Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1432 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απόπειρα, Συναυτουργία, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Δωροδοκία, Νομιμοποίηση εσόδων. Περίληψη: Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων αναιρέσεως. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκων κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 658/06, ΑΠ 1649/04). Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Υπόμνημα συγκατηγορουμένων για την επέκταση του αποτελέσματος της αναίρεσης και υποβολή αιτήματος για αυτοπρόσωπη. Απλή συνέργεια από κοινού σε απάτη, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Απόπειρα απάτης κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή και από εμπορία ναρκωτικών ουσιών). Απόπειρα νομιμοποίησης από κερδοσκοπία εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από κακουργηματική απάτη) κατ’ επάγγελμα. Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος από κοινού. Παράβαση του άρθρου 11 του ν. 5227/31 περί μεσαζόντων. Συγκρότηση συμμορίας. Δωροδοκία (ενεργητική) δικαστή. Αιτιολογία συναυτουργίας. Απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα. Η αξιοποίηση αποδεικτικού μέσου, που αποκτήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 9 § 3 Συντάγματος και 370Α § 4 Π.Κ., συνιστά απόλυτη ακυρότητα, που ισχύει και για την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία (ΑΠ 2035/2005, ΑΠ 1622/2005 Πρβλ ΑΠ 1713/2006 τμ Ε, ΑΠ 1351/2007 τμ Α1). Απόρρητο τραπεζικών συναλλαγών. Εξαιρέσεις κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 § 13 και 14 ν. 2331/
- Αποδεικτικά μέσα που είναι προϊόντα υποκλοπής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Κατάθεση μαρτύρων που μεταφέρουν το περιεχόμενο υποκλοπής. Άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Εφετών κατά παρ. 2 και 3 του άρθρου 29 του ΚΠΔ. Προσδιορισμός των πράξεων από την Ολομέλεια του Εφετείου. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας - νομίμου βάσεως. Λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, λόγω αναφοράς του αναιρεσείοντος ως συμμετόχου σε πράξεις συγκατηγορουμένων του, χωρίς όμως να παραπέμπεται για αυτές και για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, που αφορούν πράξεις των συγκατηγορουμένων του. Απόρριψη λόγων αυτών ως απαραδέκτων. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1432/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2707/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α)από 4 Φεβρουαρίου 2008 (δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως) και β) 30 Ιανουαρίου 2008 αιτήσεις τους, ως και στις 14 Απριλίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 240/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμούς 146/28-3-2008 και 146Α /14-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2707/2007 βούλευμά του - που εκδόθηκε κατά το άρθρο 29 παρ. 3 ΚΠοινΔ- παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και τους Χ1, Χ2 και Χ3 για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως: α) Απλής συνέργειας σε απάτη, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, β) Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή), γ) Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, δ) Παράβαση του άρθρου 11 ν. 5227/31 - περί μεσαζόντων- ε) Συγκρότηση συμμορίας, στ) Απόπειρα απάτης κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., ζ) Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ'επάγγελμα (από εμπορία ναρκωτικών ουσιών), η) Απόπειρα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από κακουργηματική απάτη) κατ'επάγγελμα. - ο Α'- α) Δωροδοκία (ενεργητική) δικαστή. β) Απλή συνέργεια σε απάτη, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. γ) Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή) κατ'εξακολούθηση. δ) Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος. ε) Συγκρότηση συμμορίας και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή)- - Ο Β'- νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή)- - Η Γ'- 'Αρθρα 42, 46, 47, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 3, 386 παρ. 1, 3α-β, 1 παρ. 1α εδ. αη, αιζ, 2 παρ. 1 ν. 2331/95 [όπως το εδ. αιζ προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/97 και 6 παρ. 1 ν. 2515/97 και όπως τα άρθρα 1 και 2 αντικ. με τα άρθρα 2 και 3 ν. 3424/2005 (και 3 παρ. 4, 4 παρ. 4, 9 παρ. 2, 12 παρ. 1 ν. 2743/99)]. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στους άνω κατηγορούμενους α) στις 23-1-2008 στον πρώτο (βλ. το από ...... αποδεικτικό του επιμελητή δικαστηρίων .....)- στην διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει και χωρίς να προτείνεται κάποια συγκεκριμένη ακυρότητα στην έκθεση αναίρεσης - β) στις 25-1-2008 στον δεύτερο και δη στον ίδιο και γ) 25-1-2008 στη τρίτη και δη στην ίδια. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν ο μεν Χ1 ο ίδιος στις 4-2-2008, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 26/2008 αίτηση αναίρεσης, ο Χ2 ο ίδιος στις 4-2-2008 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ως κάτοικος Θεσσαλονίκης, την υπ'αριθμ. 11/2008 αίτηση αναίρεσης και η Χ3 η ίδια στις 30-1-2008 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 23/2008 αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντες ο μεν πρώτος α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας. Συγκεκριμένα ότι: α) απέρριψε αναιτιολόγητα την αίτηση αυτού προς αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο μετά το πέρας της ανάκρισης και συνεπώς, μετά ταύτα, με το να τον παραπέμψει υπερέβη την εξουσία του. β) Δεν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία παραπέμπεται, ούτε τις σαφείς και συγκεκριμένες σκέψεις - και ότι αποτελεί κατά το μέγιστο μέρος αντιγραφή του παραπεμπτικού διατακτικού, το οποίο αποτελεί απλή αντιγραφή του κατηγορητηρίου. Πλέον συγκεκριμένα, σε σχέση με την απλή συνέργεια στις δύο περιπτώσεις απάτης αναφέρει απλώς "υπόδειξη του τρόπου τελέσεως"χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος προσδιορισμός της ψυχικής ενισχύσεως με αναφερόμενα σαφή πραγματικά περιστατικά, ενόψει και της ιδιότητας της έμπειρης δικαστικής λειτουργού της αυτουργού και χωρίς αναφορά στο πρόσωπό του περιστατικών περί συνδρομής των άνω επιβαρυντικών περιπτώσεων. Σε σχέση με το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από παθητική δωροδοκία ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει το διατακτικό. Σε σχέση με την ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος ότι δεν υπάρχουν παραδοχές ότι ο ορισμός των δικασίμων ήταν ή δεν ήταν δικαιολογημένος..... ότι οι αποφάσεις με τις οποίες έγιναν δεκτές οι σχετικές αιτήσεις υπερβαίνουν τα λογικά όρια της λογικής κρίσεως και ότι έγιναν με τον σκοπό ωφέλειας ή βλάβης άλλων........ ούτε αναφέρεται ο σκοπός αυτού περί εκδόσεως μη δίκαιων δικαστικών αποφάσεων. Επίσης - σε σχέση με τις πρωτοδίκες Τσέβη και Γ1 και τον Αντεισαγγελέα Εφετών Χ4, ανακριτή Σάββα δεν περιέχει περιστατικά μεροληπτικής κρίσεώς τους. Επίσης- σε σχέση με το άρθρο 11 ν. 5227/31 και της συγκροτήσεως συμμορίας, ότι το σκεπτικό περιέχει πιστή αντιγραφή του διατακτικού και αντιγραφή του κατηγορητηρίου (για το πρώτο). Επίσης- σε σχέση με την απόπειρα κακουργηματικής απάτης, ότι δεν δίνει απάντηση στους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του και δεν παραθέτει τους λόγους για τους οποίους κρίνονται αξιόπιστοι οι ισχυρισμοί της κατηγορίας και όχι αυτός ως κατηγορούμενος. Επίσης ότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά για τις επιβαρυντικές περιστάσεις. Επίσης- σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη εμπορία ναρκωτικών ουσιών και της απόπειρας νομιμοποιήσεως εσόδων από κακουργηματική απάτη, δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις πράξεις αυτές. Επίσης δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την συναυτουργική δράση του. γ) Απόλυτη ακυρότητα διότι έλαβε υπόψη του έγγραφα δηλαδή της κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών του, παραστατικά συγκεκριμένων τραπεζικών συναλλαγών, "τα έγγραφα της απομαγνητοφωνήσεως των υποκλαπεισών τηλεφωνικών και μη τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και συζητήσεων της Γ1, αλλά και τις καταθέσεις των, ρητώς μνημονευομένων, μαρτύρων Ζ1 και Ζ2, οι οποίοι υπέκλεψαν τηλεφωνικές συνομιλίες της προαναφερθείσης πρώην δικαστικής λειτουργού......", τα αντίγραφα των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των κατηγορουμένων. Δηλαδή έλαβε υπόψη του παράνομα αποδεικτικά μέσα - ο λόγος αυτός αναπτύσσεται πιο λεπτομερώς στο από 3-3-2008 υπόμνημά του. Επίσης απόλυτη ακυρότητα σε σχέση με την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του, διότι αυτή δεν περιλαμβανόταν στην 2/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών και συνεπώς την δίωξη έδει να ασκήσει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών. Ο δεύτερος για υπέρβαση εξουσίας (σε σχέση με τη πράξη της παθητικής δωροδοκίας της Γ1 που απαίτησε στις 28-2-2004 και έλαβε στις 2-3-2004 για την εκδίκαση αγωγής του Ιεροδιακόνου Β1 για την οποία δεν του είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και δεν απολογήθηκε), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης (σε σχέση με την αυτή ως άνω παθητική δωροδοκία της Γ1, καθώς και με αυτή που τέλεσε η ίδια από 2-3-2002 έως και 5-10-2004 κλπ). Η δε τρίτη α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα γιατί δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο ήχθη στο βούλευμα -αφού δεν υπάρχουν στοιχεία σε βάρος της - αφ'ενός και αφετέρου γιατί δεν αναφέρει για ποιό λόγο πρόκειται για παθητική δωροδοκία και όχι ενεργητική τοιαύτη, ποιά υπόθεση εκκρεμούσε στο δικαστήριο για την οποία η καταβολή των χρημάτων και ποιά η νομιμοφανής υπόσταση των εσόδων της δικαστού, β) εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία του άρθρου 1 παρ. αιζ του ν. 2331/95, αφού το βασικό έγκλημα, για το οποίο το αυτό βούλευμα έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της αυτουργού, δεν στοιχειοθετείται το άνω έγκλημα. Να σημειωθεί εδώ ότι το άρθρο 29 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠΔ ναι μεν αναγράφει ότι "Το συμβούλιο Εφετών αποφασίζει για την κατηγορία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό"πλην όμως αυτό δεν σημαίνει αμετάκλητα αλλά έλεγχο της ουσίας και μόνο της υπόθεσης. Επομένως χωρεί αναίρεση κατά το άρθρο 482 ΚΠΔ, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη -βλ. και ΑΠ 596/
- Ι) Σε σχέση με "τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες"(το λεγόμενο "ξέπλυμα"-) αρχικά εισήχθη στην Ελλάδα (σε -στοιχειώδη- προσαρμογή της οδηγίας της ΕΟΚ 91/308, = L166/28-6-91 σελ. 77) με το ν. 2145/93, ΦΕΚ 88Α/28-5-93 που πρόσθεσε στον ΠΚ άρθρο 394Α, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 9 ν. 2331/
- Ο τελευταίος νόμος (= 2331/95) - στον οποίο αποτυπώθηκε η άνω οδηγία της ΕΟΚ πληρέστερα, σχεδόν αυτούσια, (πρβλ. και Συμβάσεις Βιέννης και Στρασβούργου που κυρώθησαν με τους ν. 1990/91, 2655/98 αντίστοιχα), αποτελεί τον ισχύοντα νόμο με τις τροποποποιήσεις - αντικαταστάσεις του. Ο νόμος αυτός στο άρθρο 1 αυτού όριζε ότι "Για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου αυτού του νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια: α. "Εγκληματική δραστηριότητα"τα εγκλήματα που προβλέπονται από τις εξής διατάξεις όπως ισχύουν: αα) Εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο για την καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών..... αη) της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (άρθρο 386 παράγραφος 1 εδάφιο β του Ποινικού Κώδικα) ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια...... αιστ).....". Τα εγκλήματα αυτά ορίζονται (και ορίζονταν) περιοριστικά -αποκλειστικά- εξαντλητικά βλ. και ΑΠ 372/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 1611/2007, ΑΠ 404/2004), όπως προκύπτει σαφώς και από τη φράση "από τις εξής διατάξεις"και στηρίζεται στον ευρύ ορισμό της "παράνομης δραστηριότητας"του άρθρου 9ΙΧ της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ. Στην αρίθμηση αυτή δεν περιλαμβανόταν αρχικά η δωροδοκία (άρθρα 235-236, 237 ΠΚ). Στην Αιτιολ. Εκθ. του άνω νόμου αναφέρεται ότι "Στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας περιλαμβάνεται οποιαδήποτε ενέργεια από την οποία είναι δυνατό, κατά τη συνήθη και πιθανή πορεία των εγκληματικών δραστηριοτήτων, να προκύψουν έσοδα, με άλλα λόγια προϊόντα της εγκληματικής δράσης που οι δράστες θα επιδιώξουν να νομιμοποιήσουν"και αποτελούν το υλικό αντικείμενο της νομιμοποίησης - το λεγόμενο "βρώμικο". Στη συνέχεια με το άρθρο 2 παρ. 16 ν. 2479/97, ΦΕΚ 67Α, 6-5-97, προστέθησαν στα ανωτέρω εγκλήματα και αυτά των άρθρων 235, 236, 237 ΠΚ (- ως εδάφιο αιζ-). Τέλος, αυτό που ενδιαφέρει εδώ, με το άρθρο 2 ν 3424/2005, ΦΕΚ 305Α/13-12-2005, (που εκδόθηκε σε προσαρμογή της οδηγίας 2001/97/ΕΚ=ΕL 344/4-12-2001 σελ. 76 που τροποποίησε την οδηγία 91/308/ΕΟΚ) αντικαταστάθηκε το ανωτέρω στοιχείο α του άρθρου 1 του ν. 2331/95 και το οποίο περιλαμβάνει αυτό πλέον τα εγκλήματα που καλούνται βασικά εγκλήματα και ανήκουν στην έννοια της εγκληματικής δραστηριότητας. Στα εγκλήματα αυτά περιλαμβάνονται αα)........ δδ) παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 ΠΚ)....... ηη) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 8 του ν. 1729/1987 ιι) κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Ρητά η αιτιολ.έκθ. του ν. 3424/2005 αναφέρει στο σημείο αυτό ότι "Διευρύνεται, επίσης, η έννοια των βασικών εγκλημάτων από τα οποία προκύπτουν έσοδα υποκείμενα στη νομοθεσία για την καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες"- Με τον άνω νόμο επομένως δεν περιλαμβάνονται πλέον ρητώς τα άρθρα 386 ΠΚ, και εκ πρώτης άποψης τα άρθρα 236, 237, αλλά προστέθηκε το εδάφιο ΙΙ στο οποίο περιλαμβάνονται σαφώς και αυτά εφόσον όμως από αυτά προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, πράγμα που δεν απαιτείται για τα ρητώς αναφερόμενα βασικά εγκλήματα (βλ. την Εισηγ.Έκθ. του ν. 3424/2005). Τα τελευταία είναι μάλιστα αδιάφορο αν πρόκειται για κακουργήματα ή πλημμελήματα. "Με τις διατάξεις της δεύτερης κατηγορίας ( ΙΙ) βασικών εγκλημάτων (γενικής φύσης) ενσωματώνεται το άρθρο 1 της Απόφασης-πλαισίου 2001/500/ΔΕΥ της 26.6.200 (L182) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης"- Εισηγ.Εκθ. ν. 3424/2005, το οποίο ορίζει ότι "προκειμένου για σοβαρά εγκλήματα? Τα εγκλήματα αυτά πρέπει, οπωσδήποτε να περιλαμβάνουν τα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφάλειας ελάχιστης διάρκειας άνω των έξη μηνών". Στην έννοια της παθητικής δωροδοκίας (άρθρο 235 ΠΚ) περιλαμβάνεται και το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή (άρθρο 237 παρ. 1 ΠΚ) - βλ. ΑΠ 570/2006 πρβλ ΑΠ 677/71 και πιο κάτω. Να σημειωθεί εδώ ότι το έγκλημα της δωροδοκίας ρητά περιλαμβάνεται στην οδηγία 2001/97/4-12-2001 (άρθρο 1 παρ. 1 περ. Ε) και 2005/60/26-10-2005 (άρθρο 3 παρ. 5 περ. ε). 'Ετσι και το άρθρο 261 σε συνδ. 334 Γερ ΠΚ. Εξ άλλου με το άρθρο 1 περ. β του νόμου 2331/95 ορίζεται ότι νοείται ως "Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα"- τα εγκλήματα τα προβλεπόμενα στο επόμενο άρθρο, στο δε στοιχείο γ του αυτού άρθρου ορίζεται "ως περιουσία - περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα.....". Την έννοια της περιουσίας ορίζει το άρθρο 2 παρ. 6 ίδιου νόμου = "περιουσία που αποτελεί προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσίας που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για εγκληματική δραστηριότητα"? πρβλ. άρθρο 1 ν. 2655/98 και άρθρο 1 περ. ιστ, ιζ ν. 1990/90 και άρθρο 1 περ. 2 εδ. γ της κοινής δράσης της 3-12-98 (=EL 333/9/12/98). Το άνω στοιχείο β καταργήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 ν. 3424/2005, ΦΕΚ 305Α/13-12-2005 και αντικαταστάθηκε ως εξής "β. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: - η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του, - η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται ή αποκτήθηκε ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα - η απαίτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά το χρόνο της κτήσης του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, - η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξη της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης". Τέλος, στο άρθρο 2 παρ. 1 του αυτού νόμου (=2331/95) ορίζεται ότι "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ'επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής"- πρβλ. οδηγία 91/308/ΕΟΚ. Γενικά ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες - με τον οποίο αποδίδεται ο όρος "ξέπλυμα χρημάτων"- είναι το σύνολο πράξεων ή παραλείψεων με τις οποίες αποκρύπτεται η πραγματική προέλευση και ο δικαιούχος των παράνομα αποκτουμένων περιουσιακών στοιχείων, με τρόπο ώστε, εμφανίζονται ότι προέρχονται από νόμιμη οικονομική δραστηριότητα, να διατηροί τον έλεγχο επ'αυτών. Η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 2 ν. 2331/95 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3424/2005, ΦΕΚ 305Α/13-12-2005, ως εξής: "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα
(10)ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. β...... γ...... δ. Η ποινική ευθύνη για βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ' της παραγράφου αυτής. Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω στοιχείων α', β' και γ', αν η τέλεση τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα
(1)έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι
(6)μηνών. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β'. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα
(1)έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β'". Με την άνω αντικατάσταση "προστίθενται τέσσερα στοιχεία στους ορισμούς. Στο πρώτο αναπροσαρμόζεται ο βασικός ορισμός της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σύμφωνα με τον αναλυτικό ορισμό της οδηγίας 2001/97 ΕΚ (άρθρο 1 παρ. 1 που τροποποιεί το άρθρο 1 παρ. 1 σημείο Δ της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ......"Αιτιολ.Εκθ. ν. 3424/2005, το οποίο όμως, στο σημείο αυτό, είναι ταυτόσημο. Το άρθρο 1 παρ. 1 περ. Γ της άνω οδηγίας (2001/97 ΕΚ EL 344/18/12/2001 σελ. 76 επ.) έχει ως εξής: Γ. "Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες": οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: - η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του ότι προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη ή την συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης τους, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του, - η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή ευρίσκεται, ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα, - η απόκτηση, η κατοχή ή η χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά τον χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από παράνομη δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε παράνομη δραστηριότητα, - η συμμετοχή σε μια από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργανώσεως για τη διάπραξη της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξη της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης. Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία των πράξεων που προαναφέρθηκαν, μπορούν να συνάγονται από τις πραγματικές περιστάσεις. Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες υπάρχει ακόμη και αν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχονται τα προς νομιμοποίηση περιουσιακά στοιχεία, έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας." Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής: Για να μπορεί να γίνει λόγος για "νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα αφενός μεν και από την οποία προέρχεται η περιουσία η οποία και νομιμοποιείται αφετέρου. Απαιτείται ένα περιουσιακό στοιχείο, δηλ. το έσοδο, το οποίο να προέρχεται από προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα, το οποίο και αποτελεί το υλικό αντικείμενο της νομιμοποίησης και η οποία (προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα) είναι συγκεκριμένη. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει σχέση κύριας και επόμενης πράξης. Κύρια πράξη (άρθρο 1 εδ. ε ν. 2655/98) ή βασικό έγκλημα (άρθρο 1 περ. α ν. 3424/2005 βλ και ΑΠ 570/2006, ΑΠ 1611/2007) ή πρότερο έγκλημα είναι το έγκλημα από το οποίο παράγεται ακριβώς η επίμαχη περιουσία, επόμενη πράξη είναι η νομιμοποίηση, δηλαδή η πράξη με την οποία η επίμαχη περιουσία αποκτά νομιμοφανή υπόσταση κλπ. Η κύρια πράξη - το βασικό έγκλημα λέγεται εγκληματική δραστηριότητα, την έννοια της οποίας ορίζει ο νόμος (άρθρο 1 περ. α ν. 2331/95 σε συνδυασμό άρθρο 2 ιδίου νόμου). 'Ετσι ως εγκληματική δραστηριότητα νοείται αυτή των εγκλημάτων που αναφέρονται στον κατάλογο (και με ρητή αναφορά στις οικείες διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας) ή κάθε αξιόποινη πράξη (με ρητή εξαίρεση 17 ν.3472/2006, που δεν αφορά εδώ) που υπάγεται στη ΙΙ του άρθρου 2 ν. 3424/2005 και προσδιορίζεται από την απειλούμενη ποινή, ήτοι όπως η έννοια αυτών αναφέρεται στις οικείες διατάξεις και δη της Ελληνικής νομοθεσίας. Το ποσό των άνω των 15.000 ευρώ δεν απαιτείται να προβλέπεται στην οικεία διάταξη ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αλλά αρκεί ότι "από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Απαιτείται δηλ. ότι in concreto προέκυψε. Τυχόν αντίθετη άποψη δεν στηρίζεται ούτε στη γραμματική διατύπωση, αντίκειται δε στον σκοπό του νόμου, ήτοι της εισαγωγής της ΙΙ του άρθρου 2 (=διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της εγκληματικής δραστηριότητας) και αφετέρου εγκλήματα που έχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση διαβαθμίσεις με βάση το ύψος της περιουσίας ελάχιστα υπάρχουν. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα τουλάχιστον το άμεσο προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας, δηλαδή του βασικού εγκλήματος, ήτοι ο, τιδήποτε έχει αποκτηθεί ευθέως από το έγκλημα π.χ. το δώρο επί δωροδοκίας, το όφελος της απάτης κλπ (βλ. για το θέμα αυτό βλ. μόνο Διονυσόπουλου ΠΧρ 2006 σελ. 364). Και η απαίτηση (επί παθητικής δωροδοκίας) του ωφελήματος συνιστά περιουσία όταν συγκεκριμενοποιείται σε χρήματα, το δε ζήτημα της μη δημεύσεως αυτών είναι διάφορο. Η "περιουσία"δεν απαιτείται να είναι και δημευτέα. Ο δράστης της νομιμοποιήσεως -(που τελέστηκε μέχρι 13-12-2005 ενόψει του άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ) πρέπει να ενεργεί από κερδοσκοπία ή με σκοπό της συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της περιουσίας ή την αρωγή συνδρομής σε πρόσωπο που εμπλέκεται στην εγκληματική δραστηριότητα. Δεν απαιτείται αθροιστικά κερδοσκοπία και σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής αλλά διαζευκτικά κερδοσκοπία ή σκοπός συγκάλυψης ή συνδρομής. Η διατύπωση είναι σαφής, αρκεί οποιοδήποτε από τα τρία αυτά στοιχεία? Δεν απαιτείται η κερδοσκοπία να συντρέχει με έναν από τους άνω σκοπούς πρβλ ΑΠ 372/2002 ΑΠ 478/2000. Ο σκοπός του δράστη της νομιμοποίησης είναι υπαλλακτικά (βλ και ΑΠ 372/2002, ΑΠ 478/2000): είτε η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης του υλικού αντικειμένου της εγκληματικής δραστηριότητας είτε την παροχή συνδρομής σε όποιον εμπλέκεται είτε ως αυτουργός είτε ως συμμέτοχος στην εγκληματική δραστηριότητα, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του (πρβλ και το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 1990/91 και 6 παρ. 1 ν. 2655/98 και οδηγία 91/308/ΕΟΚ κεφάλαιο Α)? το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 2331/95 όπως είχε προ της αντικ. με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3424/2005 ανέγραφε μόνο τον σκοπό της συνδρομής γενικά, χωρίς δηλαδή αναφορά του αντικειμένου της συνδρομής? Το καταργηθέν άρθρο 394 Α ΠΚ ανέγραφε ρητά ως σκοπό της συνδρομής την ματαίωση της δίωξης, ή την εκτέλεση της ποινής ή μέτρου ασφαλείας ή δήμευσης) (ήδη η κερδοσκοπία δεν απαιτείται από το ν. 3424/2005). Όμως δεν αρκεί μόνη η απόκτηση κατοχής ή χρήση περιουσίας εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες - όπως ορίζει ρητά το άρθρο 1 εδ. β μετά το ν. 3424/2005) = υπόσταση της απομόνωσης. Η συγκάλυψη αναφέρεται στο προϊόν, το περιουσιακό στοιχείο που προήλθε από την προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα, η δε παροχή συνδρομής αναφέρεται στο δράστη (αυτουργό ή συμμέτοχο) της προηγούμενης εγκληματικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται όμως όπως ο δράστης της νομιμοποίησης ενεργεί στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικότητας. Καμία σύνδεση δεν γίνεται πλέον με οργανωμένο έγκλημα έτσι ώστε να απαιτείται όπως η περιουσία προέρχεται μόνο από εγκληματική δραστηριότητα του λεγόμενου οργανωμένου εγκλήματος, δεδομένου άλλωστε ότι το "ξέπλυμα"δεν αποτελεί μόνο δικό του χαρακτηριστικό. Είναι δε επίσης χαρακτηριστικό της βούλησης αυτής του 'Ελληνα νομοθέτη, ο οποίος και δια του ν. 2331/95 και δια του ν. 3424/2005 προσάρμοσε το ελληνικό δίκαιο αρχικά στην 91/308/ΕΟΚ οδηγία και εν συνεχεία στην 2001/97/ΕΚ οδηγία, στις οποίες δεν τίθεται ως προϋπόθεση τιμώρησης της νομιμοποίησης η ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης. Εξ άλλου πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, που πραγματώνεται με μία σειρά πράξεων, μια εκ των οποίων και μόνον αρκεί, μπορεί όμως να εκτυλίσσονται ταυτόχρονα. Έτσι ο δράστης της νομιμοποίησης (όταν δεν είναι ο ίδιος δράστης και του βασικού εγκλήματος) πρέπει να είναι σε γνώση ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα (όπως αυτή αναφέρεται ανωτέρω) ή ότι ο δράστης στον οποίο παρέχει συνδρομή εμπλέκεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα. 'Ετσι δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος στο σημείο αυτό (άλλως όμως προ του ν. 3424/2005). Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της πράξης νομιμοποίησης. Δεν αρκεί δηλ. η γνώση ότι η περιουσία προέρχεται από οποιοδήποτε έγκλημα που υπάγεται στην "εγκληματική δραστηριότητα"αλλά πρέπει αυτό να συγκεκριμενοποείται. Απαιτείται δηλαδή να γνωρίζει ότι η περιουσία προέρχεται από συγκεκριμένο έγκλημα (που πρέπει όμως να περιλαμβάνεται στον κατάλογο της εγκληματικής δραστηριότητας. Δεν απαιτείται όμως και γνώση ότι η συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα υπάγεται-εντάσσεται στον κατάλογο αυτό πρβλ ΑΠ 1611/2007 βλ. και πιο κάτω. Η πράξη της νομιμοποίησης έχει όμως αυτοτελές άδικο (εκτός από την περίπτωση του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. δ εδ. τελ. Ν. 2331/95, που δεν πρόκειται εδώ) έναντι της πρότερης πράξης, δηλαδή του βασικού εγκλήματος. 'Ετσι είναι αδιάφορο αν το βασικό έγκλημα έχει υποκύψει σε παραγραφή και δη μετά την τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης (επιχείρημα και από το άρθρο 2 παρ. 8 ν. 2331/95, και άρθρο 2 παρ. 4 ν. 2331/95). Αρκεί επομένως ότι το βασικό έγκλημα περιλαμβάνεται σ'αυτά που ανήκουν στην εγκληματική δραστηριότητα χωρίς να απαιτείται ο δράστης αυτής να είναι και τιμωρητέος. Να πληρούν δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά έγκλημα που υπάγεται στην εγκληματική δραστηριότητα πρβλ. ΑΠ 351/2003 - πρβλ. και σε σχέση με το άρθρο 394 ΠΚ Μυλωνόπουλο - Ειδικό Ποινικό
