραδοχή ως βασίμων, σχετικών από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγων αναιρέσεως αυτού και δη για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και ασάφειες της αιτιολογίας της αποφάσεως, όσον αφορά τις άνω παραδοχές της αποφάσεως για την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ιατρού, την οποία και μόνον έκρινε ο Άρειος Πάγος, λόγω μη ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του νυν αιτούντος κατηγορουμένου. Επί πλέον, με την παραπάνω 1609/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως από το αιτιολογικό αυτής προκύπτει, αναιρέθηκε, η εν λόγω προσβληθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και για τον προβληθέντα λόγο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ) ότι, γίνεται δεκτό από το δικάσαν εφετείο στο αιτιολογικό του, 1) "λόγω της ιδιότητας της πολιτικώς ενάγουσας, "ως προσωπικής ασθενούς του αναιρεσείοντος", δεν επιλήφθηκε του περιστατικού αυτού κανένας άλλος γιατρός, εκτός από το δεύτερο κατηγορούμενο Χ, ο οποίος απλά ήταν πτυχιούχος της Ιατρικής σχολής και συνεργάτης του πρώτου", 2) "ο Χ, επισκέφθηκε την πολιτικώς ενάγουσα, τόσο στην αίθουσα του τοκετού, όπου την εισήγαγαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος στην εγκυμοσύνη της, όσο και στην εντατική, όπου τη μετέφεραν μετά τον τοκετό...", δίχως να διευκρινίζεται αν οι ενέργειες αυτές έγιναν με την εντολή του εφημερεύοντος ή κάποιου γιατρού της μαιευτικής κλινικής, από αυτούς που την είχαν στελεχώσει και βρισκόταν σ' αυτήν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ή άλλου προσώπου και στην τελευταία περίπτωση αν είχαν ενημερωθεί οι υπηρετούντες στην κλινική αυτή γιατροί (εφημερεύοντες κλπ), για την κρισιμότητα του περιστατικού και ο λόγος για τον οποίο δεν επιλήφθηκαν αυτού, εγκαίρως, όπως είχαν υποχρέωση, λόγω της ιδιότητας των", και 3) "ότι τα έμβρυα γεννήθηκαν πρόωρα την 27η εβδομάδα της κύησης, πλην όμως ο θάνατος αυτών δεν οφείλεται στην προωρότητα, αφού, σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, τα έμβρυα είναι βιώσιμα, ακόμη και αν γεννιούνται μετά την 24η εβδομάδα της κύησης, οπότε, αν υπάρχει δυνατή αντιμετώπιση της κάθε περίπτωσης, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης αυτών σε ποσοστά για τα οποία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις" : Πλέον συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε και για το λόγο ότι "δεν παρατίθενται στην απόφαση οι επιστημονικές απόψεις, οι οποίες, κατά την κρίση του Εφετείου, ταυτίζονται με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, ως προς την δυνατότητα επιβίωσης των πρόωρα γεννηθέντων βρεφών και δεν διευκρινίζεται αν στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις επιστημονικές απόψεις, που προεκτέθηκαν, για την επιβίωση των παραπάνω βρεφών, εφόσον είχε επιτευχθεί η γέννησή τους με καισαρική τομή, αν υπήρχε δυνατότητα αντιμετώπισης της κατάστασης των πρόωρων βρεφών και τέλος αν οι αναφερόμενες "σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης" των βρεφών πλησίαζαν τα όρια της βεβαιότητας, στην περίπτωση που η πολιτικώς ενάγουσα είχε γεννήσει με καισαρική τομή". Με την κρινόμενη αίτηση, ο μη συμμετασχών στην άνω δίκη του Αρείου Πάγου δεύτερος συγκαταδικασθείς κατηγορούμενος ιατρός Χ, ζητεί τη συμπλήρωση της ανωτέρω αποφάσεως, ώστε εφαρμοζομένου, κατ'άρθρο 469 ΚΠοινΔ, του επεκτατικού αποτελέσματος, να αναιρεθεί η 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και ως προς αυτόν, ενόψει μάλιστα και του ότι μετά την άνω 1609/2009 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου και την παραπομπή της υποθέσεως στο εκδόν δικαστήριο, εκδόθηκε ήδη η προσκομιζόμενη 1330/2-9-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, σύμφωνα με την οποίαν, αθωώθηκε των άνω κατηγοριών ο συγκατηγορούμενός του ιατρός Ζ, για το λόγο ότι ο θάνατος των δύο νεογνών δεν οφειλόταν στην αμελή συμπεριφορά των θεραπόντων ιατρών, αλλά σε "προωρότητα κάτω των 28 βδομάδων, σε περιγεννητική ασφυξία, σε ΙΣΑΔ, σε αναπνευστική ανεπάρκεια και σε εγκεφαλική αιμορραγία". Σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και τις παραπάνω παραδοχές των ανωτέρω αποφάσεων 302/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και 1609/2009 του Αρείου Πάγου : 1) τα περιστατικά αμελείας που αποδίδονται στον καταδικασθέντα αιτούντα ιατρό Χ, δεν ταυτίζονται με εκείνα που αποδίδονται στο συγκαταδικασθέντα συγκατηγορούμενό του αναιρεσείοντα ιατρό. Από τον Άρειο Πάγο, κρίθηκε με την 1609/2009 απόφαση ότι υπάρχει ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβληθείσας αποφάσεως μόνον ως προς την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ιατρό αμέλεια και δεν κρίθηκε ταυτόχρονα και η σε διαφορετικά περιστατικά αποδιδόμενη αμέλεια του αιτούντος ιατρού. Άρα ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, όπως προβλήθηκε και έγινε δεκτός από τον Άρειο Πάγο, αφορά αποκλειστικά και προσωπικά στον αναιρεσείοντα ιατρό και επειδή δε νοείται συμμετοχή στην αμέλεια, ούτε συγκαταδικάσθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι ιατροί για συμμετοχή του ενός στην αμέλεια του άλλου, το επωφελές αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου αναιρέσεως που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος, δε μπορεί να επεκταθεί και στον αιτούντα συγκαταδικασθέντα