Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1447 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Αιτιολογία - στοιχεία - εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Απόρριψη αναιρετικού λόγου άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ. Άρθρο 327 § 2 ΚΠΔ. Εφαρμογή και στην κατ’ έφεση δίκη. Η παράβαση επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Αιτιολογημένη απόρριψη ενστάσεως για μη κλήτευση μάρτυρα της επιλογής του κατηγορουμένου. Αόριστος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας όταν στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Απορρίπτει. Αριθμός 1447/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ανδρέα Τσόλια (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθάρα, για αναίρεση της με αριθμό 395/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 121/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 2, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης εναντίον αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του εν λόγω ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγω του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα, οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν, όμως, η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 395/2007 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την 10/10.3.2006 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου κατά της 66/2006 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου και στη συνέχεια, αφού εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε πέντε
(5)ευρώ για κάθε ημέρα. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται "το Δικαστήριο εξετίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα το γεγονός ότι "Α) Κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, κατά το έτος 2002, όταν και τα γεγονότα ήταν πιο πρόσφατα στη μνήμη των μαρτύρων, αυτοί κατέθεσαν στοιχεία τα οποία, εν μέρει βρίσκονται σε αντίφαση με όσα κατέθεσαν επ' ακροατηρίω. Ειδικότερα: ί) Η Γ1 στην από 13-11-2002 κατάθεση της ανέφερε ότι "...Κατά το διάστημα που ήμουν στο νοσοκομείο δεν με επισκέφθηκε κανένας ιατροδικαστής.....Όταν γύρισα από τη .... πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μου κάποιος ιατροδικαστής. Δεν μίλησα εγώ μαζί του, μίλησε μητέρα μου. Όπως μου είπε η μητέρα μου μετά το τηλεφώνημα, ο ιατροδικαστής ρώτησε πού ακριβώς είχα χτυπήσει. Η μητέρα μου του είπε πού είχα χτυπήσει. Μετά δεν είχαμε καμία επικοινωνία μαζί του. Δεν ήλθε να με δει και να με εξετάσει". Επ' ακροατηρίω, αν και δεν αναφέρει με σαφήνεια τα ανωτέρω, κατέθεσε "Τον Ιούλιο του 2001 πάθαμε ατύχημα. Με πήγαν στο Νοσοκομείο Σπάρτης όπου έμεινα 2 ημέρες και μετά πήγα στο σπίτι μου στην Αθήνα. Εκεί πήρε ένας τηλέφωνο. Ιατροδικαστής δεν με επισκέφθηκε, δεν θυμάμαι. Δεν θυμάμαι καθόλου ποιοί με εξέτασαν. Στο τηλέφωνο ρώτησε κάποιος για την κατάσταση της υγείας μου και δεν είπε όνομα. Δεν είδα κάποιον με ταμπέλα να γράφει "ιατροδικαστής",
- ii)Ο Γ2 στην από 27-6-2002 μαρτυρική του κατάθεση ανέφερε "...Στις 20-6 2001 είχα ατύχημα...διεκομίσθηκα στο Κέντρο Υγείας Γυθείου, στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Σπάρτης όπου έμεινα 4 ημέρες. Ποτέ δεν είδα τον κ Χ1 ως θεράποντα ιατρό μου. Όταν έφυγα από το Νοσοκομείο μετά από μία εβδομάδα περίπου ο κ Χ1 τηλεφώνησε στο σπίτι μου και με ρώτησε πού είχα τραυματισθεί....Δεν μου εξήγησε το λόγο του τηλεφώνου και εγώ δεν ρώτησα". Επ' ακροατηρίω, ο μάρτυρας αυτός επιβεβαίωσε, σχεδόν εξ' ολοκλήρου τα ανωτέρω και κατέθεσε "Είχα κάποιο τροχαίο το 2001...