← Ελλάδα

ΑΠ 1438/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1438 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Περίληψη: Απάτη και διάθεση προϊόντων εγκλήματος. Επαρκής αιτιολογία και απόρριψη του περί του αντιθέτου μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Αριθμός 1438/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλης, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 1406/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, λόγω ασθενείας αυτού, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τον κατηγορούμενο εκπροσώπησε στη δίκη με εξουσιοδότηση ο συνήγορός του, κατά την έναρξη δε της διαδικασίας εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του δικατηρίου ως άγγελος ο Βασίλειος Βορίλας ο οποίος δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής, έχει στρές και κατέθεσε την από 5-11-2007 αίτηση του τελευταίου με την οποία εκείνος ζητούσε την αναβολή της δίκης. Η αίτηση αυτή του κατηγορουμένου, απορρίφθηκε από το δικαστήριο ως αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία "... Στην προκειμένη όμως περίπτωση το δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται πως η ασθένεια που προβάλλει ο κατηγορούμενος είναι τέτοια ώστε να τον εμποδίζει να εμφανισθεί στο Δικαστήρο αυτό, κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνακόλουθα να αποτελεί σημαντικό αίτιο που δικαιολογεί την αναβολή της δίκης. Γι' αυτό πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. " Αλλωστε ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο στοιχείο που να αποδεικνύει την ασθένεια που επικαλείται και την συνεπεία ταύτης αδυναμία του να εμφανισθεί στο δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο. Ας σημειωθεί τέλος ότι η υπόθεση έχει αναβληθεί μέχρι τώρα τέσσαρες φορές, εκ των οποίων τις τρείς μετά από αίτημα του κατηγορουμένου (δύο για απουσία του συνηγόρου του και μία για λογους υγείας). Έτσι, μία νέα αναβολή θα οδηγήσει σε περαιτέρω άσκοπη παρέλκυση της δίκης, με άμεσο κίνδυνο παραγραφής των αδικημάτων, που έχουν ως χρόνο τελέσεως τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο του έτους
  2. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δικάζεται ωσεί παρών, εκπροσωπούμενος νομίμως δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου....". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη, η δε περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Περαιτέρω από τα ίδια πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι προς απόδειξη της ασθενείας του κατηγορουμένου κατατέθηκε την ημέρα της δικασίμου (5-11-2007) οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό και για την ανυπαρξία τέτοιου πιστοποιητικού ειδική μνεία γίνεται στο σκεπτικό της παρεμπίπτουσας αποφάσεως. Εντεύθεν η από τον αναιρεσείοντα αναφορά σε πιστοποιητικό του Τζάνειου Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά, πρόδηλο είναι ότι αφορά το με αριθμό πρωτοκόλλου ...... πιστοποιητικό που περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, το οποίο όμως είχε κατατεθεί και είχε αναγνωσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, εν σχέσει με την ουσία των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα κατηγοριών, η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... ο κατηγορούμενος ετέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της απάτης και της από κοινού προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, καθόσον πλήρως αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό και συγκροτούν τις πράξεις αυτές κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση. Συγκεκριμένα αυτός, την 10-6-2000, εμφανίσθηκε στο κατάστημα ψιλικών του εγκαλούντος Ψ1 στον Πειραιά και επί της οδού ......, και δηλώνοντας ψευδώς ότι ήταν τραπεζικός υπάλληλος και μέλος οικείου επαγγελματικού σωματείου, το οποίο ενδιαφερόταν για την προμήθεια καρτών κινητής τηλεφωνίας, για λογαριασμό των μελών του, έπεισε τον ως άνω ιδιοκτήτη του καταστήματος να του παραδώσει συνολικό αριθμό τριακοσίων τριάκοντα τριών

(333)καρτών PANAFON A LA CARTE, αξίας έξι χιλιάδων (6.000) δραχμών εκάστης και συνολικής αξίας ενός εκατομμυρίου εννιακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων (1.998.000) δραχμών, -που αντιστοιχούν στο ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα τριών ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (5.863,54 €). Το ποσό τούτο πιστώθηκε στο σύνολο του, κατόπιν των προειρημένων δηλώσεων και ψευδών παραστάσεων του κατηγορουμένου, και δεν πληρώθηκε στον παθόντα, κατά τη δήλη ημέρα (21-6-2000) που αυτός του είχε υποσχεθεί, αλλά και στη συνέχεια, μολονότι έχει υποχρεωθεί στην καταβολή του και με αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί σχετικώς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τις κάρτες που απέκτησε με τον προαναφερόμενο απατηλό τρόπο, ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 μεταβίβασε κατά τις ημερομηνίες 13 έως 14 Ιουνίου 2000 και κατά την 7η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, στον συγκατηγορούμενό τους Χ3, ο οποίος γνωρίζοντας την προέλευση τους, τις δέχτηκε στην κατοχή του υποσχεθείς τίμημα τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δραχμών, για κάθε κάρτα, στην κατοχή δε τούτου βρέθηκε και κατασχέθηκε μέρος των ως άνω καρτών. Την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνιστά παράβαση του άρθρου 394 του Π.Κ., ο κατηγορούμενος ετέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της συνάγεται σκοπός πορισμού εισοδήματος. Ο κατηγορούμενος, κατά την προδικασία, αλλά και την απολογία του στην πρωτόδικη δίκη παραδέχθηκε ότι παρέλαβε από τον παθόντα τις επίδικες κάρτες και ότι οφείλει το τίμημα αυτών, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τμηματικώς. Ωστόσο αυτός, αρνούμενος την ποινική του ευθύνη, ισχυρίζεται ότι έπεσε και ο ίδιος θύμα απάτης από τους συγκατηγορούμενους του Χ2, Χ3, για λογαριασμό των οποίων ενήργησε και οι οποίοι δεν του κατέβαλαν το τίμημα των καρτών που τους παρέδωσε. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρούμενος από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, με προεξάρχουσα αυτή του παθόντος Ψ1, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε ενώπιον του ως πελάτης, με την ιδιότητα του τραπεζικού υπαλλήλου, που δεν είχε, και ως μέλος ανυπάρκτου σωματείου τραπεζικών και έτσι τον εξαπάτησε και του απέσπασε τις επίμαχες κάρτες. Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων που, κατά τα προλεχθέντα, του αποδίδονται, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος η απόδοση στον παθόντα, μέρους των καρτών που βρέθηκαν στην κατοχή του Χ3 και κατασχέθηκαν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποίηση τούτου και να οδηγήσει σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από κάθε ποινή, κατ' άρθρο 393 παρ. 2 του Π.Κ., διότι ούτε πλήρη ικανοποίηση του παθόντος συνιστά ούτε έγινε με την ελευθέρα βούληση του κατηγορουμένου, αλλά κατόπιν της επιβληθείσης κατασχέσεως των συγκεκριμένων καρτών..." Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της απάτης και της από κοινού με άλλους και κατ' εξακολούθηση διάθεσης προϊόντων εγκλήματος κατ' επάγγελμα και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα
(10)μηνών. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46, 386 παρ.1α, και 394 παρ.1-4 του ΠΚ τις οποίες οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Οι αιτιάσεις αναφορικά με το περιεχόμενο της καταθέσεως του μάρτυρα Ψ1 και του μάρτυρα υπερασπίσεως, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.1406/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.