Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1464 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη. Περίληψη: Απάτη κατ’ άρθρον 386 §§ 1, 3 Π.Κ. Στοιχεία αυτής: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις άλλον ή τον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, γ) βλάβη ξένης περιουσίας, συνδεομένη αιτιωδώς με τις παραπλανητικές ενέργειες. Ως βλάβη αρκεί και απειλή μειώσεως της περιουσίας ήτοι διακινδύνευση αυτής. Πότε συντρέχει. Τι είναι γεγονός. Τι είναι περιουσιακό όφελος. Πρέπει αυτό να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης. Η επέλευση βλάβης απαιτείται να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς. Εάν όμως η επελθούσα ζημία στον εξαπατώμενο, ισοσταθμίζεται με ισάξια αντιπαροχή δεν υπάρχει απάτη. Πότε πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε καταδικαστική απόφαση όσον αφορά το έγκλημα της απάτης. Πρέπει να εκτίθεται όχι μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά και να προσδιορίζεται εις τι συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίον πραγματοποιήθηκε. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1464/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντι-νίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 256/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2207 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 348/2.10.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 14/2-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 256/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα:1.Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ'αριθ. 867/2006 βούλευμά του αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων και ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 για την πράξη της απάτης από δράστη που ενεργεί κατ'επάγγελμα, η δε προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στη Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του έτους 1999 σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Ψ
- Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 256/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά και παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της απάτης σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του παραπάνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 28-3-2007, η δε αίτηση ασκήθηκε την 2-4-2007 (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) αυτοπροσώπως ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 14/2-4-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ. όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ όπως το τελευταίο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1445/2004 Ποιν. Δικ/σύνη 2004, σελ. 1146, ΑΠ 1820/2003 ΠΧ ΝΔ 709). Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη (ΑΠ 865/2003 ΠΧ ΝΔ' 210). Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος.
- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ' 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ' 29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 829). Και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ' 135). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε, με επιτρεπτή ως προς την παθούσα πολιτικώς ενάγουσα Ελεονόρα Δελίδου, εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό (βούλευμα) εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά: Στις 14-7-1999 ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Α. ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "G.A. FERRIES" με έδρα τον Πειραιά και αντικείμενο την κυριότητα, εκμετάλλευση και διαχείριση ιδίων πλοίων ή τη συμμετοχή με την απόκτηση μέρους ή όλων των μετοχών της σε άλλες εταιρίες που έχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς ή αντικείμενο εργασιών. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ορίσθηκε στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων [100.000.000] δραχμών, διηρημένο σε 100.000 χιλ. μετοχές, ονομαστικής αξίας 1000 δρχ. η κάθε μία. Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής συνέλευσης της εταιρίας [11-10-1999] αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής με το ποσό των 31.030.900.000 δραχμών, που θα καλυπτόταν κατά το ποσό των 28.195.900.000 δραχμών με την εισφορά των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιριών "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ".... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ".... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατά το ποσό των 2.835.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς, με τιμή διαθέσεως 1.150 δραχμές ανά μετοχή. Στις αρχές Νοεμβρίου 1999, η εκκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατόπιν προτροπής του οικογενειακού φίλου και κουμπάρου της Δ1, συνάντησε στη ... τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, επιχειρηματία - ναυτικό πράκτορα και αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας. Ο τελευταίος, με επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα στη ...., έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, τόσο ο ίδιος, όσο και η εταιρεία του σε βάρος της περιουσίας της εκκαλούσας, παρέστησε σ' αυτήν, ότι η ως άνω ναυτιλιακή εταιρία είχε μεγάλη οικονομική ευρωστεία, είχε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να εισαχθεί στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είχε μάλιστα