(2006)σελ. 667 Νο 1371, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. γ σελ. 105, Γάφο Ειδικό Ποινικό τεύχος Ζ σελ. 6, Τούση - Γεωργίου ΠΚ
(1967)σελ. 1080 Νο4, ΑΠ 343/65, ΑΠ 386/71, ΑΠ 181/2006). Μπορεί να είναι και άγνωστος ο δράστης του βασικού εγκλήματος (πρβλ Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ 105, ΑΠ 1455/83). Τέλεση εγκλήματος απαιτεί ο νόμος, όχι και καταδίκη υπαιτίου. Η ποινή εδώ επιβάλλεται για την πράξη της νομιμοποίησης και όχι για την πράξη της εγκληματικής δραστηριότητας. Ενόψει των ανωτέρω και του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εξής: ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995, "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες"(όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005), "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται, όποιος από κερδοσκοπία ή για να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 (και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ν. 2696/1998), "ο όρος "εγκληματικές δραστηριότητες", περιλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και τα εγκλήματα (καλούμενα εφεξής βασικά εγκλήματα) τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα"και κατά τη διάταξη της παρ γ' του ίδιου άρθρου του νόμου, "με τον όρο "περιουσία"νοούνται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3424/ 2005, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' του ν. 2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε περαιτέρω και αντί του εδ. αιζ' (εγκλήματα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 237 του Π.Κ.), τέθηκε στοιχείο δδ', στο οποίο αναφέρεται συναφώς (ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στον όρο "εγκληματικές δραστηριότητες", η παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 Π.Κ.), στην έννοια όμως της οποίας περιλαμβάνεται και το έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 237 του Π.Κ. (παθητική δωροδοκία δικαστή), -βλ πιο κάτω- αποκλεισθείσης μόνον της ενεργητικής δωροδοκίας (άρθρα 236 και 237 παρ. 2 του Π.Κ.), προδήλως ως μη αποφέρουσας εισόδημα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 του Π.Κ. (όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως του με τη δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3327/2005, ισχύοντος από της 11-3-2005), "
- Εκείνος που καλείται κατά νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα λάβουν, με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μια υπόθεση που τους έχει ανατεθεί, υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της voμιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος") προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή εμπράγματης, ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, (-στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η κατάθεση χρηματικού ποσού στο όνομά του, το οποίο έτσι εμφανίζεται ως δικό του και νόμιμο-) απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση, οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικά δε δόλο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα και αποκτήσαντα από αυτή περιουσία, για τη συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη (κερδοσκοπίας ή) συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για (κερδοσκοπία ή) συγκάλυψη. Διευκρινίζεται στο νόμο αναλυτικά, τι νοείται με τους όρους "εγκληματική δραστηριότητα"και "περιουσία", στην έννοια δε της τελευταίας, περιλαμβάνεται και το χρήμα, υπό υλική ή άυλη μορφή. Προϋποθέτει επίσης, την τέλεση ενός άλλου βασικού (καλούμενου) εγκλήματος (που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία) Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων (βλ. ΑΠ 570/2006 πρβλ ΑΠ 413/87 ΑΠ 1212/2000, 483/86). Τα εγκλήματα αυτά, καλούμενα όπως αναφέρθηκε βασικά, προσδιορίζονται στο νόμο (άρθρο 1 παρ. α' ν. 2331) περιοριστικά, περιλαμβάνεται δε μεταξύ αυτών και η παθητική δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, αφού αποτελεί ειδικότερη περίπτωση παθητικής δωροδοκίας, η οποία ρητά προβλέπεται στο νόμο και μετά την τροποποίησή του (βλ ΑΠ 570/2006 όπου και ορθή παραπομπή δικαστή που ζήτησε και έλαβε χρηματικά ποσά με σκοπό να κρίνει υποθέσεις που έχει υπέρ του και άμεση συνέργεια σ'αυτήν του δικηγόρου που μεσολάβησε μεταξύ αυτού και διαδίκου, αμφότεροι δε και για νομιμοποίηση εσόδων με την κατάθεση του ποσού σε τράπεζα με σκοπό τη συγκάλυψη της δωροληψίας). -Να σημειωθεί μάλιστα εδώ ότι η δωροδοκία δικαστή ήταν και προ της αντικ. των άρθρων 235, 236 ΠΚ από το νδ 1234/72, ισχύει δε και σήμερα, διακεκριμένη ειδική περίπτωση της κοινής δωροδοκίας βλ. μόνο Δέδε - Ειδικό Ποινικό - σελ. 49 - Γάφο Ειδικό Ποινικό, τεύχος γ σελ.
- Είναι μάλιστα χαρακτηριστικόν ότι όταν ο δικαστής δεν μπορούσε να τιμωρηθεί κατά το άρθρο 237 ΠΚ διότι είχε ήδη γίνει η υπόθεση, τότε υπαγόταν στο άρθρο 235 ΠΚ (-βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ β σελ. 331, Τούση - Γεωργίου ΠΚ
(1967)638 Νο7, Δέδε ο.π. σελ. 51 - Γάφο Ειδικό Ποινικό, τεύχος γ σελ. 31), η δε αιτιολογική έκθεση ΠΚ
(1933)σελ. 424 ρητά αναγράφει ότι "Η προκειμένη περίπτωσις και άνευ της εξεταζομένης διατάξεως θα περιελαμβάνετο εις τα θέματα των προηγουμένων άρθρων". Επειδή, σύμφωνα με την εφαρμοστέα εν προκειμένω, ως επιεικέστερη (άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ.), διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 Π.Κ. όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3327/11-3-2005 και το οποίο ήταν πλημμέλημα-, εκείνος που καλείται κατά νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα τα λάβουν με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μία υπόθεση που τους έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος για το σκοπό που αναφέρθηκε προσφέρει, υπόσχεται ή δίνει τέτοια δώρα ή ωφελήματα σε κάποιο από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 ή σε οικείο τους. Από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 Π.Κ., η οποία αναφέρεται στην παθητική δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, προκύπτει ότι, για την κατά νόμο θεμελίωση του προβλεπομένου από αυτήν αξιοποίνου αδικήματος, απαιτείται: α') εκείνος που απαιτεί δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ανταλλάγματα, να εκτελεί δικαστικά καθήκοντα ή να έχει ορισθεί διαιτητής σε κάποια υπόθεση (πρβλ ΑΠ 6/98 ολ) η οποία δεν απαιτείται να είναι συγκεκριμένη κατά τόπο χρόνο κλπ (βλ. ΑΠ 570/2006 πρβλ ΑΠ 1206/86, ΑΠ 1231/95, ΑΠ 2458/2005 ΠΧρ 2005 σελ. 622, ΑΠ 83/2006 ΠΧρ 2006 σελ. 703) αλλά να προσδιορίζεται επαρκώς β') τα δώρα ή ανταλλάγματα να μη προσήκουν σ'αυτόν και να δίνονται ή και να υπάρχει απλή υπόσχεση δόσεως τους για μελλοντική ή τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή ο δράστης σκοπούσε σπουδαίως να προβεί στην εκτέλεσή της ή δεν επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός βλ. ΑΠ 570/2006, Δέδες - Ειδικό Ποινικό- σελ. 52, ούτε απαιτείται να αναφέρεται ότι χωρίς την απαίτηση-καταβολή των δώρων η σχετική κρίση δεν θα ήταν άλλη βλ. ΑΠ 570/2006, και γ') η ενέργεια ή η παράλειψη του δικαστή να αφορά νόμιμη πράξη που περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητας του, την οποία αυτός να μπορεί να ενεργήσει ή παραλείψει κατά την άσκηση 'της από το λειτούργημα του αρμοδιότητας και να ανάγεται αυτή στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντα του, όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο ή έχουν ανατεθεί σ'αυτόν βάσει υπηρεσιακών κανονισμών ή διαταγών ή οδηγιών των προϊσταμένων του εξ αιτίας της υπηρεσιακής του σχέσεως ή προκύπτουν από τη φύση της υπηρεσίας του. Στην έννοια της κρίσης, του άνω άρθρου νοείται ή κατά τη λήψη της απόφασης ή κατά την έκδοση εντάλματος συλλήψεως ή προφυλάκισεως εκφερομένη υπό του δικαστού - βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. β σελ. 331, η υπό του δικαστού εκφερομένη κατά την επί της υποθέσεως απόφαση Τούση-Γεωργίου ΠΚ
(1967)638 Νο8 Γάφος Ειδικό, τεύχος γ σελ. 30. Η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 2 Π.Κ. αναφέρεται σε τρίτο, ο οποίος, ανεξαρτήτως ιδιότητας, προσφέρει ή δίνει ή υπόσχεται δώρα ή ωφελήματα στα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου πρόσωπα, με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μία υπόθεση που τους έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου. Το ανωτέρω αξιόποινο αδίκημα μπορεί να τελεσθεί με τη χρήση περισσοτέρων τρόπων πραγματώσεώς του, οι οποίοι αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας, δηλαδή ενός μόνο αδικήματος (υπαλλακτικώς μικτού), στο οποίο ο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως. Να σημειωθεί όμως εδώ ότι το έγκλημα της δωροδοκίας είναι υπαλλακτικά μικτόν? Επομένως μπορεί να τελεσθεί με οποιονδήποτε τρόπο που αναγράφεται στη διάταξη, και ο οποίος είναι αυτοτελής και ισοδύναμος του άλλου, εάν δε συντρέχουν πλείονες τρόποι ή και όλοι τότε ένα και μόνον έγκλημα υπάρχει πρβλ ΑΠ 1601/2002 ΠΧρ ΝΓ 593, ΑΠ 1076/2006 - Πράξη και Λόγος- σελ. 521, ΑΠ 2365/2005, Ποινικός Λόγος σελ. 2090, ΑΠ 302/88 ΠΧρ ΛΗ 527 κ.α - Τούτο συμβαίνει γενικώτερον για τα λεγόμενα υπαλλακτικά μικτά εγκλήματα (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ, τομ. Α σελ. 35, Χωραφά - Ποινικό Δίκαιο
(1966)158, Ανδρουλάκη ΓενΜ
(2006)σελ. 189, Μυλωνόπουλο ΓενΜ
(2007)σελ. 160, Γάφο ΓενΜ σελ. 156, Ζησιάδη ΓενΜ - τομ. Α - σελ. 189, ΑΠ 2045/2005, ΑΠ 142/82 κ.α, Κωστάρα-Θεμελιώδεις έννοιες ΠΔ
(2004)σελ. 317, Βαθιώτη-Στοιχεία ΠΔ
(2007)σελ. 93- Επομένως η δίωξη περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς τρόπους τέλεσης και συνεπώς δημιουργείται δεδικασμένο - 57 ΚΠΔ.-. επίσης η συμμετοχή σε μία από τις πλείονες πράξεις του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος είναι συμμετοχή στο όλο έγκλημα - Μυλωνόπουλος σελ. 162, όπως επίσης εάν ένας τρόπος τελέσεως γίνει στην Ελλάδα, θεωρείται ότι το όλον έγκλημα έγινε στην Ελλάδα κλπ. Επίσης ο ένας τρόπος τέλεσης να στοιχειοθετεί "εγκληματική δραστηριότητα", π.χ. απαίτηση και ο άλλος νομιμοποίηση της περιουσίας π.χ. λήψη. Επομένως μπορεί να γίνει δεκτή η συνδρομή του ενός τρόπου αντί του άλλου, αφού πρόκειται για ένα έγκλημα (-βλ ΑΠ 1089/95 ΠΧρ ΜΣΤ 226, ειδικά δε και το έγκλημα της δωροδοκίας βλ. ΑΠ 243/2006, ΑΠ 1358/95, ΑΠ 1142/79 ΑΠ 1601/2002-) αφού οι πλείονες τρόποι αποτελούν απλώς εκφάνσεις της αυτής εγκληματικής δράσεως. Οι τρόποι που μπορεί να τελεστεί το υπαλλακτικώς μικτόν έγκλημα είναι και ισοδύναμοι και αυτοτελείς. Επομένως έκαστος τρόπος έχει δικό του χρόνο παραγραφής και δεν μπορεί η παραγραφή του ενός να συμπαρασύρει και τον άλλο τρόπο, όταν μάλιστα ο τελευταίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ουσιαστική αποπεράτωση του προηγουμένου, όπως στην περίπτωση της δωροδοκίας η οποία δεν είναι έγκλημα περιουσιακό. Η λήψη, ως τρόπος τέλεσης της δωροδοκίας, δεν προϋποθέτει απαίτηση ούτε είναι αποτέλεσμα της απαίτησης. Είναι ανεξάρτητος τρόπος τέλεσης. 'Ετσι η τέλεση της δωροδοκίας δικαστή με την μορφή της απαίτησης, εάν ο υπαίτιος εν συνεχεία δεχθεί, ήτοι λάβει (βλ. άρθρο 235 ΠΚ και Δέδε - εγκλήματα περί την υπηρεσία σελ. 36-) το επίδικο δώρο, η τυχόν προ της εκδίκασης παραγραφή του πρώτου τρόπου τέλεσης δεν έχει ως συνέπεια την παραγραφή και του άλλου τρόπου τέλεσης - βλ. και Μπιτζιλέκη-Υπηρεσιακά Εγκλήματα - β έκδ.
