← Ελλάδα

ΑΠ 1459/2013 — Χρησικτησία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1459 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Χρησικτησία. Περίληψη: Σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκτός της περίπτωσης που η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση του Εφετείου κατά το κεφάλαιο που απορρίπτει την έφεση και η πρωτόδικη ως προς την ουσία της υπόθεσης. Παράγωγος και πρωτότυπος, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, τρόπος αποκτήσεως κυριότητας 560 αρ. 1α Ευθεία παραβίαση κανόνων δικαίου 560 αρ.1β Διδάγματα κοινής πείρας. Δεν ιδρύεται ο οικείος λόγος όταν χρησιμοποιούνται για έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρηματικών, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων. Αριθμός 1459/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευφροσύνη Τσαμολιά. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Αναστασάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 112/1ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/11/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 4/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔικ, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 658/2012). Μόνο εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔικ. κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 883/2012, ΑΠ 769/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 59/2009 αποφάσεως του, σε πρώτο βαθμό, δικάσαντος Ειρηνοδικείου Σάμου, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 112/1ΤΠ/2009 οριστικής αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το Εφετείο μετά την τυπική παραδοχή της εν λόγω εφέσεως, την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔικ). Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045, 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Πράξεις νομής όταν πρόκειται για ακίνητα αποτελούν οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ' αυτό, πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του. Τέτοιες πράξεις είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η καλλιέργειά του, η ανοικοδόμησή του, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλης και στο κτηματολόγιο κ.α, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 835/2013). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔικ προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 191/2013, ΑΠ 481/2013). Τέλος η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται (ΑΠ 567/2013), ιδρύει τον κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ του ακυρωτικού ελέγχου (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1022/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι κύριοι συναπτών αγροτικών ακινήτων κειμένων στη θέση "..." της περιοχής "...", της περιφερείας του Δ/Δ Βαθέος Σάμου, του ομώνυμου Δήμου, εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού. Τα ακίνητα αυτά προήλθαν από διανομή ευρύτερου ακινήτου, που πραγματοποιήθηκε με το υπ' αριθ. .../08.09.1948 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Λιμένος Βαθέος Σάμου Νικολάου Π. Λάμπρου, νομίμως μετεγγραμμένου στον τόμο 12, με α/α ..., των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βαθέος Σάμου, με το οποίο οι Δ., Ε., Ε. και Α. Β. του Κ., η Α. συζ. Ε. Γ. το γένος Κ. Β. και η Α. συζ. Π. Σ. το γένος Κ. Β., διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία των γονέων τους, Κ. και Μ., ο πρώτος εκ των οποίων απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, το έτος 1929 και η δεύτερη το 1948, καταλείποντας την υπ' αριθ. .../25.06.1948 νομίμως δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη και αφού είχαν προηγηθεί οι υπ' αριθ. ... και ... δηλώσεις