ιατρό. Αντίθετα όμως, κατά το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος με την άνω 1609/2009 απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά τα παραπάνω, προβληθείσες με την αίτηση αναιρέσεως, εκτός από ασάφειες και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβληθείσας αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ως προς τα στοιχεία της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ιατρού Ζ, ασάφειες και αντιφάσεις και ως τα αίτια του επελθόντος μετά 7 ημέρες θανάτου των δύο προώρως, χωρίς καισαρική τομή, γεννηθέντων νεογνών της πολιτικώς ενάγουσας, (προωρότητα ή περιγεννητική ασφυξία ή οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και εγκεφαλική αιμορραγία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου), δημιουργουμένης αμφισβητήσεως, ως προς τα ακριβή αίτια αυτά και ιδία ως προς τη δυνατότητα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως της προωρότητας και τις σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης που είχαν τα δύο νεογνά, μέχρι βεβαιότητας, αν η γέννησή τους είχε επιτευχθεί με καισαρική τομή, στην οποία κατηγορούνται ότι δεν προέβησαν οι κατηγορούμενοι. Ο κατά το ανωτέρω σκέλος λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου ιατρού. Το Δικαστήριο όμως του Αρείου Πάγου παρέλειψε ν' αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και στον μη ασκήσαντα αναίρεση και μη παρεμβάντα στη δίκη αιτούντα. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το επωφελές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου της από 16-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, που μόνος άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος ιατρός, πρέπει, κατ'άρθρο 469 του ΚΠοινΔ, να επεκταθεί και στον αιτούντα, μη ασκήσαντα αναίρεση, συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα ιατρό Χ. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση συμπληρώσεως, να γίνει δεκτό, ότι ο ήδη μη αναιρεσείων αιτών κατηγορούμενος, ωφελείται από την ασκηθείσα και γενόμενη δεκτή από 16-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του συγκατηγορουμένου του Ζ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέρα των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεθείσα ως άνω 302/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή για την οποία καταδικάσθηκε και ο αιτών φέρεται ότι τελέσθηκε στις 20 και 21-10-
  2. Από το χρόνο, όμως, αυτό της τελέσεως της πράξεως μέχρι την έκδοση της παρούσας αποφάσεως, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή ο πενταετής χρόνος της παραγραφής πλημμελημάτων και εκείνος της αναστολής της, που είναι τριετής. Έτσι το αξιόποινο της ανωτέρω πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, που είναι κατ'άρθρο 302 ΠΚ πλημμέλημα, έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής. Πρέπει συνεπώς, μετά την εφαρμογή του παραπάνω αναιρετικού επεκτατικού αποτελέσματος της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πατρών, αλλά να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αιτούντος κατηγορουμένου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συμπληρώνει την 1609/2009 απόφασή του. Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και στον καταδικασθέντα αιτούντα Χ. Παύει οριστικά την κατά του Χ ποινική δίωξη για το ότι: στην ... στις 20 και 21-10-2001, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε σύμφωνα με τους κανόνες που ρυθμίζουν την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος και τις κρατούσες συνθήκες, στον οικείο τομέα δραστηριότητας του και μπορούσε να καταβάλει σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προξένησε η πράξη του και προξένησε το θάνατο άλλων. Ειδικότερα, αυτός, ως πτυχιούχος ιατρικής, έμμισθος μεταπτυχιακός υπότροφος και υποψήφιος διδάκτορας στην Πανεπιστημιακή Γυναικολογική Κλινική του ΠΠΓΝ ..., ευθύνεται για το θάνατο των δύο διδύμων νεογνών της εγκαλούσας Ψ, διότι τελών υπό την εποπτεία και τις εντολές του Διευθυντή της άνω κλινικής γυναικολόγου καθηγητή ιατρού Ζ, ανέλαβε την παρακολούθηση της παραπάνω εγκύου και την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εγκυμοσύνης της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο παραπάνω νοσοκομείο, χωρίς να έχει λάβει ακόμα την ειδικότητα γιατρού γυναικολόγου και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αλλά όντας απλώς πτυχιούχος της Ιατρικής, χωρίς δηλαδή να έχει εξειδικευμένες γνώσεις και ικανότητες, με συνέπεια να μην μπορεί να διαγνώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης της παραπάνω πολιτικώς ενάγουσας και να ενημερώσει για την ακριβή κατάσταση της κύησης τον παραπάνω πρώτο κατηγορούμενο, θεράποντα ιατρό της, ο οποίος απουσίαζε, ώστε αυτή να τύχει της ενδεδειγμένης ιατρικής αντιμετώπισης, με αποτέλεσμα η ανωτέρω έγκυος να οδηγηθεί σε πρόωρο τοκετό και τα γεννηθέντα προώρως κατά την 14-10-2001 δύο νεογνά, να παρουσιάσουν σοβαρά προβλήματα και κυρίως οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός τους κατά την 20 και 21-10-2001 αντίστοιχα, τα οποία όμως εάν είχε λάβει χώρα η προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία της εγκαλούσας, θα είχαν αποφευχθεί και έτσι δεν θα επερχόταν ο θάνατος αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου
  4. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.