(2001)σελ. 187-8, όπου και ορθότατη αιτιολογία στο κείμενο και σημείωση
- Εξάλλου, αναφορικά με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τέλεσης της πράξης (και της νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων το εδάφ. στ' του άρθρου 13 Π.Κ. (όπως προστέθηκε με αρθ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996) ορίζει ότι κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράσης για πορισμό εισοδήματος. Από τον ορισμό αυτό του Π.Κ. προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της κρινόμενης πράξης "κατ' επάγγελμα", απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος ΑΠ 372/2002 ΠΧρ ΝΓ 208, πρβλ ΑΠ 1539/2003, ΑΠ 382/2006, ΑΠ 2200/2002, ΑΠ 1720/2007, ΑΠ 402/2004 κ.α.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β του προηγουμένου άρθρου (=όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης) παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται.....". Πρόκειται για την απλή συνέργεια η οποία συνίσταται σε οποιαδήποτε περίπτωση εκ προθέσεως συμβολής-διευκολύνσεως (υλικής-ψυχικής) της κύριας πράξεως, η οποία δεν συνιστά άμεση συνέργεια, και παρέχεται προ ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης (πρβλ ΑΠ 1228/2001 ΠΧρ ΝΒ 428, ΑΠ 1191/2001 ΠΧρ ΝΒ 424 κ.α.). Ο απλός συνεργός θέλει να συμβάλλει με την συνδρομή του στην τέλεση του εγκλήματος, το οποίο τελείται ή πρόκειται να τελεστεί (βλ. ΑΠ 683/99 ΠΧρ Ν 246) χωρίς όμως να απαιτείται να γνωρίζει λεπτομέρειες βλ. Δημάκη υπό 47 Νο
- Ηθική (ψυχική) συνδρομή συνιστά ειδικώτερα και η συμβουλή περί του τρόπου τελέσεως της κύριας πράξης (βλ. μόνο Χωραφά - 1966 - σελ. 367). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α ΠΚ - τιμωρείται ως ηθικός αυτουργός "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Επομένως ηθικός αυτουργός είναι αυτός που με πρόθεση προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπον σε κάποιον άλλον την απόφαση να τελέσει αυτός (=ο άλλος) ορισμένη αξιόποινη πράξη και αυτός την τέλεσε ή αποπειράθηκε να τελέσει αυτή (πρβλ ΑΠ 673/2007, ΑΠ 688/2007, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1469/2003 κ.α.). 'Ετσι ως τρόπος προκλήσεως της απόφασης είναι: συμβουλή, εκμετάλλευση φιλίας, υπόσχεση χορήγησης αμοιβής, προσδοκία κέρδους, εντολή, φορτικές παρακλήσεις, οδηγίες, παραινέσεις κλπ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακόν όφελος, παράσταση εν γνώσει ψευδών γεγονότων σαν αληθινών (ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών) από την οποία ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, βλάβη της περιουσίας του παραπλανηθέντος ή τρίτου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, τέλεση της πράξεως κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και, τέλος, συνολικό όφελος ή συνολική ζημία που να υπερβαίνει είτε το ποσό των 5.000.000 δραχμών αν η πράξη έχει τελεσθεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια, είτε το ποσό των 25.000.000 δραχμών σε κάθε περίπτωση - βλ. ΑΠ 1944/2003 -.Ως γεγονότα, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν? 'Ετσι δεν συνιστούν γεγονότα αυτά που αναφέρονται στο μέλλον, δηλαδή αυτό που θα συμβεί στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις. Όμως και οι απλές υποσχέσεις είναι γεγονότα κατά την ανωτέρω έννοια όταν παρίστανται ως απλές συνέπειες των συγχρόνως παρισταμένων και στο παρόν ή παρελθόν αναφερομένων γεγονότων - βλ. ΑΠ 660/2006, ΑΠ 382/2006, ΑΠ 1167/2006, ΑΠ 2203/2006 κ.ά.- 'Ετσι όταν παριστάνει κάποιος ότι λόγω φιλικού συνδέσμου με τον δικαστή δια του οποίου είναι δυνατή η απαλλαγή του κατηγορουμένου κλπ τότε υπάρχει παράσταση παρόντος γεγονότος (βλ. ΑΠ 1289/94, ΑΠ 587/94, ΑΠ 1603/99 ΠΧρ Ν 719-όπου και συρροή με τον νόμο περί μεσαζόντων, έτσι και ΑΠ 653/2007 - ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1944/2003, ΑΠ 532/2002 κ.α.). Εξ άλλου η τέλεση της απάτης για να λάβει τον χαρακτήρα κακουργήματος ως κατ'επάγγελμα και για τον συνεργό πρέπει να συντρέχει και σ'αυτόν το "κατ' επάγγελμα"- βλ. ΑΠ 110/2000, ΑΠ 2360/2003 κ.α.- Τέλος, το έγκλημα της απάτης τιμωρείται και όταν τούτο βρίσκεται στο στάδιο της απόπειρας, ήτοι μέχρι της επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης. 'Εννοια απόπειρας ΑΠ 1698/2003, ΑΠ 1331/2005, ΑΠ 675/2000, ΑΠ 1715/2001, ΑΠ 40/2005 κ.α.- Όταν η απάτη τελείται κατά συναυτουργία, δεν απαιτείται ειδικώτερη αιτιολογία περί του τρόπου συμμετοχής εκάστου συναυτουργού βλ. ΑΠ 1693/2001, ΑΠ 1944/2003 κ.α. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 5227/31 - περί μεσαζόντων - τιμωρείται "όστις παριστών ψευδώς ή αληθώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτού ή εκ της ιδιότητός του ή εν γένει της επιρροής και του κύρους αυτού δύναται...... να προκαλέσει οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων......... (-δηλ. του Δημοσίου......)... λαμβάνει ως αμοιβήν ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση, τοιαύτης αμοιβής ή ανταλλάγματος υπέρ εαυτού ή τρίτου"- βλ. ad hoc με την υπό κρίση υπόθεση ΑΠ 1403/83 ΠΧρ ΛΔ
- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ -"όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος......". Αρκούν δηλαδή δύο - πρβλ ΑΠ 2271/2002, ΑΠ 2541/2003 Σχετ. ΑΠ 44/
- Για τη συρροή μεταξύ συμμορίας και του τελεσθέντος εγκλήματος που αυτή αφορούσε βλ. ΑΠ 1228/2001 και δη συρροή με το άρθρο 1 εδ. α, στ ν. 2331/95 πρβλ ΑΠ 83/
- Το έγκλημα της συμμορίας είναι διαρκές (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. β σελ. 156-
- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ -"Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται......". Πρόκειται για ουσιαστική ποινική διάταξη που προστατεύει το γενικώτερο συμφέρον της ομαλής και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας (-βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. β σελ. 386, ΑΠ 2444/2005, ΑΠ 452/2006, ΑΠ 1340/2005 κ.α.), που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα - βλ. ΑΠ 1270/2003, ΑΠ 1122/
- Το υπηρεσιακό καθήκον που παραβαίνει ο υπάλληλος καθορίζεται από το νόμο ή την διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου - βλ. ΑΠ 543/2006, ΑΠ 1402/2003 κ.α. στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο δικαστής πρβλ ΑΠ 1/2005 Ολ, Μπιτζιλέκη - Τα υπηρεσιακά εγκλήματα - β εκδ.- σελ. 81- και δη κατά την εκτέλεση τόσο των δικαστικών όσο και των διοικητικών καθηκόντων. Να σημειωθεί εδώ ότι ο κατά προτίμηση προσδιορισμός υποθέσεων που έγινε με την απαίτηση ή καταβολή ωφελημάτων συνιστά παράβαση καθήκοντος αφού γίνεται σε βάρος άλλων υποθέσεων που υπάγονται στην αυτή κατηγορία και υπέρ του διαδίκου αυτών - πρβλ Κονταξή ΠΚ υπό 235 όπου και παραπομπές σελ. 2081- Η διακριτική ευχέρεια επί τινός υποθέσεως δεν σημαίνει αυθαιρεσία? 'Αλλωστε σημασία έχει εδώ εάν η επίδικη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα ανεπηρέαστης κρίσης ή αποτέλεσμα επιρροής τρίτων και δη χάριν ωφελείας τρίτου, οπότε, στην τελευταία περίπτωση, σαφώς πρόκειται για παράβαση καθήκοντος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όταν δε πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, όπως είναι και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και η παθητική δωροδοκία δικαστή, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων βλ. ΑΠ 491/2007, ΑΠ 501/2006, κ.ά. ούτε απαιτείται να αναφέρεται -προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης βλ. ΑΠ 492/2007, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1331/2006 κ.ά. ούτε για ποιό λόγο δεν έγινε πιστευτό ένα αποδεικτικό μέσο πρβλ ΑΠ 890/2002, ΑΠ 591/2001, ΑΠ 51/99 κ.ά ή από ποίο ή ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προκύπτει η κάθε παραδοχή -πρβλ ΑΠ 2/2003 Ολ, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006, διότι όλα τ'ανωτέρω ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ο δε 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομιμότητα των παραδοχών. 'Ετσι και όταν επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων με την αναίρεση βλ. ΑΠ 829/
- Επίσης το γεγονός ότι το σκεπτικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού δεν αποτελεί λόγον αναίρεσης, αρκεί ότι πληρούται η απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πρβλ ΑΠ 918/
- Τέλος, επί κατά συναυτουργία τέλεση των εγκλημάτων απάτης παράβασης καθήκοντος, νομιμοποίησης εσόδων, δεν απαιτείται ειδικώτερος προσδιορισμός των πράξεων των συναυτουργών αφού κάτι τέτοιο δεν δημιουργεί κάποια ασάφεια ενόψει της φύσεως των εγκλημάτων αυτών πρβλ ΑΠ 50/90-Ολ. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως ΑΠ 570/2006 ΠΧρ 2007 σελ. 319, ΑΠ 491/2007 και Ποινικός Λόγος 348, 386, ΑΠ 597/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α. Η επιβαλλόμενη δε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον όντως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη -βλ. ΑΠ 492/2007, ΑΠ 570/2007, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1762/2006 ΑΠ 65/07 κ.ά. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 § 2 και 318 εδ. α Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ'αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο, να διατάξει την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα (-βλ. ΑΠ 545/2007), όπως ότι ο διάδικος (κατηγορούμενος) ΑΠ 540/2006, ΑΠ 658/2006, έχει ήδη υποβάλλει υπόμνημα με τους ισχυρισμούς του βλ. ΑΠ 300/2001, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 1506/2002 κ.ά και από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού δεν υπάρχει ανάγκη διασαφήσεως βλ. ΑΠ 925/2001 κ.ά. Επειδή η αξιοποίηση αποδεικτικού μέσου, που αποκτήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 9 § 3 Συντ. και 370Α § 4 Π.Κ., συνιστά απόλυτη ακυρότητα, που ισχύει και για την ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασία για την παραπομπή του κατηγορουμένου, αφού προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως αυτού -βλ. ΑΠ 2035/2005, ΑΠ1622/2005 Πρβλ ΑΠ 1713/2006 τμ Ε, ΑΠ 1351/2007 τμ Α
- Είναι δε αδιάφορο-ενόψει του άρθρου 25 § 1 εδ. γ' Συντ- ποιός ο παραβάτης, αρκεί δηλ. και ιδιώτης. Εξ άλλου, ενόψει της απόλυτης διατύπωσης του άρθρου 19 § 3 Συντ. δεν μπορεί να ισχύσει εδώ η εξαίρεση του άρθρου 177 § 2 Κ.Ποιν.Δ. σε βάρος του κατηγορουμένου. Έτσι μόνο υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 9, 19, 9Α Συντ. και των συνταγματικών εκτελεστικών αυτών νόμων είναι δυνατή η εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων. Όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 13 ν.2331/95 "Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί οφείλουν να παρέχουν στον Αρμόδιο φορέα, στην Εισαγγελική αρχή, στον ανακριτή και στο δικαστήριο, όταν τους ζητηθεί, τις απαιτούμενες πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία για όλες τις δραστηριότητες που αναφέρονται στις παραγράφους 1-8 του άρθρου αυτού ή τη διενέργεια άλλων συναλλαγών όταν, κατά την κρίση του φορέα, της εισαγγελικής ή δικαστικής αρχής είναι πιθανόν να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων ή από εγκληματική δραστηριότητα ή υπάρχει περίπτωση δημεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού. Η σχετική αλληλογραφία είναι εμπιστευτική. Αν όμως ασκηθεί ποινική δίωξη για εγκληματική δραστηριότητα, ή σχετική αλληλογραφία αποτελεί στοιχείο της δικογραφίας......". Η ποινική δίωξη στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε μετά από την υπ'αριθμ. 2/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ'εφαρμογή του άρθρου 29 Κ.Π.Δ. Κατά την έννοια της άνω απόφασης ως πράξεις που αποδίδονται σε τρίτους δεν νοούνται μόνο οι συμμετοχικές πράξεις αυτών σε αξιόποινες πράξεις δικαστικών λειτουργών αλλά και (χωρίς περιορισμό) όλες οι αξιόποινες πράξεις αυτών που -κατά το πόρισμα της προκαταρτικής εξέτασης που διενεργούσε ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου-φέρονται ως εμπλεκόμενες στις εγκληματικές δραστηριότητες των δικαστικών λειτουργών. Επομένως σαφώς προσδιορίζονται οι πράξεις αυτές κατά το άρθρο 246 Κ.Π.Δ. και δεν απαιτείτο περαιτέρω εξειδίκευσή τους (πρβλ άρθρο 250 Κ.Π.Δ.) και ΑΠ 270/96, ΑΠ 520/98, ΑΠ 1680/87 Μπουρόπουλο υπό 246 Νο1) αφού αυτές αναφέρονται, γίνεται παραπομπή, στο άνω πόρισμα. Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του (2707/2007) απέρριψε (και) την αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο προς παροχή διασαφήσεων και διευκρινίσεων "διότι ο κατηγορούμενος αυτός έχει εκθέσει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του με εκτενή και αναλυτικά υπομνήματα ενώπιον του Ανακριτή και του Συμβουλίου και δεν έχει ουσιαστικά να συνεισφέρει τίποτε περισσότερο από τα ήδη εκ μέρους του εκτεθέντα"(βλ. 579 φύλλο του βουλεύματος). Έτσι αιτιολογημένα και για ορισμένους αναφερομένους λόγους απέρριψε την αίτηση αυτή και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 'Αλλωστε ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τί επί πλέον των όσων έχει εκθέσει θα προσφέρει-εκθέσει. Το αυτό συμβούλιο για την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος ρητά αναφέρει (=φύλλα 591 επ.) ότι έλαβε υπόψη του "καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και εν γένει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων......."και ότι "δεν λαμβάνονται υπόψη προς επιβάρυνση της θέσης των κατηγορούμενων, οι δοθείσες από αυτούς, πριν από την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου (72 Κ.Π.Δ.), μαρτυρικές καταθέσεις κατά την προκαταρκτική εξέταση (στο βαθμό που δεν παραπέμπουν οι ίδιοι σ'αυτές με την απολογία τους)"-πρβλ γι'αυτό ΑΠ 710/03 Νοβ 2004, σελ. 100 - ΑΠ 1315/2006 Π.Χρ. 2007 σελ. 611-. Ακόμη "δεν μπορούν να αποτελέσουν νόμιμο αποδεικτικό μέσο στην προκειμένη περίπτωση οι εμπεριεχόμενες στη δικογραφία καταστάσεις εισερχομένων και εξερχομένων τηλεφωνικών κλήσεων, που αφορούν τους κατηγορουμένους και άλλα πρόσωπα, στις οποίες αναγράφονται, οι αριθμοί των καλούντων και καλουμένων συνδρομητών, τα ονόματα αυτών, η ημερομηνία, η ώρα έναρξης και η διάρκεια κάθε κλήσης και για την απόκτηση των οποίων δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο ...διαδικασία άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου...."-ενόψει του άρθρου 19 Συντ. και 8 Ευρ. Σ.Δ.Α. Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης περί λήψεως υπόψη παρανόμων αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος και δη καθό μέρος αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη "έγγραφα κίνησης τραπεζικών λογαριασμών και παραστατικά συγκεκριμένων τραπεζικών συναλλαγών"-(αφού ο άνω έλεγχος έγινε νόμιμα στα πλαίσια του ν.2331/1995 -άρθρο 4 § 13) και "αντίγραφα των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των κατηγορουμένων"(-αφού αυτά εξαιρέθησαν ρητά και δεν ελήφθησαν υπόψη). Εξ άλλου ο αυτός λόγος περί λήψεως υπόψη "εγγράφων απομαγνητοφωνήσεως των υποκλαπεισών, τηλεφωνικών και μη τηλεφωνικών, συνδιαλέξεων και συζητήσεων της Γ1, αλλά και των καταθέσεων των Ζ1 και Ζ2, οι οποίοι υπέκλεψαν τηλεφωνικές συνομιλίες της προαναφερθείσης πρώην δικαστικής λειτουργού.....", είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ήτοι διότι θεωρεί ως δεδομένη την αναφερομένη υποκλοπή, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ότι γίνεται δεκτόν, ούτε ότι προτάθηκε και κρίθηκε. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου για Κακουργήματα-Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως: Τον μεν Χ1 διότι "Στην Αθήνα, κατά τους πιο κάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα: Α) Στην Αθήνα, κατά τον Ιανουάριο του 2003, παρέσχε με πρόθεση συνδρομή σε άλλον πριν και κατά την τέλεση από αυτόν των πράξεων κακουργηματικής απάτης, οι οποίες τελέστηκαν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και από τις οποίες το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και ειδικότερα παρέσχε με πρόθεση συνδρομή στην Γ1 πριν και κατά την τέλεση από αυτήν των (υπό στοιχεία Α1 και Α2) πράξεων απάτης και συγκεκριμένα: 1) Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ2, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τον αθίγγανο Δ1 για να του αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτόν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει την απόλυση των συγγενών του Δ2, Δ3 και Δ4, που ήσαν προσωρινά κρατούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών"με ένταλμα της Ανακρίτριας του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των σχέσεών της με την τελευταία Ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού . 2) Κατά τον Ιανουάριο του 2003, από κοινού και πάλι με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ2, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τη Δ5 για να της αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτήν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει τη μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης σε βάρος του συζύγου της Δ6, ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί ενώπιον της Ανακρίτριας του 8ου Ειδικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακουργηματικές πράξεις του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των στενών σχέσεων της με την τελευταία ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού. Β) Από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση εσόδων από το βασικό έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα, παρέσχε συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα, και ειδικότερα, 1) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με το Χ2 και την Γ1 την προέλευση του ποσού των 5.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή, έλαβε από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 5.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορούμενό του Χ2, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 5.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στους Χ1 και Χ2, μέσω του τελευταίου, από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του ιατρού Ε1, ιδιοκτήτη της νευρολογικής και ψυχιατρικής κλινικής "........"κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 29ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και τελικά εισέπραξε, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1, από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος του ποσού αυτού, από το οποίο παρακρατήθηκε από το Χ2 το ποσό των 500.000 δρχ. ως αμοιβή του, ο οποίος μάλιστα εξέδωσε για συγκάλυψη της δωροδοκίας την απόδειξη παροχής υπηρεσιών με αριθ....., αναγράφοντας ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε στις ....., ενώ το μπλοκ αποδείξεων από την αρμόδια ΔΟΥ θεωρήθηκε το Δεκέμβριο του
- 2) Επίσης, κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με το Χ2, , την προέλευση του ποσού των 66.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή (από την υπόθεση και πάλι Ε1), έλαβε από τον Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 66.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορούμενό του Χ2, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 66.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στον ίδιο και το Χ2 εκ μέρους του Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμού του προαναφερόμενου ιατρού Ε1, κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος απολογήθηκε στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 29ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και εισέπραξε επίσης, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1, από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος και του ποσού αυτού, που αναλήφθηκε από λογαριασμούς του προαναφερόμενου κατηγορουμένου Ε1 από υπαλλήλους της επιχείρησης του. Γ) Με συνεχείς προτροπές προκάλεσε την απόφαση σε δικαστικούς λειτουργούς να παραβούν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψουν άλλον και ειδικότερα προκάλεσε την απόφαση να παραβούν τα καθήκοντα τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως μέλος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση η από 2.9.2003 και με αριθ. κατάθεσης 9963/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (με αντικείμενο την προσωρινή επιδίκαση διατροφής) της Η1 κατά Ι1 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης Γ1 και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της πελάτισσας του ίδιου Η1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο της. 2) Στην Αθήνα, την 1/7/2004, έπεισε από κοινού με τους Χ5, Κ1, και Κ2, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 30.6.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Ρ1 κατά του Φ1, Μητροπολίτη ......., κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης ΑΓ και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεση αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ του αιτούντος, και με τον τρόπο αυτό να ωφελήσει τον αιτούντα Μητροπολίτη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του. Πράγματι η εν λόγω δικαστής εξέδωσε επί της πιο πάνω αίτησης την απόφαση 8252/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα αυτού, που της είχαν παραδοθεί από τον Χ5 και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, ως σχέδιο της απόφασης. 3) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2004, έπεισε από κοινού με τους Χ5, Κ2 και Κ1, την Πρωτοδίκη ΑΓ, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, μεταξύ άλλων, την από 30/6/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Ρ1 κατά του Φ1, Μητροπολίτη ......., καθώς και την από 5.7.2004 αντίθετη αίτηση του τελευταίου, να μεροληπτήσει υπέρ του Ρ1, προς το σκοπό να ωφελήσει τον αιτούντα-καθ'ου Ρ1 και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε την απόφαση 8252/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη στο σύνολο τους, τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα του αιτούντος-καθ' ου η αίτηση Ρ1, που της είχαν παραδοθεί από τους Χ5, Κ2 και Κ1 και από τον ίδιο, ως σχέδιο της αποφάσεως, δέχθηκε την πρώτη αίτηση και απέρριψε τη δεύτερη. 4) Στις 15.9.2003, έπεισε την πρωτοδίκη Γ1, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, μεταξύ άλλων, την από 2/9/2003 και με αριθμ. καταθ. 9963/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Η1 κατά του Ι1, για την επιδίκαση προσωρινά διατροφής, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την αιτούσα πελάτισσα του, όσο και τον εαυτό του, ως πληρεξούσιο δικηγόρο εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε την απόφαση 8187/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας και παραμορφώνοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, επιδίκασε ως προσωρινή διατροφή της αιτούσας και των δύο ανήλικων τέκνων της το υπερβολικό ποσό 6.000 ευρώ μηνιαίως. 5) Στην Αθήνα, στις 9.2.2004, έπεισε, από κοινού με τον Χ5, τον Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ4, στον οποίο ο πρώτος υπέβαλε σχετική αίτηση, που κατατέθηκε από τον ίδιο (Χ1) να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών 12024/2003, με την οποία είχε κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος Λ1 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για απλή εξύβριση σε βάρος του ίδιου, μεροληπτώντας υπέρ του Χ5, προς το σκοπό να ωφεληθεί ο τελευταίος και ο ίδιος, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, με αντίστοιχη βλάβη του κατηγορουμένου Λ1.Ο εν λόγω Αντεισαγγελέας Εφετών αποδέχθηκε τελικά στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς του Χ5, τους οποίους και περιέλαβε στην αίτηση αναιρέσεως, την οποία συνέταξε μέσα σε δύο ώρες περίπου από τη στιγμή της χρέωσης της υπόθεσης. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 22.8.2003 έως 8.9.2003, έπεισε τον πρωτοδίκη Πειραιώς ΑΔ, που εκτελούσε προσωρινά χρέη ανακριτή στο 5° Ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, να μεροληπτήσει υπέρ του Σ1 και να δεχθεί την από 22/8/2003 αίτηση αυτού, του οποίου ο ίδιος υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος, για την αντικατάσταση με περιοριστικούς όρους της προσωρινής κρατήσεως του, που είχε διαταχθεί με το υπ' αριθμ. ΑΝΕ/ΕΠΚ/27/17-6-03 ένταλμα της 5ης Ανακρίτριας Πειραιά, αγνοώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει τον ως άνω κατηγορούμενο Σ1, ως και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου. Ο εν λόγω πρωτοδίκης εξέδωσε, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, τη με αριθμό 51/2003 διάταξη, με την οποία αντικατέστησε την επιβληθείσα προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, παρά το γεγονός ότι προγενέστερα, α) με τη με αριθμό 40/2003 διάταξη της Τακτικής Ανακρίτριας Άλκηστης Σιάννου, απορρίφθηκε, με σύμφωνη γνώμη της αντεισαγγελέα Ιωάννη Τσάλλη, η από 23/6/2003 αίτηση αντικατάστασης προσωρινής κρατήσεως του πιο πάνω κατηγορουμένου, η οποία είχε διαταχθεί με το με αριθμό 27/12-6-2003 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως της Τακτικής Ανακρίτριας Μαρίας Βράκα και β) με το με αριθμό 1262/7-8-2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Παναγιώτας Συμιγιάννη, είχε απορριφθεί η με αριθμό 9/2003 προσφυγή κατά της ως άνω, με αριθμό 40/2003, διατάξεως. 7) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε, από κοινού με την Ο1, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως μέλος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση η από 5.9.2003 και με αριθ. κατάθεσης 33964/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Μ1 κατά του Ν1, για την προσωρινή επιδίκαση διατροφής, ύστερα από μεταρρύθμιση των με αριθμ. 83/2003 και 5753/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της, . 15.9.2003, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης Γ1 και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της Μ1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους της. 8) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε, από κοινού με την Ο1, την πρωτοδίκη Γ1, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, μεταξύ άλλων, την από 5/9/2003 αίτηση της Μ1, κατά του Ν1, για την επιδίκαση προσωρινά διατροφής, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την τελευταία, όσο και τον εαυτό του και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε την απόφαση 8185/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας, επιδίκασε ως προσωρινή διατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων το υπερβολικό ποσό 765 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου των 350 ευρώ, που είχε αρχικά επιδικαστεί με την απόφαση 83/