τους, ενώπιον του ιδίου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ΙΖ', με α/α ... και ..., με τις οποίες είχαν αποδεχθεί την κληρονομιά της τελευταίας (μητέρας τους). Δυνάμει των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων περιήλθε κατά κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. Β. του Κ., το νότιο μέρος μείζονος ακινήτου, περιέχον 39 ελαιόδενδρα, 12 χαρουπόδενδρα, 4 συκιές και 1 αμυγδαλιά, συνορεύον ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Χ., νότια με μοναστηριακό κτήμα, βόρεια με αγροτεμάχιο που περιήλθε, με το ίδιο διανεμητήριο, στον αδελφό του Δ. Β. και δυτικά με κτήμα μοναστηριακό επονομαζόμενο "...". Με το υπ' αριθ. .../120.10.1953 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μάρκου Γ. Παντελίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, στον τόμο ΙΗ', υπ' α/α 231, ο Α. Β. του Κ. μεταβίβασε κατά κυριότητα το ως άνω αγροτεμάχιο, εκτάσεως "τεσσάρων περίπου στρεμμάτων πλέον ή έλαττον ή όσης εκτάσεως και αν είναι", αιτία πωλήσεως, στον αδελφό του και πατέρα του εναγομένου Ε. Β. του Κ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος μεταβίβασε το αγροτεμάχιο αυτό, λόγω γονικής παροχής, στον υιό του Κ. Β., αδελφό του εναγομένου, με τα υπ' αριθ. .../24.08.1985 και .../22.11.1989 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Δημόπουλου, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στους τόμους ΥΑ' και ΨΘ', υπ' α/α ... και ..., αντίστοιχα, των αυτών βιβλίων μεταγραφών. Ειδικότερα, δυνάμει του πρώτου συμβολαίου γονικής παροχής, μεταβιβάσθηκε το ήμισυ του ανωτέρω αγροτεμαχίου και συγκεκριμένα το ανατολικό τμήμα αυτού, έκτασης δύο στρεμμάτων και εν συνεχεία μεταβιβάσθηκε, δυνάμει της δεύτερης κατά σειρά γονικής παροχής, το έτερο τμήμα του ακινήτου, ήτοι το δυτικό μέρος αυτού, έκτασης, ομοίως, δύο στρεμμάτων. Τέλος ο Κ. Β. του Ε. μεταβίβασε κατά κυριότητα το εν λόγω αγροτεμάχιο στον ενάγοντα, υιό του, με το υπ' αριθ. .../12.03.2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Κασσαγιάννη, νομίμως μετεγγραμμένο στον τόμο 127, με α/α ... των ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι δυνάμει του αρχικού, με αριθμό .../08.09.1948, διανεμητηρίου συμβολαίου, περιήλθε κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχο του εναγομένου Δ. Β. του Κ. το μεσαίο τμήμα του μείζονος ακινήτου, έκτασης 2,5 στρεμμάτων, περιλαμβάνον 27 ελαιόδενδρα, 3 χαρουπόδενδρα, 3 συκιές, 3 λεμονιές, 1 πορτοκαλιά και 1 καρυδιά, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Χ., νότια με το αγροτεμάχιο νυν ιδιοκτησίας του ενάγοντος, βόρεια με το αγροτεμάχιο που έλαβε έτερος συμβαλλόμενος, ο Ε. Β. του Κ. και δυτικά με αγροτεμάχιο που έλαβε ο Γ. Β. του Κ.. Με το υπ' αριθ. .../21.08.1981 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σάμου Ιωάννη Κιράνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ΡΓ, υπ' α/α 220, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, ο Δ. Β. του Κ. μεταβίβασε την κυριότητα επί του ως άνω ακινήτου, λόγω δωρεάς, στον εναγόμενο, ανιψιό του. Ο εναγόμενος, ο οποίος διαμένει στη Σάμο τους περισσότερους μήνες του έτους, νέμεται έκτοτε το ως άνω αγροτικό ακίνητο ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα το καλλιεργεί, το καθαρίζει, συλλέγει τον ελαιόκαρπο και τους καρπούς των λοιπών δένδρων που υπάρχουν σε αυτό και προβαίνει, γενικότερα, σε όλες τις απαραίτητες αγροτικές εργασίες, βοηθούμενος σε αυτές και από τα τέκνα του (βλ. σχετικά, την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης). Σε αντίθεση με το δικό του, το όμορο ακίνητο του ενάγοντος παρουσιάζει πυκνή και άγρια βλάστηση και είναι δύσβατο, αφού για αρκετό χρονικό διάστημα δεν έχει καλλιεργηθεί ούτε καθαριστεί, δεδομένου ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, Κ. Β. του Ε., ήταν μόνιμος κάτοικος ... και όταν αποβίωσε ο πατέρας του, λίγο μετά το έτος 1991, έπαψε να επισκέπτεται τη Σάμο και να ασχολείται με το ακίνητο (βλ. σχετικά, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης). Έως τότε, πάντως, νεμόταν το ακίνητο, χωρίς να ασχολείται μεν με την αγροτική του εκμετάλλευση, αλλά ασκώντας σε αυτό την προσήκουσα εποπτεία, τοπογραφώντας το και ζητώντας έννομη προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του, όποτε παρέστη ανάγκη προς τούτο. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος, περί το έτος 1987, όταν ακόμα αγνοούσε ότι ο πατέρας του είχε μεταβιβάσει, λόγω γονικής παροχής, στον αδελφό του Κ., κατά το ήμισυ, το αγροτεμάχιό του, φύτεψε σε αυτό 14 ελαιοδενδρύλλια και περισυνέλλεγε έκτοτε τον καρπό αυτών, καθώς και άλλων, προϋφιστάμενων, υπό την ανοχή του αδελφού του, έως το 2001, οπότε ο τελευταίος εναντιώθηκε στην κατάσταση αυτή και ζήτησε, με τη με αρ. έκθ. κατ. 42/13.09.2001 αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να κόψει τα δένδρα και να παύσει να διαταράσσει την κυριότητά του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η με αριθμό 18/2002 απόφαση του ως άνω Ειρηνοδικείου, με την οποία οναγνωριζόταν ο ενάγων κύριος ελαιοχωραφίου έκτασης τεσσάρων περίπου στρεμμάτων και υποχρεώνονταν ο εναγόμενος να κόψει τα δένδρα που είχε φυτέψει στο ανατολικό τμήμα αυτού. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το έτος 1991 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 495/91 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας της ΝΑ Σάμου, με δικαιούχο τον Κ. Β. του Ε., για ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής στο ακίνητο που ανήκει πλέον κατά κυριότητα στον ενάγοντα. Στο τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Δ., που υποβλήθηκε στην Πολεοδομία για την έκδοση της ως άνω αδείας και θεωρήθηκε από αυτήν στις 11 Νοεμβρίου 1991, αποτυπώνεται το ακίνητο του ενάγοντος ως συνορεύον βόρεια με ιδιοκτησία εναγομένου, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Β., ανατολικά με ιδιοκτησία Μονής Ζωοδόχου Πηγής και νότια με κτήμα μοναστηριακό. Στο τοπογραφικό αυτό, το οποίο προφανώς συντάχθηκε μετά από επιτόπια μετάβαση του Μηχανικού στο ακίνητο, δεδομένου ότι ήταν η πρώτη τοπογράφησή του και αποτυπώνει λεπτομερώς την ακριβή εικόνα που αυτό παρουσίαζε τότε, απεικονίζοντας το τμήμα του, στο οποίο υπήρχε θαμνώδης βλάστηση, ή ακόμα και άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μορφολογίας του εδάφους του, όπως κάποιους μεγάλους βράχους, δεν φαίνεται η περίφραξη που υπάρχει σήμερα και αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από μηνός Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γεωργίου Αντωνίου, οριοθετώντας, με τα στοιχεία Β1, Β2, Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β9, Β10, Α8, Α7, Α6, Α5, Β11, A3, Β1, το επίδικο. Από αυτό αποδεικνύεται εμμέσως ότι το Νοέμβριο του έτους 1991, όταν έγινε, δηλαδή η τοπογράφηση του εν λόγω ακινήτου, το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν ήταν περιφραγμένο. Αβάσιμα, επομένως, ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι είχε τοποθετήσει την περίφραξη ήδη από το έτος 1983, αφού, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι αυτή τοποθετήθηκε σε χρονικό σημείο οπωσδήποτε μεταγενέστερο του έτους