Πήγα στο Κέντρο Υγείας και μετά στο Νοσοκομείο που έμεινα 5 ημέρες.. Δεν με είδε ο κΧ1. Με πήρε κάποιος τηλέφωνο και με ρώτησε αν κτύπησα και πού, μόλις είχα βγει από το Νοσοκομείο. Δεν θυμάμαι αν μου είπε ποιός είναι. Μου είχε πει ότι είναι γιατρός αλλά δεν θυμάμαι το όνομα του...Δεν βεβαιώνω ότι ήταν ο κ.Χ1 στο τηλέφωνο". Αντίθετα, στην προγενέστερη μαρτυρική του κατάθεση ανέφερε σαφώς το όνομα του Χ1 ως το άτομο που του τηλεφώνησε, ίii) Ο Γ3, στην από 27-6-2002 μαρτυρική του κατάθεση ανέφερε : " τον Μάρτιο του 2001 μου συνέβη τροχαίο ατύχημα...Διεκομίσθην στο Νοσοκομείο όπου έμεινα γία λίγη ώρα και έφυγα. Δεν είχα καμία επαφή με τον κ.Χ1. Μετά από μία εβδομάδα με πήρε τηλέφωνο ο κ.Χ1 και με ρώτησε πού είχα χτυπήσει και αν είχα κάνει ράμματα". Επ' ακροατηρίω ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε: " είχα ατύχημα στο Γύθειο...με πήγαν στο ΚΥ Γυθείου και για προληπτικούς λόγους στο νοσοκομείο Σπάρτης. Με είδε κάποιος γιατρός, Γ3 το όνομα του. Άλλος γιατρός δεν με είδε και μετά 3 ώρες έφυγα. Μετά τρεις ημέρες με πήρε τηλέφωνο ένας και μου είπε ότι είναι ιατροδικαστής. Με ρώτησε πόσες μέρες έμεινα στο νοσοκομείο και πού χτύπησα",
- iv)Ο Γ4, στην από 8-11-2002 μαρτυρική του κατάθεση ανέφερε "...τραυματίσθηκα το βράδυ της 22-6-2001...λιποθύμησα και ανέκτησα τις αισθήσεις μου στο δρόμο προς Σπάρτη. Την επομένη μέρα δεν θυμάμαι να ήρθε κάποιος ιατροδικαστής. Θυμάμαι μόνο τους γιατρούς που με επισκέφθηκαν. Εάν ο ιατροδικαστής ήταν μέσα σε αυτούς που με εξέτασαν δεν το γνωρίζω. Πάντως εμένα κανένας δεν μου είπε ότι είναι ιατροδικαστής". Επ' ακροατηρίω ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε: "...εκεί (εννοεί στο Νοσοκομείο της Σπάρτης) με είδαν ακτινολόγος, έκανα υπέρηχο στα σπλάγχνα και ορθοπεδικός. Ιατροδικαστή δεν θυμάμαι. Κάποιος κύριος με πήρε τηλέφωνο στο ... και με ρωτούσε τί έπαθα. Στη .... δεν με επισκέφθηκε ιατροδικαστής. Δεν ήλθε κάποιος να μου πει ότι είναι ιατροδικαστής και να με εξετάσει. Δεν θυμάμαι αν ήταν γιατρός στο τηλέφωνο. Δεν μου θυμίζει τίποτα το όνομα Χ1. Δεν βεβαιώνω ότι δεν ήλθε ο Χ1. Στο δάχτυλο δεν είχα συρραφή". Από το σύνολο των ανωτέρω καταθέσεων, παρ' όλο ότι αυτές σε μερικά σημεία παρουσιάζουν αντιφάσεις μεταξύ τους, προκύπτουν τα παρακάτω συμπεράσματα: Ουδείς ασθενής επιβεβαιώνει ότι εξετάσθηκε αυτοπροσώπως από τον ιατρό Χ1. Σε όλες τις περιπτώσεις αναφέρεται ότι, κάποιες μέρες μετά το ατύχημα, οι ασθενείς δέχθηκαν τηλέφωνο από άτομο, που προανακριτικά οι 2ος και 3ος μάρτυρες κατονομάζουν ως τον κατηγορούμενο, η δε πρώτη τον αναφέρει ως ιατροδικαστή, ο οποίος τους ρωτούσε σχετικά με τα τραύματα που υπέστησαν, Τούτο δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως σύμπτωση σε όλες τις περιπτώσεις και επιπλέον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ο κατηγορούμενος δεν είχε ιδία αντίληψη των τραυματισμών και δεν είχε εξετάσει, μακροσκοπικά έστω, τους ασθενείς, αφού, σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επικοινωνούσε μαζί τους τηλεφωνικά για να πληροφορηθεί την κατάσταση της υγείας τους. Τούτο καταδεικνύεται και από ένα γεγονός ακόμη, ότι δηλαδή, αν και στην πραγματογνωμοσύνη που αφορά στον ασθενή Γ4, ο οποίος αναφέρει ότι ουδέποτε εξητάσθη από ιατροδικαστή, ανέφερε ότι αυτός υπέστη θλαστικό τραύμα αριστερού μικρού δακτύλου άκρας χειρός το οποίο σενερράφη, τούτο είναι ψευδές αφού ο ίδιος ο παθών αναφέρει ότι ουδέποτε υπέστη αυτόν τον τραυματισμό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, φρονούμε ότι καταδεικνύεται ότι, ο Χ1 δεν