- 9) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου του 2004, έπεισε, από κοινού με την Ο1, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ, να προσδιορίσει, ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 7.7.2004 και με αριθμ. καταθ. 8230/2004 αίτηση της Φ1 κατά Ω1, για την ανάκληση προγενέστερης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία είχε διαταχθεί η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της αιτούσας, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης ΑΓ, η οποία διατηρούσε φιλική σχέση με συνεργάτες του δικηγορικού του γραφείου, και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της Φ1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους της. 10) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο πενθήμερο του Ιουλίου του έτους 2004, έπεισε, από κοινού με την Ο1, την Πρωτοδίκη ΑΓ, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, μεταξύ άλλων, την από 7.7.2004 αίτηση της Φ1 κατά Ω1, για την ανάκληση προγενέστερης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την τελευταία, όσο και τον εαυτό του και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε την απόφαση 8133/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας, ανακάλεσε, κατά παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού, την προγενέστερη απόφαση 8309/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί υπέρ του Ω1 το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο. Δ) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2004 έως τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2004, παρέστησε αληθώς σε άλλον ότι, λόγω των σχέσεων και της ιδιότητας του, ως δικηγόρου, και εν γενεί της επιρροής και του κύρους του, μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη δικαστικών λειτουργών, με σκοπό να λάβει αμοιβή ή να αποσπάσει υπόσχεση αμοιβής ή άλλου ανταλλάγματος υπέρ αυτού και συγκεκριμένα παρέστησε αληθώς στη ΙΑ, ότι λόγω των σχέσεων και της ιδιότητας του, ως δικηγόρου, και εν γένει της επιρροής και του κύρους του, μπορούσε να προκαλέσει την εκ μέρους των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών, αποφυλάκιση του ΕΖ, ο οποίος εκρατείτο προσωρινά με το υπ' αριθμ. 14/2004 ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ανακριτή του 11ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό να αποσπάσει υπόσχεση αμοιβής ποσού δέκα οκτώ χιλιάδων Ευρώ (18.000) ευρώ. Ε) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιανουαρίου του 2001 μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 2004, ενώθηκε μαζί με άλλους και ειδικότερα μαζί με τους Γ1, Χ5, Χ2, Κ1, ως και με άλλα, άγνωστα μέχρι τώρα πρόσωπα, και συγκρότησε με αυτούς συμμορία προς το σκοπό της διάπραξης κακουργημάτων, όπως είναι το κακούργημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ως και πλημμελημάτων, τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα οποία επιδιώκεται οικονομικό όφελος, όπως είναι το πλημμέλημα της δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή, χρησιμοποιώντας μάλιστα για την υπεράσπιση πελατών τους διάφορους άσχετους με αυτούς δικηγόρους, που τις περισσότερες φορές αγνοούσαν τα εγκληματικά τους σχέδια. ΣΤ) Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Η πράξη όμως αυτή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, γιατί η παθούσα αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό που της ζητήθηκε, ειδικότερα: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 8.9.1999 έως 30.9.1999, επιχείρησε να λάβει από τη Π1 το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ., παριστάνοντας σ' αυτήν ψευδώς ότι, λόγω των γνωριμιών του, είχε τη δυνατότητα να επιτύχει την αποφυλάκιση του συζύγου της Π, ο οποίος εκρατείτο προσωρινά για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε εκτέλεση του με αριθμό 29/1999 εντάλματος του Ανακριτή του 14ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Μάλιστα για την επιτυχία του σκοπού του αυτού διαβεβαίωνε τη Π1 ότι έχει τη δυνατότητα να βγάλει τον άνδρα της από την φυλακή, αν του δώσει το ως άνω ποσό των 10.000.000 δρχ., το οποίο έπρεπε να του καταβάλει, γιατί δεν είναι μόνος του, τονίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ότι μέρος των χρημάτων αυτών επρόκειτο δήθεν να καταβληθεί στους ανθρώπους (δικαστικούς λειτουργούς), που ήταν μαζί του και είχαν την δυνατότητα να βγάλουν τον άνδρα της από τη φυλακή. Όμως η πράξη αυτή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, γιατί η ως άνω Π1 αρνήθηκε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό των 10.000.000 δρχ., παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε αποφασίσει να πουλήσει την οικία της για να βρει τα χρήματα αυτά. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.1997 μέχρι 18.10.1997, επιχείρησε να λάβει από τον Π2 το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ., παριστάνοντας σ' αυτόν ψευδώς, με δηλώσεις του προς τον ίδιο προσωπικά, αλλά και μέσω της αδελφής του Π3, ότι είχε τη δυνατότητα, λόγω δήθεν των γνωριμιών, που διατηρούσε με τον Εισαγγελέα και τον 22° Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, να παρέμβει σ' αυτούς και να τους δωροδοκήσει, ώστε να μην κρατηθεί προσωρινά μετά την απολογία του. Όμως η πράξη αυτή της κατ' επάγγελμα απάτης δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, γιατί ο ως άνω Π2 αρνήθηκε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό των 25.000.000 δρχ. Ζ) (Από κερδοσκοπία και) κατ' επάγγελμα, με σκοπό να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) από την κακουργηματική πράξη της εμπορίας ναρκωτικών, παρέσχε συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε τέτοια δραστηριότητα και ειδικότερα, στις αρχές Ιουνίου 1999, παρότρυνε και παρακίνησε τη Α1, που κατείχε και απέκρυπτε κατατεθειμένο στον υπ' αριθμό ...... τραπεζικό λογαριασμό της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας στο Υποκατάστημα Ν. Ερυθραίας το ποσό οπωσδήποτε των 83.242.771 δρχ., προερχόμενο από το έγκλημα της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών που είχε τελέσει ο σύζυγος της Α2, να αναλάβει από την Τράπεζα, λόγω του κινδύνου κατάσχεσης, τα χρήματα αυτά. Στη συνέχεια δέχθηκε ο ίδιος, οπωσδήποτε το ποσό των 50.000.000 δρχ., καθιστάμενος δικαιούχος αυτού, προς το σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης του από την εμπορία ναρκωτικών ουσιών και με την προοπτική εξασφάλισης της δικηγορικής του αμοιβής, ύψους 50.000.000 δρχ. Η) Στην Αθήνα και τον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 6.7.1999 έως 12.7.1999, (από κερδοσκοπία και) με σκοπό να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) από την πράξη της κακουργηματικής απάτης, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Στις 7.7.1999, ενώ είχε προηγηθεί στις 6.7.1999 η σύλληψη των Τ2 και Τ1, κατηγορουμένων, εκτός των άλλων, και για απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) (επρόκειτο για έκδοση συντάξεων από τον ΟΓΑ υπέρ άγνωστων προσώπων με πλαστά έγγραφα και στη συνέχεια είσπραξη των συντάξεων αυτών από τα ταχυδρομικά γραφεία με πλαστές εξουσιοδοτήσεις), επικοινώνησε με τη διευθύντρια του καταστήματος της Εγνατίας Τράπεζας στον Πειραιά Υ1 και ζήτησε, για λογαριασμό των κατηγορουμένων αυτών, οι οποίοι είχαν κατατεθειμένα σε κοινούς λογαριασμούς στην Τράπεζα αυτή τα χρηματικά ποσά, που προέρχονταν από την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα τους, να βεβαιώσει ο ίδιος το γνήσιο της υπογραφής της πελάτισσας του Τ1, η οποία νοσηλευόταν τότε φρουρούμενη στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", σε κείμενο εξουσιοδότησης, προκειμένου να αναληφθούν τα ποσά αυτά. Επειδή η εν λόγω διευθύντρια του καταστήματος της Εγνατίας Τράπεζας Υ1 αρνήθηκε να δεχθεί μια τέτοια εξουσιοδότηση, για το λόγο ότι οι προαναφερόμενοι λογαριασμοί είχαν ανοιχθεί με επιστολή και δεν υπήρχε δείγμα υπογραφής της Τ1, απευθύνθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Γεωργία Πατεράκη, από την οποία ζήτησε να μεταβεί στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο για να συντάξει έγγραφο πληρεξουσιότητας, με το οποίο η Τ1 θα παρείχε στο δικαστικό επιμελητή ........ την εντολή να αναλάβει τα εν λόγω χρηματικά ποσά. Η συμβολαιογράφος αυτή αρνήθηκε να συντάξει ένα τέτοιο πληρεξούσιο, επικαλούμενη το γεγονός ότι εναντίον της Τ1 είχε απαγγελθεί κατηγορία για υπεξαίρεση και απάτη και ήταν ενδεχόμενο τα χρήματα αυτά να προέρχονταν από προηγούμενη εγκληματική δραστηριότητα. Τελικά έπεισε τη συμβολαιογράφο Αθηνών Φωτεινή Παπακώστα να μεταβεί, α) στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ"και β) και στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών και να συντάξει τα πληρεξούσια ..... και ..... της Τ1 και του Τ2 αντιστοίχως, με τα οποία αυτοί παρείχαν την εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικαστικό επιμελητή ........ να αναλάβει από το υποκατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας στην Ακτή Μιαούλη στον Πειραιά τα ποσά, 1) των 10.000.000 δρχ. από τον κοινό προθεσμιακό λογαριασμό με αριθμό ....., 2) των 10.000.000 δρχ. από τον κοινό προθεσμιακό λογαριασμό με αριθμό ....., και 3) των 5.000.000 δρχ. από αμοιβαία κεφάλαια (......) αυτών, συνολικού ποσού 8.500.000 δρχ., για τα οποία ποσά, ως προερχόμενα από κακουργηματική απάτη, είχε ασκηθεί εναντίον των προαναφερόμενων δύο προσώπων ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη. Στη συνέχεια έπεισε το δικαστικό επιμελητή ...... να μεταβεί στις 9.7.1999, στο ως άνω υποκατάστημα της Εγνατίας Τράπεζας, για να εισπράξει τα παραπάνω ποσά, ώστε αυτά να αποκρύβουν και να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση τους. Η διευθύντρια του καταστήματος της Εγνατίας Τράπεζας, η οποία είχε ενημερωθεί από την Επιτροπή του άρθρου 7 του ν.2331/1995 για την ύποπτη προέλευση των χρημάτων αυτών, απέφυγε να τα καταβάλει στον ......... την ημέρα εκείνη. Ο τελευταίος επανήλθε τη Δευτέρα, στις 12.7.1999, αλλά δεν κατάφερε να εισπράξει τα πιο πάνω ποσά, επειδή στο μεταξύ εκδόθηκε η διάταξη .... του Ανακριτή του Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύθηκε η κίνηση των λογαριασμών των κατηγορουμένων Τ1 και Τ
- Η πράξη αυτή της συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης των παραπάνω χρημάτων από την προαναφερομένη εγκληματική δραστηριότητα, με την ανάληψη και την περιέλευσή τους στο δικαστικό επιμελητή ......, δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση (κατηγορουμένου Χ1), αλλά από εξωτερικά εμπόδια, διότι στο μεταξύ εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε εγκαίρως στην Εγνατία Τράπεζα η με αριθμό 8/12.7.1999 διάταξη του 701 Τακτικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών". Τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 διότι "Με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα: Α) Στις 10.2.2003, υποσχέθηκε δώρα σε δικαστή, που εκείνος δεν εδικαιούτο, με σκοπό να κριθεί υπόθεση που του είχε ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου και συγκεκριμένα υποσχέθηκε στην πρωτοδίκη Γ1, για να κριθούν ευνοϊκά υπέρ του ίδιου, ως και πελατών του, υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον της, το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε στις 12.2.2003, δια του συνεργάτη του Νικολάου Κούδα, στο με αριθμό ........ λογαριασμό του Χ5 στην Εμπορική Τράπεζα, όπως υπέδειξε η Γ
- Β) Στην Αθήνα, κατά τον Ιανουάριο του 2003, παρέσχε με πρόθεση συνδρομή σε άλλον πριν και κατά την τέλεση από αυτόν των πράξεων κακουργηματικής απάτης, οι οποίες τελέστηκαν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και από τις οποίες το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και ειδικότερα παρέσχε με πρόθεση συνδρομή στην Γ1 πριν και κατά την τέλεση από αυτήν των υπό στοιχεία ΑΙ και Α2 πράξεων απάτης αυτής και ειδικότερα: 1) Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ1, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τον αθίγγανο Δ1 για να του αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτόν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει την απόλυση των συγγενών του Δ2, Δ3 και Δ4, που ήσαν προσωρινά κρατούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών"με ένταλμα της Ανακρίτριας του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των σχέσεων της με την τελευταία Ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού. 2) Κατά τον Ιανουάριο του 2003, από κοινού και πάλι με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ1, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τη Δ5 για να της αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτήν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει τη μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης σε βάρος του συζύγου της Δ6, ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί ενώπιον της Ανακρίτριας του 8ου Ειδικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακουργηματικές πράξεις του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των στενών σχέσεων της με την τελευταία ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού. Γ) Από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση εσόδων από το βασικό έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα, παρέσχε συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε τέτοια εγκληματική δραστηριότητα, και ειδικότερα: 1) Κατέθεσε, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2000 έως και το Φεβρουάριο του 2003, α) στο με αριθμό .... λογαριασμό που διατηρούσε η Γ1 στην EUROBANK (από παραδρομή αναγράφεται στην εισαγγελική πρόταση ο αριθμός λογαριασμού .......), συνολικά 6.160.000 δρχ. και ειδικότερα 500.000, 300.000, 400.000, 300.000, 260.000, 500.000, 3.000.000, 400.000 και 500.000 δρχ. αντιστοίχως στις 21.3.2000, 3.4.2000, 2.5.2000, 8.5.2000, 16.11.2000, 27.12.2000, 28.5.2001, 1.6.2001 και 6.8.2001 και β) στο με αριθμό .... λογαριασμό της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος που διατηρούσε ο Χ5 6.000 Ευρώ, στις 10.2.2003, ποσά τα οποία είχε απαιτήσει, ως δώρο, η προαναφερομένη δικαστική λειτουργός και είχε αποδεχθεί αυτός να καταβάλει για να κριθούν ευνοϊκώς υποθέσεις υπέρ του ίδιου και πελατών του, και έτσι να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα, μέσω του τραπεζικού συστήματος. 2) Στις 13.4.2000, 5.6.2000, 20.7.2000, 12.11.2001 και 9.8.2002, κατέθεσε τα χρηματικά ποσά των 400.000, 540.000, 500.000, 870.000 δρχ. και 600 ευρώ αντιστοίχως (το τελευταίο δια του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Ιωαννίδη), προερχόμενα από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, που είχε τελεσθεί δια της εκ μέρους της Γ1 απαίτησης της καταβολής των ποσών αυτών, για να κριθούν ευνοϊκώς υπέρ του ίδιου, ως και των πελατών του, εκκρεμείς ενώπιον της εν λόγω δικαστικής λειτουργού υποθέσεις, στο με αριθμό ...... λογαριασμό που διατηρούσε η Γ1 στην EUROBANK (από παραδρομή αναγράφεται στην εισαγγελική πρόταση ο αριθμός λογαριασμού .......), για να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα, μέσω του τραπεζικού συστήματος. 3) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με τον Χ1 και την Γ1, την προέλευση του ποσού των 5.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή, έλαβε από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 5.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορούμενό του Χ1, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 5.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στους Χ1 και Χ2, μέσω του τελευταίου, από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του ιατρού Ε1, ιδιοκτήτη της νευρολογικής και ψυχιατρικής κλινικής "........", κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 2901 Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και τελικά εισέπραξε, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1 από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος του ποσού αυτού, από το οποίο παρακρατήθηκε από το Χ2 το ποσό των 500.000 δρχ. ως αμοιβή του, ο οποίος μάλιστα εξέδωσε για συγκάλυψη της δωροδοκίας την απόδειξη παροχής υπηρεσιών με αριθ.64, αναγράφοντας ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε στις 21.6.2001, ενώ το μπλοκ αποδείξεων από την αρμόδια ΔΟΥ θεωρήθηκε το Δεκέμβριο του