  1. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το περιεχόμενο του υπ' αρ. πρωτ. .../29.10.2007 εγγράφου του Αγρονομικού Τμήματος Σάμου της Δ/νσης Αγροφυλακής της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, στο οποίο βεβαιώνεται, μετά από αυτοψία που διενήργησε η εν λόγω Υπηρεσία, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου και παρουσία του, ότι το ακίνητο του τελευταίου, τα όρια του οποίου υποδείχθηκαν από τον ίδιο, είναι περιφραγμένο με παλαιά περίφραξη, καθώς και μετά το έτος 1991 μεσολαβεί ικανό χρονικό διάστημα, ώστε η περίφραξη να υποστεί εμφανή φθορά και να θεωρείται παλαιά. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στο επίδικο υπάρχει μία καρυδιά, η ύπαρξη της οποίας αποδεικνύει και το γεγονός ότι αυτό αποτελεί τμήμα του δικού του ακινήτου, μιας και στους τίτλους ιδιοκτησίας του αναφέρεται ρητά ότι με το αγροτεμάχιο συμμεταβιβάζεται, μεταξύ άλλων δένδρων, και μία (μοναδική στο ευρύτερο ακίνητο) καρυδιά. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε με βεβαιότητα, καθώς στο ως άνω έγγραφο της Αγροφυλακής γίνεται μεν λόγος για μία καρυδιά ευρισκόμενη στο ακίνητο του εναγομένου, χωρίς να εξειδικεύεται, όμως, η ακριβής θέση της εντός αυτού, ενώ, τόσο η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού του τελευταίου, όσο και η ένορκη βεβαίωση του ετέρου τέκνου του δεν κρίνονται επαρκείς προς απόδειξη τούτου (ισχυρισμού), δεδομένου ότι δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και δη, από τοπογραφικό διάγραμμα απεικονίζον την ύπαρξη, ενδεχομένως, όπως και την ακριβή θέση των δένδρων εντός του επιδίκου (και κυρίως της καρυδιάς) ή φωτογραφίες αυτού, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, καίτοι ευχερώς θα μπορούσαν να ληφθούν, εν τούτοις ουδόλως προσκομίζονται από τον εναγόμενο προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του. Και ναι μεν η μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε, μεταξύ άλλων, πως η καρυδιά βρίσκεται εντός του ακινήτου του ενάγοντος, ωστόσο, όμως, η κατάθεσή της ως προς το ζήτημα τούτο δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει στο Δικαστήριο βέβαιη δικανική πεποίθηση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού του εναγομένου (ότι, δηλαδή, ο ενάγων ήταν αυτός που επέκτεινε τα όρια του ακινήτου του προς βορρά, καταλαμβάνοντας μέρος του δικού του ακινήτου), αφενός, λόγω της αοριστίας της, αφού δεν αποσαφηνίστηκε σε ποιο σημείο του ακινήτου του ενάγοντος βρίσκεται το συγκεκριμένο δένδρο (ήτοι, εντός ή εκτός του επιδίκου), αφετέρου δε, καθόσον, εξαιτίας των υφιστάμενων περιουσιακών διαφορών της ανωτέρω μάρτυρος με τον εναγόμενο αδελφό της και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή, όπως συνάγεται από την ανάγνωση όλων των μαρτυρικών καταθέσεών της κατά τις μεταξύ των διαδίκων γινόμενες δίκες, δεν τελούσε σε πλήρη γνώση και δεν ήταν σε θέση να καταθέσει με σαφήνεια και βεβαιότητα σχετικά με τα υπάρχοντα εντός των ακινήτων των διαδίκων δένδρα, είναι μειωμένης αξιοπιστίας, καθόσον εκτιμάται ότι, καταθέτοντας τα παραπάνω αυτή διατηρούσε την πεποίθηση ότι ενίσχυε έτσι τη θέση του ενάγοντος. Ακολούθως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η κυριότητά του στο επίδικο και η πρόθεση του ενάγοντος να ιδιοποιηθεί αυτήν χωρίς νόμιμο δικαίωμα, αποδεικνύεται και από το ότι ο τελευταίος εμφανίζει το ακίνητό του στο προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα ως έχον έκταση 8.712,41 τμ., σύμφωνα, δε, με την προηγούμενη μέτρησή του, κατά τη σύνταξη του προγενέστερου ως άνω τοπογραφικού, αυτή ανέρχονταν σε έξι περίπου στρέμματα, ενώ στην πραγματικότητα, βάσει των τίτλων ιδιοκτησίας του (ενάγοντος), έχει μεταβιβαστεί σε αυτόν η κυριότητα επί ακινήτου έκτασης τεσσάρων μόνο στρεμμάτων. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο ενάγων εμφανίζει ως όμορη του ακινήτου του, προς Δυσμάς, την ιδιοκτησία Γ. Β., ενώ στους αρχικούς τίτλους ιδιοκτησίας του, δυτικά του ακινήτου του φαίνεται να υπάρχει μοναστηριακό κτήμα και η ιδιοκτησία Γ. Β. αποτελεί το δυτικό σύνορο του δικού του ακινήτου. Αποδεικνύεται, πράγματι, ότι ο ενάγων έχει προβεί σε μία αδικαιολόγητη αύξηση της έκτασης του ακινήτου του, αφού διαφοροποίηση από την αναφερόμενη στους τίτλους ιδιοκτησίας του έκταση των τεσσάρων περίπου στρεμμάτων δικαιολογείται ενδεχομένως μόνο κατά την πρώτη εμβαδομέτρηση του ακινήτου, ενόψει και του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά το χρόνο που διανεμήθηκε το μείζον ακίνητο, ο προσδιορισμός της έκτασης των ακινήτων στα συμβόλαια γινόταν πολλές φορές κατά προσέγγιση. Αντίθετα, δεν δικαιολογείται η δεύτερη αύξηση της έκτασης του ακινήτου του ενάγοντος, όπως αυτή προκύπτει από το επισυναπτόμενο στην αγωγή διάγραμμα. Παρά ταύτα, η ως άνω διαφορά στην έκταση του ακινήτου του δεν επηρεάζει εν προκειμένω την κρίση περί της κυριότητας επί του επιδίκου, καθότι από τη συγκριτική επισκόπηση του τοπογραφικού διαγράμματος του έτους 1991 και του προσαρτώμενου στην αγωγή συνάγεται ευκρινώς ότι το ακίνητο απεικονίζεται στο τελευταίο να καλύπτει μεγαλύτερη έκταση προς νότο, ήτοι, σε βάρος του όμορου μοναστηριακού κτήματος (βλ. σχετικά και κατάθεση μάρτυρα απόδειξης), ενώ προς βορρά, όπου συνορεύει με την ιδιοκτησία του εναγομένου, ουδεμία διαφορά παρατηρείται μεταξύ των δύο σχεδιαγραμμάτων, τα οποία στο σημείο τούτο απεικονίζουν το ακίνητο του ενάγοντος και τη γραμμή που το οριοθετεί από το όμορο του εναγομένου με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Εξάλλου, αναφορικά με την αποτύπωση της ιδιοκτησίας του Γ. Β. ως όμορης, προς τα δυτικά, της ιδιοκτησίας του ενάγοντος σημειώνονται τα εξής: η ιδιοκτησία Γ. Β. εμφανίζεται ως κείμενη δυτικά της ιδιοκτησίας του εναγομένου (βλ. παραπάνω, το υπ' αριθ. .../48 διανεμητήριο και το υπ' αριθ. .../81 συμβόλαιο δωρεάς), ενώ, ως συνορεύουσα δυτικά με το ακίνητο του ενάγοντος φαίνεται στους αρχικούς τίτλους αυτού μοναστηριακή ιδιοκτησία (βλ. το ως άνω διανεμητήριο και το υπ' αριθ. .../53 συμβόλαιο αγοράς). Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις υπ' αριθ. .../85 και .../89 γονικές παροχές, στην υπ' αριθ. .../2007 γονική παροχή, αλλά και σε αμφότερα τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, εμφανίζεται η ιδιοκτησία του Γ. Β. ως κείμενη δυτικώς της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, χωρίς ταυτόχρονα να γίνεται μνεία τυχόν πράξης εκποίησης στον Γ. Β.. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αναφορά της ιδιοκτησίας του Γ. Β. ως όμορης, προς δυσμάς, της ιδιοκτησίας του ενάγοντος οφείλεται είτε σε σφάλμα κατά την υπόδειξη των όμορων ιδιοκτησιών του ακινήτου του ενάγοντος είτε στο ότι ο Γ. Β. νέμεται, πέραν των ορίων του ακινήτου του και το προς νότο συναπτό μοναστηριακό ακίνητο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι είναι και κύριος αυτού. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν δύναται να συναχθεί ότι ο ενάγων έχει "επεκτείνει" το ακίνητό του προς βορρά, τόσο ώστε ολόκληρη η δυτική του πλευρά να φαίνεται πλέον ότι συνορεύει με την ιδιοκτησία Γ. Β., λαμβανομένου υπόψη ότι ο εναγόμενος, σε απόκρουση της αγωγής, προβάλλει ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας μόνο στο επίδικο εδαφικό τμήμα και όχι και στο υπόλοιπο ακίνητο, το οποίο δεν αμφισβητεί ότι ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα. Από όλα τα παραπάνω έπεται ότι και ο περί επέκτασης του ακινήτου του ενάγοντος προς βορρά (τουλάχιστον) ισχυρισμός του εναγομένου παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα τούτων, αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα, ως αποτελούν τμήμα, προς βορρά, του όλου ακινήτου του, το οποίο απέκτησε παράγωγα, κατά τον αναλυτικά εκτιθέμενο παραπάνω τρόπο. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι στο πρόσωπο του εναγομένου δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δια χρησικτησίας κτήση της κυριότητας του επιδίκου, αφενός μεν, τακτικής, αφού δεν υπάρχει νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος που να αφορά το επίδικο εδαφικό τμήμα, αλλ' ούτε και αποδείχθηκε καλόπιστη νομή αυτού, αφετέρου δε, έκτακτης, λόγω μη συμπλήρωσης του αναγκαίου χρόνου των είκοσι ετών νομής αυτού, αφού ο εναγόμενος αποψίλωσε και περιέφραξε το επίδικο σε χρόνο οπωσδήποτε μεταγενέστερο του έτους 1991, οπότε και άρχισε να το νέμεται, καλλιεργώντας το μαζί με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του. Κατόπιν τούτων, ο προβαλλόμενος από αυτόν (εναγόμενο) ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, ο οποίος αποτελεί, κατά το μέρος που στηρίζεται στην δια παραγώγου τρόπου κτήση αυτής άρνηση της εξεταζόμενης κύριας βάσης της αγωγής και κατά το μέρος που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, καταλυτική της αγωγής ένσταση και όχι, όπως εσφαλμένα χαρακτηρίσθηκε από το Ειρηνοδικείο, αναβλητική ένσταση νομής - κατοχής του πράγματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος απορριπτόμενου, συνακόλουθα, και του υπό στοιχείο Β' λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος παραπονούμενος για τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της ένστασής του, ζητεί, εν τέλει, αφού χαρακτηρισθεί αυτή ορθά, να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και ν' απορριφθεί η κατ' αυτού ασκηθείσα αγωγή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια, περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, βάση της, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμό του εναγομένου και δη τόσο ως αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό όσο και ως ένσταση κατά τις διατάξεις της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες και επικαλούμενες περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 1033, 974, 1041 και 1045 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος κατά τρόπο παράγωγο, ήτοι με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../12-3-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Σωτηρίας Κασαγιάννη και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του πατέρας του Κ. Β., ήταν κύριος αυτού, δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων υπ' αριθμ. .../24-8-1985 και .../22-11-1989 συμβολαίου γονικής παροχής και ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος δεν έχει αποκτήσει κυριότητα με παράγωγο τρόπο ούτε νεμήθηκε την επίδικη εδαφική έκταση επί συνεχή δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ή επί συνεχή εικοσαετία. Επομένως οι από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πρώτος και δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση η αιτίαση του πρώτου λόγου κατά την οποία συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως των οικείων περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας διατάξεων, συνισταμένη στο ότι καίτοι το Εφετείο (Πολυμελές Πρωτοδικείο), με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχεται ότι η επίδικη εδαφική έκταση των 584,91 τμ δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του αμέσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, πατέρα του Κ. Β., ήτοι στα υπ' αριθμ. .../24-8-1985 και .../22-11-1989 συμβόλαια γονικής παροχής, στα οποία η προς τον εν λόγω δικαιοπάροχο κατά κυριότητα μεταβιβασθείσα εδαφική έκταση αναφέρεται ως έχουσα συνολικό εμβαδόν 4000 τμ. με δυτικό όριο μοναστηριακή περιουσία και εκείνη του Γ. Β., στη συνέχεια κρίνει καταφατικώς περί της συνδρομής στην ένδικη διαφορά των ουσιαστικών προϋποθέσεων μεταβιβάσεως της κυριότητας επί του