Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1443 / 2010 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Καταδολίευση δανειστών. Δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής- Χρόνος έγκλησης. Αιτιολογία απόφασης και ορθή εφαρμογή νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής, μη εμπρόθεσμη υποβολή έγκλησης, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αριθμός 1443/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων
- Χ1 που δεν παρέστη και
- Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, περί αναιρέσεως της 1829-1830/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29 Μαρτίου 2010 και 26 Μαρτίου 2010 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας καθώς και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται για συζήτηση οι από 29-3-2010 και 26-3-2010 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της 1829-1830/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Α.- Ως προς την αναίρεση της Χ
- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου
- Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 27-5-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών ... η αναιρεσείουσα Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Β.- Ως προς την αναίρεση του Χ
- Η ως άνω αναίρεση του ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω. 1.- Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα όμως αυτή, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ επέρχεται μόνον, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 82, 84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία αποκτά εκείνος που δικαιούται κατά το αστικό δίκαιο να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Τέτοιο δικαίωμα ειδικότερα για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ έχει όποιος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε έμμεσα από την πράξη αυτή. Εξάλλου ναι μεν επί της ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ καταδολιεύσεως το δικαίωμα του δανειστή εξαντλείται στη διάρρηξη της γενομένης προς βλάβη του απαλλοτριώσεως, πλην όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία επί πλέον εκείνων που απαιτούνται για την εφαρμογή των περί καταδολιεύσεως των δανειστών του άρθρου 939 ΑΚ τοιούτων, όπως λ.χ. όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 397 του ΠΚ. Επίσης, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914 και 939 του ΑΚ απαιτείται υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας) και παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος συνισταμένη σε πράξη ή παράλειψη αυτού και περιέχουσα παράνομη επέμβαση σε αλλότριο δικαίωμα ή συμφέρον που προστατεύεται από την παραβιασθείσα διάταξη. Με αυτή την έννοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που προσβάλλει δικαίωμα και δημιουργεί αξίωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, συνιστά και η πράξη του οφειλέτη, ο οποίος, σκοπεύοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση απαιτήσεως του πιστωτή του προβαίνει σε απαλλοτρίωση της περιουσίας του χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα. Έτσι, επί εγκλήματος καταδολιεύσεως δανειστών, που προβλέπεται από το προαναφερόμενο άρθρο 397 του ΠΚ άμεσα ζημιουμενος και εντεύθεν νομιμοποιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι προεχόντως ο δανειστής του οφειλέτη εκείνου, από την ενέργεια του οποίου με την παράνομη και υπαίτια απαλλοτρίωση της περιουσίας του ματαιώθηκε ολικά ή εν μέρει η ικανοποίηση της περιουσίας του (ΑΠ 5/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 468 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί (σε οποιαδήποτε ποινή) μόνο σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του για αποζημίωση, όταν είτε του επιδικάσθηκε αυτή είτε απορρίφθηκε η αγωγή του επειδή δεν στηριζόταν στο νόμο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 488 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων που παρέστη κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση, δικαιούται να την προσβάλλει με έφεση, ανεξάρτητα από το ύψος της ποινής που τελικά καταγνώσθηκε, αν με την απόφαση απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο εγκαλών Ψ, ο οποίος πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Τριμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού 44 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών και άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, σύμφωνα με τη διαλαμβανομένη στη σελίδα 3 των πρακτικών αυτής (απόφασης) αιτιολογία. Με βάση την παραδοχή αυτή δέχθηκε και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα, κατ' άρθρο 488 ΚΠοινΔ, υττ' αριθμ. 