- 4) Στην Αθήνα, επίσης κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με τον Χ1, την προέλευση του ποσού των 66.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή (από την υπόθεση και πάλι Ε1), έλαβε από τον Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 66.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορούμενό του Χ1, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 66.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στον ίδιο και το Χ2 εκ μέρους του Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμού του προαναφερόμενου ιατρού Ε1, κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος απολογήθηκε στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 29ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και εισέπραξε επίσης, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1, από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος και του ποσού αυτού, που αναλήφθηκε από λογαριασμούς του προαναφερόμενου κατηγορουμένου Ε1 από υπαλλήλους της επιχείρησης του. Δ) Με συνεχείς προτροπές προκάλεσε την απόφαση σε δικαστικούς λειτουργούς να παραβούν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψουν άλλον και ειδικότερα προκάλεσε την απόφαση στους πιο κάτω δικαστικούς λειτουργούς να παραβούν τα καθήκοντα τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 μέχρι τις 3/3/2003, έπεισε, από κοινού με τον Χ5, την Ξ1 και την Γ1 να μεθοδεύσουν τη συμμετοχή τους, ως μέλη, κατά τη δικάσιμο της 4.3.2003, στη σύνθεση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου επρόκειτο να δικαστεί ποινική υπόθεση για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, με κατηγορούμενο το Λ1 και πολιτικώς ενάγοντα τον Αρχιμανδρίτη Χ5, αντικαθιστώντας αντιστοίχως τους αρχικώς κληρωθέντες πρωτοδίκες Κωνσταντίνο Δεμέστιχα και Δημήτριο Οικονόμου (η αντικατάσταση αυτή έλαβε χώρα με την πράξη 85/2003 του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών), και στη συνέχεια να μεροληπτήσουν κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Χ5, κατά παράβαση του απορρέοντος από το Σύνταγμα και το νόμο υπηρεσιακού καθήκοντος τους να τηρούν ουδέτερη και αμερόληπτη στάση απέναντι στους διαδίκους, προς το σκοπό να ωφελήσουν τον πολιτικώς ενάγοντα και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου, και να βλάψουν τον κατηγορούμενο, με την έκδοση καταδικαστικής απόφασης. Αυτό πράγματι και συνέβη με την έκδοση της απόφασης 20763/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πιο πάνω κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών. 2) Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 μέχρι τις 3/3/2003, έπεισε, από κοινού με τον Χ5, την Ξ1 και την Γ1 να μεθοδεύσουν τη συμμετοχή τους, ως μέλη, κατά τη δικάσιμο της 4.3.2003, στη σύνθεση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου επρόκειτο να δικαστεί ποινική υπόθεση για ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και χρήση πλαστού εγγράφου, με κατηγορούμενο το Λ1 και πολιτικώς ενάγοντα τον Αρχιμανδρίτη Χ5, αντικαθιστώντας αντιστοίχως τους αρχικώς κληρωθέντες πρωτοδίκες Κωνσταντίνο Δεμέστιχα και Δημήτριο Οικονόμου (η αντικατάσταση αυτή έλαβε χώρα με την πράξη 85/2003 του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών), και στη συνέχεια να μεροληπτήσουν κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος Χ5, κατά παράβαση του απορρέοντος από το Σύνταγμα και το νόμο υπηρεσιακού καθήκοντος τους να τηρούν ουδέτερη και αμερόληπτη στάση απέναντι στους διαδίκους, προς το σκοπό να ωφελήσουν τον πολιτικώς ενάγοντα και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου, και να βλάψουν τον κατηγορούμενο, με την έκδοση καταδικαστικής απόφασης. Αυτό πράγματι και συνέβη με την έκδοση της απόφασης 20764/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πιο πάνω κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών. 3) Κατά το πρώτο δεκανθήμερο του Οκτωβρίου του 2003, έπεισε, από κοινού με το Κ1 και τον Χ5, την Πρωτοδίκη Γ1να επιδιώξει να συμμετάσχει, κατά τη δικάσιμο της 13.10.2003, στην σύνθεση του 11ου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου επρόκειτο να δικαστεί ποινική υπόθεση για ψευδή καταμήνυση, χρήση πλαστού εγγράφου και συκοφαντική δυσφήμηση, με κατηγορούμενο το Λ1 και πολιτικώς ενάγοντα τον Αρχιμανδρίτη Χ5, αντικαθιστώντας τον αρχικώς κληρωθέντα πρωτοδίκη Ελευθέριο Γεωργίλη (εκδόθηκε σχετικώς η πράξη 355/2003 του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών) και να μεροληπτήσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής υπέρ του Χ5, κατά παράβαση του απορρέοντος από το Σύνταγμα και το νόμο υπηρεσιακού καθήκοντος της να τηρεί ουδέτερη και αμερόληπτη στάση απέναντι στους διαδίκους, προς το σκοπό να ωφελήσει τον πολιτικώς ενάγοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και να βλάψει τον κατηγορούμενο με την έκδοση καταδικαστικής απόφασης. Εκδόθηκε η απόφαση 67544 και 68327/ 13 και 15.10.2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πιο πάνω κατηγορούμενος καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για κάθε πράξη. Ε) Κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου του 2000 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου του 2004, ενώθηκε μαζί με άλλους και ειδικότερα μαζί με τους Γ1, Χ5, Χ1, ως και με άλλα, άγνωστα μέχρι τώρα πρόσωπα, και συγκρότησε με αυτούς συμμορία προς το σκοπό της διάπραξης κακουργημάτων, όπως είναι το κακούργημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ως και πλημμελημάτων, τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα οποία επιδιώκεται οικονομικό όφελος, όπως είναι το πλημμέλημα της δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή, χρησιμοποιώντας μάλιστα για την υπεράσπιση πελατών τους διάφορους άσχετους με αυτούς δικηγόρους, που τις περισσότερες φορές αγνοούσαν τα εγκληματικά τους σχέδια". Και την τρίτη αναιρεσείουσα Χ3 διότι "κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2001 έως 19-2001, από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) από παθητική δωροδοκία δικαστή παρέσχε συνδρομή σε δικαστικό λειτουργό, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα του άρθρου 1 περ. αιζ του ν.2331/1995, (παθητική δωροδοκία δικαστή) και ειδικώτερα: στις 19-2-2001 με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση του ποσού των 200.000 δραχμών από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, που τελέστηκε από την Γ1, η οποία απαίτησε το ποσό αυτό από την ίδια, προκειμένου να αναλάβει την εκδίκαση των υποθέσεων της που εκκρεμούσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και να εκδώσει στη συνέχεια ευνοϊκές αποφάσεις υπέρ αυτής (Χ3), κατέβαλε στην Γ1, σε εκπλήρωση της πιο πάνω απαίτησης, το εν λόγω ποσό το οποίο, ύστερα από υπόδειξη της τελευταίας, κατέθεσε στο λογαριασμό της στη EUROBANK με αριθμό ...., για να προσδοθεί νομιμοφανής υπόσταση στην πιο πάνω παράνομη δραστηριότητα μέσω του τραπεζικού συστήματος"διότι δέχθηκε ότι προέκυψαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά σε σχέση με αυτούς και δη για μεν τον πρώτο ότι: "α. Ο εν λόγω κατηγορούμενος δικηγόρος ανέπτυξε επί μακρό χρόνο σοβαρή εγκληματική δράση στο πεδίο απονομής της δικαιοσύνης. Ενεργώντας συστηματικά και οργανωμένα ανέλαβε την επεξεργασία και διεκπεραίωση μεγάλου αριθμού ποινικών και αστικών υποθέσεων, για την επιτυχή έκβαση των οποίων δεν αρκέστηκε στις επιστημονικές του γνώσεις και τις υπερασπιστικές του ικανότητες, αλλά συχνά αναζήτησε, κατά τρόπο μάλιστα αθέμιτο και παράνομο, τη μεροληπτική στάση και την άμεση ή έμμεση υποστήριξη ορισμένων επίορκων δικαστικών λειτουργών (πρωτίστως της Γ1), την οποία αρκετές φορές επέτυχε να αποσπάσει. Η οργάνωση, σε μεγάλη έκταση, της δικαστηριακής εργασίας του, ως δικηγόρου, η διεκπεραίωση της οποίας ενώπιον των δικαστικών αρχών γινόταν συχνά από συνεργαζόμενους με αυτόν δικηγόρους, χωρίς την εμφάνιση του ίδιου, σε ένα σχεδιασμένο περιβάλλον και αδιαφανές πλαίσιο παραβατικής δράσης, που φανερώνει έλλειψη σεβασμού στην ορθή λειτουργία του δικαστικού συστήματος και στην απονομή της δικαιοσύνης, ήταν μεν ιδιαίτερα αποτελεσματική για την επαγγελματική του ανέλιξη και συνακόλουθα την άντληση υψηλού οικονομικού οφέλους, τον οδήγησε όμως στη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων, που συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με το δικαιοδοτικό έργο και ενέχουν μεγάλη κοινωνική απαξία. Συγκεκριμένα υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος αυτός τέλεσε τα ακόλουθα εγκλήματα: Α) Απλή συνεργεία σε απάτη, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, στην Αθήνα, κατά τον Ιανουάριο του 2003, παρέσχε με πρόθεση συνδρομή στην Γ1 πριν και κατά την τέλεση από αυτήν του φύλλου 594 πράξεων απάτης και ειδικότερα: 1) Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ2, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τον αθίγγανο Δ1 για να του αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτόν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει την απόλυση των συγγενών του Δ2, Δ3 και Δ4, που ήσαν προσωρινά κρατούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών"με ένταλμα της Ανακρίτριας του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των σχέσεων της με την τελευταία Ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού . 2) Κατά τον Ιανουάριο του 2003, από κοινού και πάλι με τους συγκατηγορουμένους του Χ4, Χ5 και Χ2, γνωρίζοντας την απόφαση της Γ1 να εξαπατήσει τη Δ5 για να της αποσπάσει το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, παριστάνοντας προς αυτήν ψευδώς ότι μπορούσε να επιτύχει τη μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης σε βάρος του συζύγου της Δ6, ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί ενώπιον της Ανακρίτριας του 8ου Ειδικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακουργηματικές πράξεις του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των στενών σχέσεων της με την τελευταία ανακρίτρια, ενίσχυσε ψυχικά την Γ1 και της υπέδειξε τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος αυτού. Η συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου αυτού στις πιο πάνω πράξεις κακουργηματικής απάτης αναδεικνύεται σε βαθμό επαρκών ενδείξεων από την ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από το συνδυασμό των καταθέσεων των μαρτύρων Ζ1 και Ζ2, από τους οποίους μάλιστα ο δεύτερος, μεταξύ άλλων, πραγματοποίησε, κατά την κατάθεση του, ύστερα από υπόδειξη της Γ1, συνάντηση στο δικηγορικό γραφείο του Χ1, εν γνώσει του τελευταίου, με τόν Χ5 για τη διευθέτηση του θέματος της πρώτης περίπτωσης απάτης (αποφυλάκισης των Δ2, Δ3 και Δ4). Β) Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (από παθητική δωροδοκία δικαστή). 1) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με το Χ2 και την Γ1 την προέλευση του ποσού των 5.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή, έλαβε από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 5.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορουμενό του Χ2, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 5.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στους Χ1 και Χ2, μέσω του τελευταίου, από τη Θ1, που ενεργούσε για λογαριασμό του ιατρού Ε1, ιδιοκτήτη της νευρολογικής και ψυχιατρικής κλινικής ".........", κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 29ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και τελικά εισέπραξε, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1, από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος του ποσού αυτού, από το οποίο παρακρατήθηκε από το Χ2 το ποσό των 500.000 δρχ. ως αμοιβή του, ο οποίος μάλιστα εξέδωσε για συγκάλυψη της δωροδοκίας την απόδειξη παροχής υπηρεσιών με αριθ.64, αναγράφοντας ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε στις 21.6.2001, ενώ το μπλοκ αποδείξεων από την αρμόδια ΔΟΥ θεωρήθηκε το Δεκέμβριο του
- 2) Επίσης, κατά το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου του 2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού με το Χ2, την προέλευση του ποσού των 66.000.000 δρχ. από παθητική δωροδοκία δικαστή (από την υπόθεση και πάλι Ε1), έλαβε από τον Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμό του Ε1, το ποσό αυτό των 66.000.000 δρχ., προκειμένου να αποδώσει, με το συγκατηγορούμενό του Χ2, μετά από ισομερή κατανομή, μέρος του ποσού αυτού στην πρωτοδίκη Γ1, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητα της Γ