επιδίκου παραγώγως, με το υπ' αριθμ. .../12-3-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Σωτηρίας Κασσαγιάννη, στο οποίο η προς τον αναιρεσίβλητο, κατά κυριότητα μεταβιβαζομένη έκταση αναφέρεται με εμβαδό 8712,41 τμ, ήτοι μεγαλύτερη κατά 4712,41 τμ από εκείνη των δύο προηγουμένων συμβολαίων, ενώ στο τελευταίο αυτό συμβόλαιο υφίσταται διαφοροποίηση ως προς τη δυτική πλευρά της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί τα πράγματα, κρίση του, δέχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 584,91 τμ. που βρίσκεται στο βόρειο μέρος της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου και νότια της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος εμπίπτει εξ ολοκλήρου στη μείζονα έκταση των 4000 τμ, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη θέση, τα όρια και το εμβαδόν στα προμνημονευθέντα δύο συμβόλαια γονικής παροχής του αμέσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου. Η μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση α) ότι η στο υπ' αριθμ. .../12-3-2007 ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής αναφερομένη έκταση κατά 4712,41 τμ μεγαλύτερη εκείνης των 4000 τμ που μνημονεύεται στα δύο προηγούμενα συμβόλαια γονικής παροχής προς τον άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου, βρίσκεται (η επί πλέον αυτή έκταση) κατά τις σχετικές παραδοχές νοτίως της εκτάσεως των 4000 τμ και εμπίπτει σε ξένη (μοναστηριακή) ιδιοκτησία, β) ότι το προς δυσμάς όριο της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου στο υπ' αριθμ. .../12-3-2007 συμβόλαιο γονικής παροχής εμφανίζεται εν μέρει διαφοροποιημένο με τους δύο προηγούμενους τίτλους δεν επάγεται ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών περί μεταβιβάσεως της κυριότητας επί ακινήτων διατάξεων κατά τρόπο παράγωγο, λόγω ελλείψεως της ταυτότητας του μεταβιβαζομένου ακινήτου. Τούτο δε γιατί το δικαστήριο με σαφήνεια δέχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμπίπτει στους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας, οι δε ανωτέρω υπό στοιχ. α και β παραδοχές διαλαμβάνονται στα πλαίσια της απαντήσεως του δικαστηρίου στον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και της προσβληθείσας από αυτόν επιχειρηματολογίας περί του ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, η δε αναφορά στην εν λόγω επί πλέον έκταση γίνεται διηγηματικώς και μόνο, ενώ οι αποδοχές αυτές δεν επιστηρίζουν το διατακτικό, ούτε δημιουργούν δεδικασμένο ως προς την εν λόγω έκταση. Περαιτέρω με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως της παρ. 1 εδ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ήχθη στο ανωτέρω εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κάτοχος ξένης ιδιοκτησίας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, ενώ δεν προσδιορίζεται ποιά είναι τα διδάγματα αυτά στα οποία πρέπει να γίνει καταφυγή, ώστε να εφαρμοσθούν οι επικαλούμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου (περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας). Η επίκληση πραγματικών περιστατικών που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανελέγκτως δεκτά και που αναφέρονται παραπάνω στους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, πλήττει την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-11-2009 αίτηση του Σ. Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμό 112/1ΤΠ/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου που δίκασε ως Εφετείο, και της 59/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σάμου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου
  2. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουλίου
  3. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.