53/2008 έφεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής 207/2008 απόφασης (και της συνεκαλουμένης μη οριστικής 3657/2007 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου), ως προς τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή ως μη στηριζομένη στο νόμο και επέτρεψε την παράσταση του εγκαλούντος ως πολιτικώς ενάγοντος, στον οποίο και επιδίκασε την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αξιόποινες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν. Ενόψει τούτων, εφόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό τόσο της πρωτόδικης, όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης, οι επίμαχες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Ξ και Χ2 (αναιρεσείων), τελέστηκαν σε βάρος του εγκαλούντος Ψ παρέπεται ότι ως αμέσως από τις πράξεις αυτές ζημιωθείς ενομιμοποιείτο ο τελευταίος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και η σχετική δήλωση του ήταν σύννομη. Συνεπώς ορθώς το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, αφού η πρωτόδικη απόφαση ήταν εκκλητή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ως προς τη σχετική με την αποβολή της πολιτικής αγωγής διάταξη της και δέχθηκε την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2, που στηρίζεται, ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί ο ως άνω εγκαλών παρέστη παρά το νόμο ως πολιτικώς ενάγων, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. 2.- Κατά το άρθρο 397 παρ.1 και 3 του ΠΚ ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται, αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν, δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 1829-1830/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, σε δεύτερο βαθμό, για άμεση συνεργεία στην καταδολίευση δανειστών τελεσθείσα στις 3-11-2002, σε βάρος του Ψ, η ποινική δίωξη ασκήθηκε κατόπιν εγκλήσεως του εν λόγω παθόντος. Η έγκληση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, φέρει χρονολογία 28-5-2003 και υποβλήθηκε κατά τη χρονολογία αυτή, ήτοι μετά την πάροδο τριμήνου από τον ανωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων της καταδολίευσης δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν. Το δίκασαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ' είδος λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία δευτέρου κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος), ότι ο ανωτέρω εγκαλών έλαβε γνώση των συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων και των δραστών τους, φυσικού αυτουργού και συνεργού του, (ήδη αναιρεσείοντος) κατά μήνα Μάρτιο 2003, όταν δια των αρμοδίων οργάνων διενεργήθηκε έλεγχος στο υποθηκοφυλακείο Πατρών, προκειμένου να εξασφαλίσει εμπραγμάτως την πιο κάτω αναφερόμενη απαίτηση του και ως εκ τούτου η έγκληση αυτού, η οποία υπεβλήθη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πατρών στις 28-5-2003, είναι εμπρόθεσμη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε εμπρόθεσμη την έγκληση και απέρριψε κατ' ουσίαν τον αντίθετο, περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, ισχυρισμό του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος Χ
- Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τα εκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με το χρόνο γνώσεως από τον εγκαλούντα των ως άνω σε βάρος του πράξεων της καταδολιεύσεως δανειστών και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν και του προσώπου της αυτουργού και του συνεργού της-αναιρεσείοντος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ2 και πρέπει να απορριφθεί. Η αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο αυτόν λόγο, ότι από τις αποδείξεις προκύπτει χρόνος γνώσεως του εγκαλούντος προγενέστερος πέραν των τριών μηνών από την υποβολή της εγκλήσεως, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτη. 3.-.Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή, δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση, κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού, ολικώς ή μερικώς, από τα περιουσιακά στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, με μία από τις ρητώς και περιοριστικώς οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη ενέργειες που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τελέσεως του εγκλήματος τούτου, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή επέρχεται, όταν ο οφειλέτης κατά το χρόνο της ενέργειας του δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία, που να επαρκούν για την ικανοποίηση του δανειστή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ.1 περ.β' του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης), Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή, ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της κύριας πράξης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται σα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ είχε απαίτηση λόγω αδικοπραξίας κατά της πρώτης κατηγορουμένης Χ1 ποσού 47.395,52 ευρώ, για την απαίτηση του μάλιστα ο εγκαλών είχε ασκήσει κατά της κατ/νης Χ1 την από 14-2-2002 αγωγή του που της επέδωσε την 15-2-2002 και εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Κατά τη διάρκεια της αντιδικίας τους στα πολιτικά δικαστήρια και ενώ παράλληλα ήταν εκκρεμής και ποινική δίκη κατά της κατηγορουμένης για υπεξαίρεση του ως άνω ποσού σε βάρος του εγκαλούντος, αυτή ενεργώντας με προφανή σκοπό και θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση της άνω απαίτησης του εγκαλούντος εναντίον της, αφού γνώριζε ότι δεν έχει άλλο περιουσιακό στοιχείο και άλλη περιουσία ικανή για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του εγκαλούντος, προέβη χωρίς αντάλλαγμα σε μεταβίβαση ακίνητου και συγκεκριμένα με το υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Πατρών Ανδριάνας Βίτσα, που μεταγράφηκε, νόμιμα μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα το ιδανικό ποσοστό αυτής 1/2 επί ενός διαμερίσματος 45,79 τ.