Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1453 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη έφεση της αναιρεσείουσας κατ' αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως για πλημμέλημα. Αν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, που δήλωνε σύμφωνα με άρθρ. 273 § 1α, όπως αντ. με άρθρ. 34 § 4 Ν. 2172/1993 και ίσχυε από 16-12-1993 ενώπιον του ανακριτή ή Εισαγγελέα ή Πταισματοδίκη ή Ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση τη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του, η επίδοση θα γίνει σύμφωνα με το εδ. γ' της ιδίας παραγράφου, εφόσον δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή κατοικίας. Αν απουσιάζει από τη διεύθυνση που δήλωσε και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής, στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας τους, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμα και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας. Αντίθετα, αν η άνω δήλωση κατά την προανάκριση δεν γίνει ενώπιον Πταισματοδίκη αλλά ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου που ενεργεί προανάκριση και απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θα γίνει προς αυτόν κατ' άρθρ. 156 ΚΠΔ, ως άγνωστης διαμονής. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη από το αρμόδιο Δικαστήριο του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου. Απόρριψη αιτήσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 1453/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευής Ουρανού περί αναιρέσεως της 477/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1368/09. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 ηαρ. 1 εδαφ. α' και β' ΚΠΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1653/1986 "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα
(10)ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα
(30)ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Το ένδικο μέσο που ασκείται μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του, σε περίπτωση δε που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά το νόμο, ενώ ώφειλε να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και γι' αυτό ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου1 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 ΚΠΔ προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδάφ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχον ή τον αρμόδιον δημοτικό υπάλληλο που όρισε σ δήμαρχος της τελευταίος κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης κατοικία η διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο- στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επίδοσης απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεώτερη αλλά άγνωστη διαμονής στην αρχή η οποία παραγγέλει την επίδοση αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενον, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του ν. 2173/1993 και ισχύει από 16 Δεκεμβρίου 1993, δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή Εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση την διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως αν η ως άνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση από 16-12-1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ προβλεπομένη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στην διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 ΚΠΔ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση (αρθρ. 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επίδοσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικά από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος της κατοικίας εκείνου που το ασκεί και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώστης της επιδόσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ* άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την έφεση της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά την ερήμην αυτής εκδοθείσης υπ' αριθ. 2070/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικών Χανίων, που την είχε καταδικάσει για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων
(4)ετών. Για να στηρίξει την απορριπτική κρίση του το Τριμελές Εφετείο Κρήτης περιέλαβε την αιτιολογία ότι: από το με ημεροχρονολογία 28-8-2002 αποδεικτικό επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης του Ανθ/μου Τ.Α ... προκύπτει ότι η τελευταία επιδόθηκε στην εκκκαλούσα ως αγνώστου διαμονής στις 28-8-2002. Η εκκαλούσα όμως άσκησε την επίδικη έφεση στις 5-9-2008 ήτοι μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Ακολούθως η κρινομένη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαθε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική η εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλεται γη την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, αφού παραθέτει τον χρόνο την επιδόσεως της εκκαλουμένης στην κατηγορουμένη ως άγνωστης διαμονής και δη, επιδόσεως προδήλως με το, υπό την αυτήν ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως χωρίς να είναι απαραίτητος ο ειδικότερος προσδιορισμός αυτού ή μνεία των στοιχείων εγκυρότητος της επιδόσεως, επιπλέον δε η απόφαση ανάφερα και τον χρόνον ασκήσεως της εφέσεως. Βεβαίως η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την έκθεση εφέσεως, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της ισχυρίστηκε ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη. Δια