εξετέλεσε προσηκόντως τα καθήκοντα του, ψευδώς ανέφερε στις εκθέσεις του ότι εξήτασε τους ασθενείς και επομένως, δεν εδικαιούτο να λάβει τη νόμιμη αμοιβή πραγματογνώμονα, αφού το καθήκον του είχε ασκηθεί πλημμελώς...... επομένως έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις που του αποδόθηκαν". Τέτοιο περιεχόμενο έχουσα η έφεση του ανωτέρω εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τον προεκτεθέντα και εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή πλήρως και σαφώς οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο, που δέχθηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου και, μετά την απόρριψη σχετικής περί απαραδέκτου της εφέσεως αυτής ενστάσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 327 παρ.2 του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 500 του ίδιου Κώδικα, και στην κατ' έφεση δίκη, "ο κατηγορούμενος, εκτός από τους μάρτυρες που προσκαλούνται από τον ίδιο με δικές του δαπάνες, έχει δικαίωμα να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να κλητεύσει υποχρεωτικά έναν τουλάχιστον μάρτυρα της εκλογής του αν κατηγορείται για πλημμέλημα και δύο αν κατηγορείται για κακούργημα". Η παραβίαση της διατάξεως αυτής και ειδικότερα, η στέρηση του παρεχομένου στον κατηγορούμενο δικαιώματος της υποχρεωτικής κλητεύσεως από τον αρμόδιο εισαγγελέα των μαρτύρων, των οποίων παραδεκτώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό (παράγραφοι 2 και 3), ζητεί την κλήτευση ο κατηγορούμενος, ως συνιστώσα παραβίαση των υπερασπιστικών αυτού δικαιωμάτων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εμπίπτουσα στο άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων με το Α02/408/15.11.2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου, στη δικάσιμο της 30.6.2005 για να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της απόπειρας απάτης. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 12.1.2006 και στη συνέχεια για τις 2.3.2006. Με την από 12.1.2006 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου ο αναιρεσείων ζήτησε να κλητευθεί για τη δικάσιμο της 2.3.2006 ο μάρτυρας Γ5, Υπαρχιφύλακας Αστυνομίας, κάτοικος......, προκειμένου να καταθέσει για τα αναφερόμενα στην αίτηση αυτή θέματα. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Γυθείου απέρριψε την αίτηση αυτή με την ακόλουθη αιτιολογία: "Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 327 παρ. 3 ΚΠΔ και ως εκ τούτου η εν λόγω αίτηση ως εκπρόθεσμη πρέπει ν' απορριφθεί λόγω απαραδέκτου. Το εν λόγω αίτημα μπορεί πλέον να κρίνει μόνο το δικαστήριο, το οποίο, αν υποβληθεί αίτημα, θα αποφανθεί περί του σκοπίμου ή μη της κλητεύσεως περαιτέρω μαρτύρων". Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων προέβαλε στο Πρωτοβάθμιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου κατά τη δικάσιμο της 2.3.2006 αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 327 παρ. 2 ΚΠΔ και ζήτησε την αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί από το δικαστήριο ο μάρτυρας Γ5. Η ένσταση αυτή, καθώς και το αίτημα αναβολής απορρίφθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου με την αιτιολογία ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι δημόσιος υπάλληλος, κατοικεί εκτός της έδρας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν κλητεύεται να εμφανισθεί στο δικαστήριο. Ακολούθως την ίδια ένσταση και αίτημα αναβολής υπέβαλε ο αναιρεσείων στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας. Το εν λόγω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε και πάλι την