μ. στον τέταρτο όροφο οικοδομής στη θέση "..." και στη διασταύρωση των οδών ..., ... και ... στην ..., αντικειμενικής αξίας 4600 ευρώ στην ανήλικη ανιψιά της ..., τέκνο των Ξ και Χ2, δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, αντίστοιχα που εκπροσώπησαν την ανήλικη στη δικαιοπραξία αυτή. Το ιδανικό ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του εγκαλούντος, ενώ με τη χαριστική χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση του η πρώτη κατηγορουμένη αποσκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαιτήσεως του εγκαλούντος, αφού ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της κατά του οποίου μπορούσε να στραφεί με εκτέλεση ενώ η υπόλοιπη περιουσία της κατ/νης, κάποια εμπορεύματα-είδη δώρων επιχείρησης που λειτουργούσε αυτή σε μισθωμένο κατάστημα στο ..., ήταν ασήμαντης αξίας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η δεύτερη κατ/νη αδελφή της πρώτης και ο τρίτος γαμβρός της, σύζυγος της δεύτερης εκτός του ότι συμμετείχαν στην ως άνω χαριστική δικαιοπραξία, εκπροσωπώντας το ανήλικο τέκνο τους αυτοί γνώριζαν την οφειλή της πρώτης κατηγορουμένης προς τον εγκαλούντα και της συμπαρίσταντο στην όλη αντιδικία μαζί του. Μάλιστα η δεύτερη κατ/νη είχε εξεταστεί ως μάρτυρας στις πολιτικές δίκες με τον εγκαλούντα που είχε η πρώτη κατ/νη αδελφή της, και στη δίκη ασφαλιστικών επί της 26-4-2002 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε ασκήσει ο εγκαλών και, επικαλούμενος την ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση της πρώτης κατ/νης, ζητούσε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση της ίδιας ως άνω απαίτησης του επί του προαναφερομένου μοναδικού ακινήτου (διαμερίσματος) της πρώτης κατ/νης. Στη δίκη εκείνη η δεύτερη κατ/νη διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι η πρώτη κατ/νη αδελφή της δεν προτίθεται να μεταβιβάσει το ακίνητο -διαμέρισμα της και έτσι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντος απορρίφθηκε με την 3048/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Όμως λίγο αργότερα από την απόρριψη των ασφαλιστικών μέτρων στις 13-11-2002 η πρώτη κατ/νη μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ποσοστό της επί του διαμερίσματος προς την ανήλικη θυγατέρα των δύο άλλων κατ/νων, οι οποίοι γνώριζαν την περιουσιακή κατάσταση της, δηλαδή ότι το ακίνητο αυτό ήταν το μοναδικό από το οποίο μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του εγκαλούντος καθώς επίσης γνώριζαν και το σκοπό που επεδίωκε η πρώτη κατ/νη να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του εγκαλούντος, αφού η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης κατ/νης δεν αρκούσε προς τούτο...Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι η μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος (1/2) από την πρώτη κατ/νη στην ανήλικη θυγατέρα των λοιπών, έγινε προς εξόφληση χρέους από δάνειο 6000000 δραχμών που είχε χορηγήσει η δεύτερη κατ/νη προς την πρώτη κατ/νη αδελφή της. Αντίθετα η μεταβίβαση έγινε χαριστικά και χωρίς αντάλλαγμα από την πρώτη με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης του εγκαλούντος, οι δε λοιποί κατ/νοι της παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης αυτής με το να δεχθούν για λογαριασμό της ανήλικης κόρης τους τη δωρεά αυτή εν γνώσει του ως άνω σκοπού που απέβλεπε η πρώτη και ότι η υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του εγκαλούντος...". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους Χ1, Ξ και Χ2 (αναιρεσείοντα), για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών την πρώτη και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν τους άλλους δύο, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως επτά
(7)μηνών στον καθένα. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών, (για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 397 παρ.1 και 46 παρ.1 περ.β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' τρίτος λόγος της αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όλες σι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό, πλήττουν την αναιρετικως ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθιαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 29-3-2010 και από 26-3-2010 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1829-1830/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