υποβληθεί και η σχετική αίτηση, και ως εκ τούτου η συμμετοχή της στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας θα εξασφάλιζε με βεβαιότητα τριπλάσιο κέρδος, αφού η αξία των μετοχών θα πολλαπλασιαζόταν με την είσοδο της εταιρίας στην αγορά του χρηματιστηρίου. Με τις παραστάσεις του αυτές την έπεισε να του καταβάλει στις 16-11-1999 για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρίας το ποσό των 11.158.400 δραχμών. Οι παραστάσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και αυτός προέβαινε σ' αυτές εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον αληθινό ήταν ότι η άνω νεοσύστατη εταιρία δεν πληρούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο [Νοέμβριος 1999] αλλά καΙ αργότερα, τις οριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 προϋποθέσεις, αφού τα ίδια κεφάλαια της δεν ήταν τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια [2.000.000.000] δραχμές που ορίζετο κατά τον χρόνο εκείνο, δεν είχε δημοσιεύσει ή καταθέσει, σύμφωνα με το διέπον τις ανώνυμες εταιρίες .δίκαιο, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της για τρεις [3] τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις που προηγούνται της αιτήσεως εισαγωγής στο Χ.Α.Α, και δεν είχε ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση με βάση τον τελευταίο ισολογισμό της. Έτσι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του, ζημίωσε την περιουσία της εκκαλούσας κατά το παραπάνω ποσό που του κατέβαλε, αφού η τελευταία επένδυσε το ποσό αυτό σε μετοχές εταιρίας που δεν εισήχθη στο Χ.Α.Α, και συνεπώς χωρίς πιθανότητα μελλοντικής αύξησης της αξίας τους που αναμφίβολα προσδοκούσε με την αγορά τους, αποκόμισε δε ο ίδιος και η εταιρία του αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, προέκυψε, ότι με την αυτή απατηλή τακτική παρέπεισε και τους Ζ1, Ζ2, Ζ3, Ζ4, Ζ5, Ζ6, Ζ7, Ζ8, Ζ9, Ζ10, Ζ11, Ζ12, Ζ13, Ζ14, Ζ15, Ζ16, Ζ17, Ζ18, Ζ19, Ζ20, Ζ21, Ζ22, Ζ23 και Ζ24, να αγοράσουν μετοχές της εταιρίας του, συνολικής ονομαστικής αξίας 429.145.000 δρχ. ή 1.259.413,06 ευρώ [βλ. και υπ' αριθ. 1187/2006 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο παραπέμφθηκε από κοινού με τους Γ1 και Γ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία). Διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα, διότι θύματά του, υπήρξαν εκτός της εκκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας και οι παραπάνω αγοραστές των μετοχών της εταιρίας του και από την επανειλημμένη έτσι τέλεση της πράξης αυτής, συνάγεται ότι ο σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος. Με τα δεδομένα αυτά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 και δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ως και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων [15.000] ευρώ, η οποία [πράξη] προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ.στ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1", 27 παρ.1, 51, 52, 60, 63, 79 και 386 παρ.2 και 3 περ. α Π.Κ. Έτσι έσφαλε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε αντιθέτως και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την πράξη αυτή.Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 26, 27 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντα, με τις οποίες πέτυχε αυτός να δημιουργήσει στην παθούσα πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως όσων είχε υποσχεθεί, με βάση την ψευδή κατάσταση που είχε εμφανίσει ο αναιρεσείων, αναφορικά με την οικονομική ευρωστία και τις δυνατότητες της εταιρείας του, έχοντας ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει τα όσα είχε υποσχεθεί, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται ότι πρόκειται καθαρά για παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., οι δε στη συνέχεια ψευδείς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για τον πολλαπλασιασμό της αξίας των πωλουμένων μετοχών, συνοδεύθηκαν με την εν γνώσει παράσταση των διαλαμβανομένων στο προσβαλλόμενο βούλευμα ψευδών γεγονότων. Εξάλλου στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια εκτίθενται κατά τρόπο αναλυτικό σκέψεις για την υφιστάμενη αδυναμία εισαγωγής της εταιρείας του αναιρεσείοντα στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, καθώς και για τις ενέργειές του να εμφανίσει με ψευδείς διαβεβαιώσεις του ίδιου προσωπικώς για την δήθεν ύπαρξη της δυνατότητας αυτής. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναλύεται ο υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα και της βλάβης της περιουσίας της παθούσας, αφού η τελευταία παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις εκείνου (αναιρεσείοντα) ότι δήθεν η εταιρεία του είχε την οικονομική ευρωστία και τη δυνατότητα να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και έτσι προέβη στην αγορά των μετοχών, καταβάλλοντας το αναφερόμενο στο βούλευμα χρηματικό ποσό, κατά το οποίο επήλθε βλάβη στην περιουσία της. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρατίθενται κατά τρόπο αναλυτικό σκέψεις για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του "οι παραστάσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και αυτός προέβαινε σ'αυτές εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον αληθινό ήταν ότι η ως άνω νεοσύστατη εταιρεία δεν πληρούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (Νοέμβριος 1999), αλλά και αργότερα τις οριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 3 ΠΔ 350/1985 προϋποθέσεις". Τέλος πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, με την αυτή απατηλή τακτική παρέπεισε και τους Ζ1,Ζ2,Ζ3,Ζ4,Ζ5,Ζ6,Ζ7,Ζ8,Ζ9,Ζ10,Ζ11,Ζ12,Ζ13,Ζ14,Ζ15,Ζ16,Ζ17,Ζ18,Ζ19,Ζ20,Ζ21,Ζ22,Ζ23 και Ζ24 να αγοράσουν μετοχές της εταιρείας του, συνολικής ονομαστικής αξίας 429.145.000 δραχμών ή 1.259.413,06 ευρώ. Διαπράττει δε απάτες κατ'επάγγελμα, διότι θύματά του, υπήρξαν, εκτός της εκκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας και οι παραπάνω αγοραστές των μετοχών της εταιρείας του και από την επανειλημμένη έτσι τέλεση της πράξης αυτής, συνάγεται ότι ο σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος.Επομένως οι εκ μέρους του αναιρεσείοντα προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου, με τις οποίες, υπό την επίκληση των ως άνω λόγων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1363/2003). Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 14/2-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθ. 256/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 9 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 ισχύει μετά τον Ν.2721/1999 από 3.6.1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτη κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) ή αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Ούτω για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία ή πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από τα οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Αρκεί και η απειλή μείωσης της περιουσίας, δηλαδή η διακινδύνευση αυτής, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσης οικονομικής καταστάσεως και μπορεί να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη στο παρόν ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση θεμελιούται και τότε το έγκλημα της απάτης. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του άδικου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και η κάθε ευνοϊκώτερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Εάν όμως η δια της απατηλής συμπεριφοράς του απατώντος επελθούσα ζημία εις τον εξαπατώμενον ισοσταθμίζεται δια μιάς ισάξιας αντιπαροχής, η οποία περιήλθεν εις τον ζημιωθέντα εκ της πράξεως την οποίαν ούτος παραπεισθείς διέπραξεν, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, μη υφισταμένης βλάβης. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξεν ο δράστης πρέπει να προέρχεται, από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει δηλαδή μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εμφανώς ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔικ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔικ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδόμενη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δικ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά το έγκλημα της απάτης πρέπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όχι μόνο να εκτίθεται απλώς ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά να προσδιορίζεται εις τί συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίον πραγματοποιήθηκε. Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' Κ.Ποιν.Δικ. συνιστά λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αυτή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην διάταξη που εφήρμοσε (ευθεία παράβαση) καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο πόρισμα του βουλεύματος κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου,, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, με καθολική αναφορά, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, (εδέχθη), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: Την 14.7.1999 ιδρύθη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.Α.ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "G.A. FERRIES" με έδρα τον Πειραιά και αντικείμενο την κυριότητα, εκμετάλλευση και διαχείριση ιδίων πλοίων ή τη συμμετοχή με την απόκτηση μέρους ή όλων των μετοχών της σε άλλες εταιρίες που έχουν οποιοδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς ή αντικείμενο εργασιών. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ορίσθηκε στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων [100.000.000] δραχμών, διηρημένο σε 100.000 χιλ. μετοχές, ονομαστικής αξίας 1000 δρχ. η κάθε μία. Κατά τη συνεδρίαση της Γενικής συνέλευσης της εταιρίας [11-10-1999] αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής με το ποσό των 31.030.900.000 δραχμών, που θα καλυπτόταν κατά το ποσό των 28.195.900.000 δραχμών με την εισφορά των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιριών "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ".... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ".... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ".. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ".. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και κατά το ποσό των 2.835.000.000 δραχμών τοις μετρητοίς, με τιμή διαθέσεως 1.150 δραχμές ανά μετοχή. Στις αρχές Νοεμβρίου 1999, η εκκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατόπιν προτροπής του οικογενειακού φίλου και κουμπάρου της Δ1, συνάντησε στη ... τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 επιχειρηματία - ναυτικό πράκτορα και αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας. Ο τελευταίος, με επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα στη ....., έχοντας αποφασίσει να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, τόσο ο ίδιος, όσο και η εταιρεία του σε βάρος της περιουσίας της εκκαλούσας, παρέστησε σ' αυτήν, ότι η ως άνω ναυτιλιακή εταιρία είχε μεγάλη οικονομική ευρωστεία, είχε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να εισαχθεί στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είχε μάλιστα υποβληθεί και η σχετική αίτηση, και ως εκ τούτου η συμμετοχή της στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας θα εξασφάλιζε με βεβαιότητα τριπλάσιο κέρδος, αφού η αξία των μετοχών θα πολλαπλασιαζόταν με την είσοδο της εταιρίας στην αγορά του χρηματιστηρίου. Με τις παραστάσεις του αυτές την έπεισε να του καταβάλει στις 16-11-1999 για αγορά μετοχών της εν λόγω εταιρίας το ποσό των 11.158.400 δραχμών. Οι παραστάσεις του όμως αυτές ήταν ψευδείς και αυτός προέβαινε σ' αυτές εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον αληθινό ήταν ότι η άνω νεοσύστατη εταιρία δεν πληρούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο [Νοέμβριος 1999] αλλά και αργότερα, τις οριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Π.Δ. 350/1985 προϋποθέσεις, αφού τα ίδια κεφάλαια της δεν ήταν τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια [2.000.000.000] δραχμές που ορίζετο κατά τον χρόνο εκείνο, δεν είχε δημοσιεύσει ή καταθέσει, σύμφωνα με το διέπον τις ανώνυμες εταιρίες .δίκαιο, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της για τρεις [3] τουλάχιστον οικονομικές χρήσεις που προηγούνται της αιτήσεως εισαγωγής στο Χ.Α.Α, και δεν είχε ικανοποιητική περιουσιακή διάρθρωση με βάση τον τελευταίο ισολογισμό της. Έτσι με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του, ζημίωσε την περιουσία της εκκαλούσας κατά το παραπάνω ποσό που του κατέβαλε, αφού η τελευταία επένδυσε το ποσό αυτό σε μετοχές εταιρίας που δεν εισήχθη στο Χ.Α.Α, και συνεπώς χωρίς πιθανότητα μελλοντικής αύξησης της αξίας τους που αναμφίβολα προσδοκούσε με την αγορά τους, αποκόμισε δε ο ίδιος και η εταιρία του αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, προέκυψε, ότι με την αυτή απατηλή τακτική παρέπεισε και τους Ζ1,Ζ2,Ζ3,Ζ4,Ζ5,Ζ6,Ζ7,Ζ8,Ζ9,Ζ10,Ζ11,Χ12,Ζ13,Ζ14,Ζ15,Ζ16,Ζ17,Ζ18,Ζ19,Ζ20,Ζ21,Ζ22,Ζ23 και Ζ24να αγοράσουν μετοχές της εταιρίας του, συνολικής ονομαστικής αξίας 429.145.000 δρχ. ή 1.259.413,06 ευρώ [βλ. και υπ' αριθ. 1187/2006 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο παραπέμφθηκε από κοινού με τους Γ1 και Γ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία). Διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα, διότι θύματά του, υπήρξαν εκτός της εκκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας και οι παραπάνω αγοραστές των μετοχών της εταιρίας του και από την επανειλημμένη έτσι τέλεση της πράξης αυτής, συνάγεται ότι ο σκοπός του ήταν ο πορισμός εισοδήματος. Με τα δεδομένα αυτά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 και δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ως και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων [15.000] ευρώ, η οποία [πράξη] προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 περ.στ, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1", 27 παρ.1, 51, 52, 60, 63, 79 και 386 παρ.2 και 3 περ. α' Π.Κ. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τ' ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ., την οποίαν εσφαλμένως εφήρμοσε ευθέως και εκ πλαγίου, αφού υπάρχουν ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα (φαίνεται να) δέχεται το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετείται απάτη κακουργηματική εις βάρος της εγκαλούσης - εκκαλούσης - πολιτικώς εναγούσης Ψ1 με περιουσιακή βλάβη της από τον κίνδυνο να μην υπάρξει πιθανότητα μελλοντικής αυξήσεως της αξίας των μετοχών. Δεν εκθέτει όμως με ποίον τρόπον ο συγκεκριμένος αυτός κίνδυνος είχε προκαλέσει πραγματική μείωση της ενεστώσας τότε οικονομικής δυνάμεως της άνω πολιτικώς εναγούσης, ώστε να αποτελεί επελθούσα περιουσιακή της βλάβη, εν όψει του ότι αυτή με το ποσόν που κατέβαλε αγόρασε μετοχές της εταιρίας γνωρίζουσα μάλιστα ότι αυτή δεν είχε εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Την ασάφεια ως προς το πώς επήλθε και σε τί ακριβώς συνίσταται η περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσης επιτείνει η παραδοχή του βουλεύματος ότι ο ίδιος και η εταιρία του (κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος) απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να διευκρινίζει ποίο το περιουσιακό όφελος αυτών και διατί είναι παράνομο, αφού επώλησαν μετοχές, που αντιστοιχούν στο καταβληθέν ποσόν. Εντεύθεν και δεν προσδιορίζεται εάν μεταξύ της άνω περιουσιακής βλάβης και του περιουσιακού οφέλους υπάρχει υλική ταυτότητα ή αντιστοιχία που απαιτείται για την ύπαρξη σκοπού παρανόμου οφέλους, αναγκαίον στοιχείον για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει, κατά παραδοχήν των σχετικών λόγων της κρινομένης αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' Κ.Ποιν.Δικ. να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 Κ.Ποιν.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθ. 256/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές άλλους, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν το άνω βούλευμα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