το λόγο ότι ποτέ δεν έλαβε γνώση ούτε της κλητεύσεώς της για τη δικάσιμο της 14-6-02 (κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση), ούτε και της εκκαλουμένης αποφάσεως. Επίσης, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, προέβαλε, δια του εκπροσωπήσαντος αυτή δικηγόρου, τον ισχυρισμό ότι: η επίδοση της παραπάνω αποφάσεως είναι άκυρη για δύο λόγους, α) κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, δήλωσε διεύθυνση στην αλλοδαπή. Επειδή όμως δεν δήλωσε αντίκλητο δικηγόρο και μάλιστα στην έδρα του πλημμελειοδικείου Χανίων (διότι δεν την ενημέρωσαν ότι έπρεπε έτσι να πράξει), η επίδοση της αποφάσεως κατ' άρθρο 273 ε ΚΠΔ έπρεπε να γίνει στο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Χανίων και αυτός με τη σειρά του έπρεπε να τοποθετήσει την απόφαση σε ειδικά από αυτόν τηρούμενο φάκελο. Συνεπώς η επίδοση που έγινε ως άγνωστης διαμονής στις 28.8.2002 είναι άκυρη και έτσι δεν άρχισε να τρέχει η 10ήμερη προθεσμία για άσκηση εφέσεως. Και β) Ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι νομίμως έπρεπε να γίνει επίδοση με τη διαδικασία του άρθρου 156 ΚΠΔ (άγνωστης διαμονής), το αποδεικτικό έπρεπε να αναφέρει συγκεκριμένη διεύθυνση (οδό και αριθμό) όπου ο δικαστικός επιμελητής πήγε και δεν βρήκε κανένα από τα άτομα που αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και εν συνεχεία εφάρμοσε όσα ορίζοντα στην παρ. 2 του άρθρου αυτού (επίδοση στο Δήμαρχο κλπ), πλην όμως το αποδεικτικό αυτό αναφέρει στη θέση της οδού την κεντρική οδό των ... και συγκεκριμένα την οδό ... χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένο αριθμό στον οποίο μετέβη ο επιδόσας και στον οποίο δεν βρήκε κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη παρ. 1 του άρθρου αυτού. Οι ισχυρισμοί της όμως αυτοί, από τους οποίους προβληθέντες στο Δικαστήριο, στρέφονται κατά το κύρος της επιδόσεως, δεν είναι σαφείς και ορισμένοι, διότι κατά πρώτο λόγο, ούτε και κατά το χρόνο εκείνο καθορίζεται ο τόπος διαμονής της εκκαλούσας. Μάλιστα δε, όπως προκύπτει από το 14-2-2002 έγγραφο του γενικού προξένου της Ελλάδος στις ..., που υπάρχει στη δικογραφία και απευθύνεται στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, αναφέρει ότι δεν επέδωσε στην κλήση στην άνω αναιρεσείουσα, διότι σύμφωνα με τις αρμόδιες Βελγικές αρχές, "διεγράφη από 12-12/01 και αγνοείτε η νέα της κατοικία". Επίσης, όπως προκύπτει από την από 18-12-2008 βεβαίωση της Επιμελήτριας Δικαστηρίου, ..., που υπάρχει στη δικογραφία, η άνω κατηγορουμένη, δεν υπάρχει στη διεύθυνση ...(που δήλωσε με την έφεση), λόγω μετοικήσεώς της σε άγνωστη διεύθυνση. Σημειώνεται ότι το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το όρθρο 6 παρ. 6 του ν. 1683/1986, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπον της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγο του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτον βαβμόν. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπον κατοικίας του αποδέκτη της επίδοσης, αυτή γίνεται στον δήμαρχο ή τον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τη δημόσια σημεία και γιο την αποστολή σχετικής βεβαιώσεως στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν σι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη. Τέλος, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται γιατί το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεσή της, παρά το ότι αυτή δεν είχε επιδοθεί στο Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων, αφού αυτή είχε δηλώσει ότι ήταν κάτοικος Βελγίου. Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Δικαστήριο έκρινε ορθώς και αιτιολογημένα ότι: 1) η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στις 28-8-2002 στο Δήμαρχο ... για λογαριασμό της ήδη αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας ως άγνωστης διαμονής, δοθέντος ότι η δήλωση κατοικίας στο Βέλγιο, που έδωσε όταν εξετάσθηκε από την Αστυνομία κατά την προανάκριση και την ανύπαρκτη, δεν έγινε ενώπιον πταισματοδίκη ή Ειρηνοδίκη ή τον Εισαγγελέα κατά την ισχύουσα τότε διάταξη της 273 παρ. 1 α ΚΠΔ, ώστε να γίνει επίδοση ως γνωστής διαμονής στην άνω διεύθυνση, ενώ η τελευταία και μόνη γνωστή κατοικία και διαμονή της ήταν η πόλη των ..., όπου τέλεσε το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Εξάλλου, αυτό δεν σημαίνει ότι η αναιρεσείουσα, κατά πλάσμα δικαίου διέμενε στις ... ώστε να γίνει η επίδοση εκεί ως γνωστής διαμονής, καθόσον η σχετική νομοθετικά ρύθμιση της ΚΠΔ 273 παρ. 1 α με το Ν. 3160/2003, που προβλέπεται αυτό, ισχύει για δηλώσεις κατοικίας που έγιναν μετά την ισχύ (30-6-2003) της διατάξεως αυτής. 2) Η έφεση ασκήθηκε στις 5-9-2008 και δήλωσε κατοικία της στην ... στην οποία, κατά τα άνω, ήταν άγνωστη, όταν μάλιστα αυτή γνώριζε τις εγκλήσεις σε βάρος της και όφειλε και δηλώσει νομότυπα πραγματική διεύθυνση κατοικίας και όχι ανύπαρκτη. Κατόπιν των παραπάνω εκτεθέντων, η προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαίο να επεκταθεί και επί των προβληθέντων στο ακροατήριο του Εφετείου και αφορώντων το κύρος της επιδόσεως ισχυρισμών και επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο με το να κηρύξει στη συνέχεια απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2009 (υπ' αριθ. 112/09 ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών) αίτηση της Χ, για αναίρεση της με αριθμό 477/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