- Συγκεκριμένα το πιο πάνω ποσό των 66.000.000 δρχ. καταβλήθηκε στον ίδιο και το Χ2 εκ μέρους του Θ2, που ενεργούσε για λογαριασμού του προαναφερόμενου ιατρού Ε1, κατηγορουμένου σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του ν. 1729/1987 "για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών", ο οποίος απολογήθηκε στις 7.11.2001 ενώπιον της κατηγορουμένης Γ1, ανακρίτριας τότε του 29ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η τελευταία είχε απαιτήσει και εισέπραξε επίσης, για να μη κρατηθεί προσωρινά ο Ε1, από τους δικηγόρους του Χ1 και Χ2, μέρος και του ποσού αυτού, που αναλήφθηκε από λογαριασμούς του προαναφερόμενου κατηγορουμένου Ε1 από υπαλλήλους της επιχείρησης του. Η ενοχή του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές νομιμοποίησης εσόδων από παθητική δωροδοκία δικαστή, κατά τις υπάρχουσες ενδείξεις, που κρίνονται απολύτως επαρκείς για την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο, ευρίσκει ισχυρά ερείσματα στο αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και ιδίως στις συνδυαζόμενες μεταξύ τους και προς τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία καταθέσεις των μαρτύρων Ε1 και Θ2, που έχουν σαφή και άμεση αντίληψη των πραγμάτων, όπως αναλυτικά εκτίθεται και στην εισαγγελική πρόταση. Γ) Ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος. Ο πιο πάνω κατηγορούμενος, με συνεχείς προτροπές προκάλεσε την απόφαση σε δικαστικούς λειτουργούς να παραβούν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψουν άλλον και ειδικότερα προκάλεσε την απόφαση να παραβούν τα καθήκοντα τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως μέλος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση η από 2.9.2003 και με αριθ. κατάθεσης 9963/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (με αντικείμενο την προσωρινή επιδίκαση διατροφής) της Η1 κατά Ι1 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης Γ1 και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της πελάτισσας του ίδιου Η1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο της. 2) Στην Αθήνα, την 1/7/2004, έπεισε από κοινού με τους Χ5, Κ1, και Κ2, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 30.6.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Ρ1 κατά του Φ1, Μητροπολίτη ......., κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης ΑΓ και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ του αιτούντος, και με τον τρόπο αυτό να ωφελήσει τον αιτούντα Μητροπολίτη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του. Πράγματι η εν λόγω δικαστής εξέδωσε επί της πιο πάνω αίτησης την απόφαση 8252/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα αυτού, που της είχαν παραδοθεί από τον Χ5 και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, ως σχέδιο της απόφασης. 3) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο εικοσαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2004, έπεισε από κοινού με τους Χ5, Κ2 και Κ1, την Πρωτοδίκη ΑΓ, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, μεταξύ άλλων, την από 30/6/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Μητροπολίτη Ρ1 κατά του Ψ1, Μητροπολίτη ......, καθώς και την από 5.7.2004 αντίθετη αίτηση του τελευταίου, να μεροληπτήσει υπέρ του Ρ1, προς το σκοπό να ωφελήσει τον αιτούντα-καθ'ου Ρ1 και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε τελικά την απόφαση 8252/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη στο σύνολο τους, τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα του αιτούντος-καθ' ου η αίτηση Ρ1, που της είχαν παραδοθεί από τους Χ5, Κ2 και Κ1 και από τον ίδιο, ως σχέδιο της αποφάσεως, δέχθηκε την πρώτη αίτηση και απέρριψε τη δεύτερη. 4) Στις 15.9.2003, έπεισε την πρωτοδίκη Γ1, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, μεταξύ άλλων, την από 2/9/2003 και με αριθμ. καταθ. 9963/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Η1 κατά του Ι1, για την επιδίκαση προσωρινά διατροφής, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την αιτούσα πελάτισσα του, όσο και τον εαυτό του, ως πληρεξούσιο δικηγόρο εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε τελικά την απόφαση 8187/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας και παραμορφώνοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, επιδίκασε ως προσωρινή διατροφή της αιτούσας και των δύο ανήλικων τέκνων της το υπερβολικό ποσό 6.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο τελικά δεν καταβλήθηκε, αφού τα μέρη συμβιβάστηκαν στο ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως. 5) Στην Αθήνα, στις 9.2.2004, έπεισε, από κοινού με τον Χ5 τον Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Χ4, στον οποίο ο πρώτος υπέβαλε σχετική αίτηση, που κατατέθηκε από τον ίδιο (Χ1), να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών 12024/2003, με την οποία είχε κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος Λ1 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και ένοχος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, για απλή εξύβριση σε βάρος του ίδιου, μεροληπτώντας υπέρ του Χ5, προς το σκοπό να ωφεληθεί ο τελευταίος και ο ίδιος, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, με αντίστοιχη βλάβη του κατηγορουμένου Λ
- Ο εν λόγω Αντεισαγγελέας Εφετών αποδέχθηκε τελικά στο σύνολο τους τους ισχυρισμούς του Χ5, τους οποίους και περιέλαβε στην αίτηση αναιρέσεως, την οποία συνέταξε μέσα σε δύο ώρες περίπου από τη στιγμή της χρέωσης της υπόθεσης. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 22.8.2003 έως 8.9.2003, έπεισε τον πρωτοδίκη Πειραιώς ΑΔ, που εκτελούσε προσωρινά χρέη ανακριτή στο 5° Ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, να μεροληπτήσει υπέρ του Σ1 και να δεχθεί την από 22/8/2003 αίτηση αυτού, του οποίου ο ίδιος υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος, για την αντικατάσταση με περιοριστικούς όρους της προσωρινής κρατήσεως του, που είχε διαταχθεί με το υπ' αριθμ. ΑΝΕ/ΕΠΚ/27/17-6-03 ένταλμα της 5ης Ανακρίτριας Πειραιά, αγνοώντας τα αποδεικτικά στοιχεία, με σκοπό να ωφελήσει τον ως άνω κατηγορούμενο Σ1, ως και τον ίδιο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου. Ο εν λόγω πρωτοδίκης εξέδωσε, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, τη με αριθμό 51/2003 διάταξη, με την οποία αντικατέστησε την επιβληθείσα προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, παρά το γεγονός ότι προγενέστερα, α) με τη με αριθμό 40/2003 διάταξη της Τακτικής Ανακρίτριας Άλκηστης Σιάννου, απορρίφθηκε, με σύμφωνη γνώμη της αντεισαγγελέα Ιωάννη Τσάλλη, η από 23/6/2003 αίτηση αντικατάστασης προσωρινής κρατήσεως του πιο πάνω κατηγορουμένου, η οποία είχε διαταχθεί με το με αριθμό 27/12-6-2003 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως της Τακτικής Ανακρίτριας Μαρίας Βράκα και β) με το με αριθμό 1262/7-8-2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Παναγιώτας Συμιγιάννη, είχε απορριφθεί η με αριθμό 9/2003 προσφυγή κατά της ως άνω, με αριθμό 40/2003, διατάξεως. 7) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε, από κοινού με την Ο1, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ να προσδιορίσει, ως μέλος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση η από 5.9.2003 και με αριθ. κατάθεσης 33964/2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της Μ1 κατά του Ν1, για την προσωρινή επιδίκαση διατροφής, ύστερα από μεταρρύθμιση των με αριθμ. 83/2003 και 5753/2003 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης Γ1 και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της Μ1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους της. 8) Στην Αθήνα, στις 8.9.2003, έπεισε, από κοινού με την Ο1, την πρωτοδίκη Γ1, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 15.9.2003, μεταξύ άλλων, την από 5/9/2003 αίτηση της Μ1, κατά του Ν1, για την επιδίκαση προσωρινά διατροφής, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την τελευταία, όσο και τον εαυτό του και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους θεωρήθηκε εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε τελικά την απόφαση 8185/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας, επιδίκασε ως προσωρινή διατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων το υπερβολικό ποσό 765 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου των 350 ευρώ, που είχε αρχικά επιδικαστεί με την απόφαση 8/3/
- 9) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου του 2004, έπεισε, από κοινού με την Ο1, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ΑΒ, να προσδιορίσει, ως Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, να εκδικαστεί κατά προτίμηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 7.7.2004 και με αριθμ. καταθ. 8230/2004 αίτηση της Φ1 κατά Ω1 για την ανάκληση προγενέστερης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία είχε διαταχθεί η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της αιτούσας, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, κατά την οποία είχε οριστεί να δικάσει ασφαλιστικά μέτρα, μεταξύ άλλων, και η Πρωτοδίκης ΑΓ, η οποία διατηρούσε φιλική σχέση με συνεργάτες του δικηγορικού του γραφείου, και στη συνέχεια να αναθέσει την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στην εν λόγω πρωτοδίκη, ώστε η τελευταία να μεροληπτήσει υπέρ της Φ1 και να εκδώσει ευνοϊκή υπέρ αυτής απόφαση, όπως και πράγματι συνέβη, με σκοπό να ωφελήσει την τελευταία, ως και τον ίδιο και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους της. 10) Στην Αθήνα, κατά το πρώτο πενθήμερο του Ιουλίου του έτους 2004, έπεισε, από κοινού με την Ο1, την Πρωτοδίκη ΑΓ, η οποία επρόκειτο να δικάσει, ως δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 20.7.2004, μεταξύ άλλων, την από 7.7.2004 αίτηση της Φ1 κατά Ω1, για την ανάκληση προγενέστερης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, να μεροληπτήσει υπέρ της αιτούσας, προς το σκοπό να ωφελήσει τόσο την τελευταία, όσο και τον εαυτό του και την Ο1, ως πληρεξούσιους δικηγόρους εκείνης. Η εν λόγω δικαστής εξέδωσε τελικά την απόφαση 8133/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αποδεχόμενη τους ισχυρισμούς της αιτούσας, ανακάλεσε, κατά παραμόρφωση του αποδεικτικού υλικού, την προγενέστερη απόφαση 8309/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί υπέρ του Ω1 το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο. Δ) Παράβαση του άρθρου 11 του ν. 5227/1931 περί μεσαζόντων. Η πράξη αυτή συνίσταται στο ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2004 έως τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2004, παρέστησε αληθώς στη ΙΑ, ότι λόγω των σχέσεων και της ιδιότητας του, ως δικηγόρου, και εν γένει της επιρροής και του κύρους του, μπορούσε να προκαλέσει την εκ μέρους των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών, αποφυλάκιση του ΕΖ, ο οποίος εκρατείτο προσωρινά με το υπ' αριθμ. 14/2004 ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ανακριτή του 11ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό να αποσπάσει υπόσχεση αμοιβής ποσού δέκα οκτώ χιλιάδων Ευρώ (18.000) ευρώ. Ε) Συγκρότηση συμμορίας. Η διάπραξη εκ μέρους του κατηγορουμένου των προαναφερόμενων εγκλημάτων υπήρξε αποτέλεσμα σχεδιασμένης κατά τρόπο σταθερό, αποφασιστικό και αδίστακτο εγκληματικής δράσης. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος αυτός, για να επιτύχει καλύτερα και αποτελεσματικότερα το σκοπό του να αποκομίσει οικονομικά και άλλα οφέλη, ενώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Ιανουαρίου του 2001 μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 2004, μαζί με τους Γ1, Χ5, Χ2, Κ1, ως και με άλλα, άγνωστα μέχρι τώρα πρόσωπα, και συγκρότησε με αυτούς συμμορία προς το σκοπό της διάπραξης κακουργημάτων, όπως είναι το κακούργημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ως και πλημμελημάτων, τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα οποία επιδιώκεται οικονομικό όφελος, όπως είναι το πλημμέλημα της δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή, χρησιμοποιώντας μάλιστα για την υπεράσπιση πελατών τους διάφορους άσχετους με αυτούς δικηγόρους, που τις περισσότερες φορές αγνοούσαν τα εγκληματικά τους σχέδια. ΣΤ) Απόπειρα απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., που συνίσταται ειδικότερα στο ότι: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από 8.9.1999 έως 30.9.1999, επιχείρησε να λάβει από τη Π1 το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ., παριστάνοντας σ' αυτήν ψευδώς ότι, λόγω των γνωριμιών του, είχε τη δυνατότητα να επιτύχει την αποφυλάκιση του συζύγου της Π, ο οποίος εκρατείτο προσωρινά για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε εκτέλεση του με αριθμό 29/1999 εντάλματος του Ανακριτή του 14ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. Μάλιστα για την επιτυχία του σκοπού του αυτού διαβεβαίωνε τη Π1 ότι έχει τη δυνατότητα να βγάλει τον άνδρα της από την φυλακή, αν του δώσει το ως άνω ποσό των 10.000.000 δρχ., το οποίο έπρεπε να του καταβάλει, γιατί δεν είναι μόνος του, τονίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο ότι μέρος των χρημάτων αυτών επρόκειτο δήθεν να καταβληθεί στους ανθρώπους (δικαστικούς λειτουργούς), που ήταν μαζί του και είχαν την δυνατότητα να βγάλουν τον άνδρα της από τη φυλακή. Όμως η πράξη αυτή της κατ' επάγγελμα απάτης δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, γιατί η ως άνω Π1 αρνήθηκε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό των 10.000.000 δρχ., παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε αποφασίσει να πουλήσει την οικία της για να βρει τα χρήματα αυτά. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.1997 μέχρι 18.10.1997, επιχείρησε να λάβει από τον Π2 το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ., παριστάνοντας σ' αυτόν ψευδώς, με δηλώσεις του προς τον ίδιο προσωπικά, αλλά και μέσω της αδελφής του Π3, ότι είχε τη δυνατότητα, λόγω δήθεν των γνωριμιών, που διατηρούσε με τον Εισαγγελέα και τον 22° Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, να παρέμβει σ' αυτούς και να τους δωροδοκήσει, ώστε να μην κρατηθεί προσωρινά μετά την απολογία του. Όμως η πράξη αυτή της κατ' επάγγελμα απάτης δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, γιατί ο ως άνω Π2 αρνήθηκε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό των 25.000.000 δρχ. Για την τέλεση της πρώτης από τις δύο αυτές πράξεις απόπειρας κακουργη