ένσταση του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση του ανωτέρω μάρτυρα. Με τα δεδομένα αυτά ορθώς απορρίφθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γυθείου ως απαράδεκτο (εκπρόθεσμο) το αίτημα του αναιρεσείοντος περί κλητεύσεως του μάρτυρα Γ5. Εξάλλου αυτός δεν στερήθηκε του δικαιώματος υποχρεωτικής κλητεύσεως του παραπάνω μάρτυρα, διότι το αίτημα αυτό επανέφερε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου και στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, τα οποία με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες τους το απέρριψαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σχετικός λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. Ολ.ΑΠ 19/2001 και 2/2002). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της από 27.12.2007 αιτήσεως του αναιρεσείοντος πλήττεται η 395/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα
(10)μηνών για ψευδορκία πραγματογνώμονα και απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση, διότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά σαφή παράβαση του άρθρου 510 παρ. Ι Δ' ΚΠΔ απέρριψε χωρίς την απαιτούμενη και προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τον Νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άπαντες τους αποδειχθέντες από την ακροαματική διαδικασία και το σύνολο της σχηματισθείσας δικογραφίας ισχυρισμούς μου, που ανέτρεπαν τις κατηγορίες, ήτοι: Ουδείς εκ των μαρτύρων και σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης μου, που τον αφορούσε. Αντίθετα είναι κοινή και σταθερή η θέση τους, ότι όσα αναφέρονται στην έκθεσή μου είναι απολύτως αληθινά. Ουδόλως αμφισβητήθηκε, ότι προέβην στις υπό κρίση πραγματογνωμοσύνες χωρίς να έχω νόμιμο προς τούτο δικαίωμα. Αντίθετα προκύπτει από τη δικογραφία, ότι είχε προηγηθεί νόμιμος διορισμός και όρκισή μου, καθώς και νομότυπη και εμπρόθεσμη πράξη εγχειρίσεως. Ουδόλως αμφισβητήθηκε, ούτε προέκυψε από τη διαδικασία, ότι οι εν λόγω πράξεις εγχειρήσεως δεν είναι αυτές που αναγράφονται και συνυποβάλλονται συνημμένες στις αιτήσεις μου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης για την καταβολή της νομίμου αμοιβής μου. Ουδείς από τους μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσε με βεβαιότητα, ότι στο ... την 23.6.2001, 6.3.2001, 28.5.2001, 23.6.2001 και στη .... την 20.6.2001 δεν τους εξέτασε ιατροδικαστής. Αντίθετα από την από 17.4.2002 κατάθεση του μάρτυρα ιατροδικαστή ........, η οποία αποτελεί στοιχείο της δικογραφίας, βεβαιώνεται ότι σε περίπτωση απουσίας του ασθενή λόγω εξόδου από το νοσοκομείο οι ιατροδικαστές συμβουλεύονται το αρχείο του νοσοκομείου και ει δυνατόν τον θεράποντα ιατρό. Ουδόλως απεδείχθη ο απαιτούμενος εκ του νόμου δόλος μου να εκθέσω με όρκο ψευδή γεγονότα και να αποκρύψω την αλήθεια και να παραστήσω ενώπιον του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Εισαγγελίας Γυθείου, ψευδή γεγονότα ως αληθή, με σκοπό να αποκομίσω παράνομο περιουσιακό όφελος". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όλοι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, που δεν προσδιορίζουν τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις, και πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονταν με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση και ποίους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αγνόησε η απόφαση. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.12.2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 395/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